22/02/2020 19:26:40

Η βάση του 10 και οι προϋποθέσεις επαναφοράς της

 

Η επαναφορά της βάσης του 10 στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ αποτελεί ένα από τα πολυσυζητημένα στοιχεία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Αφορά, όχι μόνο το ίδιο το σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια και τους ρυθμιστικούς κανόνες του, αλλά κυρίως τους μαθητές και τις εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες τους που τα τελευταία χρόνια έζησαν πολλές αιφνίδιες, απρογραμμάτιστες, έως και ασυνάρτητες αλλαγές στο χάρτη τις πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

Η όποια συζήτηση σήμερα επηρεάζεται από δύο πραγματικότητες: από τη μία πλευρά η πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας να ανοίξει τη συζήτηση για την επαναφορά της βάσης του 10 είναι σε θετική κατεύθυνση και ανταποκρίνεται μεταξύ άλλων σε ένα αίτημα των ίδιων των Πανεπιστημίων και από την άλλη πλευρά η κληρονομιά που άφησε η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, με την κατάργηση ουσιαστικά της τεχνολογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και τη συγχώνευση των ΤΕΙ στα Πανεπιστήμια, είναι εξαιρετικά αρνητική. 

Η επαναφορά της βάσης του 10 ανταποκρίνεται σήμερα στη λογική ότι μαθητές πολύ χαμηλών επιδόσεων (με 4, 5, και 7) δεν μπορούν να εισάγονται στο Πανεπιστήμιο και ιδιαίτερα σε Σχολές που δεν επέλεξαν μέσα από τη μηχανική της «βαθμολογικής διολίσθησης». Αυτό προκαλεί την αντίστοιχη  αξιολογική «διολίσθηση»  των ίδιων των Σχολών. Έτσι παγιώνεται – και επιβραβεύεται-ένα σύστημα περιζήτητων Σχολών και Τμημάτων με υψηλές βαθμολογίες εισαγωγής, ένα άλλο με Σχολές και Τμήματα μέσης βαθμολογίας και ένα τρίτο με αντικείμενα που προσελκύουν και φοιτητές με βαθμολογία κάτω από τη βάση, συχνά  όχι από επιλογή, αλλά από απλή  τυχαιότητα κατάταξης. Πρόκειται για μία παραλλαγή του συστήματος  των «κοκκινοπράσινων» Σχολών που εισήγαγε ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μία έξαρση παγκόσμιας εκπαιδευτικής «πρωτοτυπίας».

Είναι σίγουρο ότι τα παραπάνω δεν ωφελούν ούτε τους μαθητές, αλλά ούτε τα ίδια τα Πανεπιστήμια, στη διαδικασία διασφάλισης της ποιότητας της παρεχόμενης γνώσης. Αντίθετα, εγκλωβίζουν όλους, φοιτητές και πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε ένα φαύλο κύκλο ορισμένων σπουδών χωρίς αντίκρισμα, πολλών υποβαθμισμένων αντικειμένων  και αντίστοιχα διαβαθμισμένων πτυχίων. Αυτό μεγαλώνει τις ανισότητες μεταξύ των παιδιών που διεκδικούν μία θέση στο Πανεπιστήμιο και παράγει μεγαλύτερες αντιφάσεις στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων.

Ωστόσο, η επαναφορά της βάσης του 10 δεν αποτελεί λύση από μόνη της για την αναβάθμιση και μεταρρύθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών. Θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της αναβάθμισης των σπουδών και της ποιότητας της παρεχόμενης γνώσης, επειδή αλλάζουν οι κανόνες εισαγωγής και μένουν κάποιες χιλιάδες μαθητές εκτός Πανεπιστημίων.

Για να είναι εφικτό και αποτελεσματικό ένα τέτοιο μέτρο θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αλλάξουν τέσσερις  παράμετροι. Η πρώτη έχει να κάνει με την προετοιμασία και την αξιολόγηση των μαθητών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς  και ο προσανατολισμός τους σε Σχολές ανάλογα με τις δεξιότητες, τις επιδόσεις  και τις ικανότητές τους. Σε όλα τα ευρωπαϊκά συστήματα εκπαίδευσης αυτός ο προσανατολισμός διαδραματίζει βασικό ρόλο στην επιλογή των σπουδών.

Στην Ελλάδα παραμένει δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητος. Η δεύτερη παράμετρος είναι η ενίσχυση της τεχνολογικής εκπαίδευσης ήδη από το σχολείο, όχι σαν μία διαδικασία υποβαθμισμένων προσόντων, αλλά ως επιλογή σε ευθεία συνάρτηση με την αγορά εργασίας. Η αριστεία στην τεχνολογική εκπαίδευση είναι από μόνη της μία επένδυση στη γνώση και στην ανάπτυξη. Σε αυτό το πεδίο η Ελλάδα παραμένει ουραγός μεταξύ των ευρωπαϊκών Κρατών. Τρίτη παράμετρος είναι ότι η εισαγωγή της βάσης του 10 χρειάζεται προετοιμασία του εκπαιδευτικού συστήματος  αλλά και των ίδιων των μαθητών.

Δηλαδή χρειάζεται χρόνο για να μην λειτουργήσει διαλυτικά ή τιμωρητικά. Δεν μπορεί να αιφνιδιάσει, γιατί απαιτεί σοβαρές προσαρμογές  και αναπροσανατολισμό των επιλογών σπουδών. Τέλος τέταρτη παράμετρος είναι η συμμετοχή των Πανεπιστημίων στο σχεδιασμό της εισαγωγής της βάσης. Είναι σίγουρο ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να εισαχθεί με απλή απόφαση του Υπουργείου Παιδείας. Αυτό όμως θα ήταν αλυσιτελές.

Τα Πανεπιστήμια διεκδικούν εδώ και δεκαετίες να έχουν λόγο για τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών και πλέον για τη βάση εισαγωγής στις Σχολές και τα Τμήματα τους. Στο πλαίσιο της αυτοτέλειας τους, η γνώμη των Πανεπιστημίων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και για τον αριθμό εισακτέων και για τη βάση εισαγωγής, ώστε να υπάρχει και η ευθύνη των πανεπιστημιακών αρχών για τη διάρθρωση, την ποιότητα και την αξιολόγηση των παρεχόμενων σπουδών. 

Επομένως, ένα μικτό σύστημα γενικής επαναφοράς της βάσης του 10 ως πολιτική απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και  ως αρχικός κανόνας εισαγωγής με αντίστοιχες προσαρμογές ανά Σχολή-Τμήμα που θα προκύπτουν από τεκμηριωμένες προτάσεις των Πανεπιστημίων θα ήταν το καταλληλότερο μέτρο σήμερα για τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο εισαγωγής. Και πάντα με την προϋπόθεση ότι η βάση του 10 δεν συνιστά σύστημα εισαγωγής, αλλά επιμέρους μέτρο που πρέπει να ενταχθεί στην αρχιτεκτονική του νέου και συνολικότερου συστήματος εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.  Αυτό παραμένει ακόμα ζητούμενο. 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.