21/01/2019 00:27:43
27.2.2010

Cine Ποντίκι

Όλες οι καινούργιες ταινίες της εβδομάδας (μαζί και δυο ελληνικές) δεν αγγίζουν καν την ένταση του καινούργιου θρίλερ του Μάρτιν Σκορσέζε «Το νησί των καταραμένων», που δεν είναι άλλωστε από τα καλύτερα δείγματα της φιλμογραφίας του...

Το νησί των καταραμένων

Βασισμένος σε ένα μπεστ σέλερ του Ντένις Λιχέιν, με ένα καστ γεμάτο από αναγνωρίσιμα πρόσωπα (και φυσικά έναν αληθινό σταρ στη θέση του πρωταγωνιστή) ο Μάρτιν Σκορσέζε δεν δείχνει να διστάζει ούτε στιγμή να παίξει το παιχνίδι του Χόλιγουντ με το «Νησί των καταραμένων». Το καινούργιο του φιλμ είναι ίσως η πιο φιλική προς τα ταμεία ταινία στην καριέρα του, αλλά, φυσικά, δεν είναι μια τυπική χολιγουντιανή ταινία, τουλάχιστον με τα δεδομένα της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας των ημερών μας. Ο Σκορσέζε, εδώ, περισσότερο από ποτέ, έχει στο μυαλό του το σινεμά της δεκαετίας του ’50 και του ’60, με το αποτέλεσμα να θυμίζει τα θρίλερ των στούντιο εκείνων των ημερών. Το καδράρισμα των πλάνων, το ύφος, ακόμη και η μουσική φέρνουν στο νου το σινεμά του Χίτσκοκ, του Ζακ Τουρνέρ, του Βαλ Λιούτον ή άλλων σκηνοθετών που κατόρθωσαν να αφήσουν το δικό τους στίγμα, δουλεύοντας πάντα μέσα στα πλαίσια του συστήματος των στούντιο. Τοποθετημένο κι αυτό στη δεκαετία του ’50, το «Νησί των καταραμένων» είναι ένα θρίλερ γεμάτο ανατροπές, που πατά γερά πάνω στο τραύμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη νεόκοπη ακόμη εμμονή με την ψυχανάλυση, στην ίδια τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπινου μυαλού. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο κι ο Μαρκ Ράφαλο είναι δυο ντετέκτιβ της αστυνομίας, οι οποίοι φτάνουν σε ψυχιατρείο που στεγάζεται ένα νησί ανοιχτά της Βοστώνης αναζητώντας μια τρόφιμο που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Μια καταιγίδα θα τους κρατήσει παγιδευμένους στο νησί, το οποίο φαίνεται πως κρύβει περισσότερα μυστικά απ’ όσα είναι διατεθειμένος να τους αποκαλύψει ο διευθυντής του ψυχιατρείου. Βεβαίως αυτή δεν θα είναι παρά μόνο η αρχή, σε ένα φιλμ που μοιάζει με ξέφρενη βόλτα στην κινηματογραφική απόλαυση. Ο Σκορσέζε παίρνει δεκάδες αναφορές και τις συνδέει αριστοτεχνικά, σε ένα παιχνίδι όχι μόνο με το σινεμά αλλά και με το μυαλό των θεατών. Η αλήθεια και το ψέμα, οι βεβαιότητες και η αμφιβολία, η πραγματικότητα και η παράνοια μπερδεύονται συνεχώς, σε ένα μίγμα που σε αποπροσανατολίζει κάνοντάς σε να νιώθεις όπως και οι ήρωές του χαμένος σε έναν επικίνδυνο λαβύρινθο. Το όλο πράγμα παραμένει απολαυστικά μπερδεμένο ως το τέλος και σχεδόν αμείωτα τεταμένο, αν και όταν η αλήθεια αρχίζει να αποκαλύπτεται το φιλμ χάνει για λίγη ώρα το ρυθμό του, θύμα μιας μάλλον μεγαλύτερης απ’ όσο χρειαζόταν διάρκειας. Ακόμη κι έτσι όμως, στηριγμένο στην ηλεκτρισμένη σκηνοθεσία του Σκορσέζε, τις εξαιρετικές ερμηνείες ολόκληρου του καστ και με ένα σενάριο που κρατά για το τέλος την πιο απροσδόκητη και «εσωτερική» έκπληξη, το «Νησί των καταραμένων» παραμένει συναρπαστικό. Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε. Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Μαρκ Ράφαλο, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Μαξ Φον Σίντοφ, Μισέλ Γουίλιαμς, Έμιλι Μόρτιμερ, Πατρίτσια Κλάρκσον. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 138΄

Χρυσόσκονη

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία για τη Μαργαρίτα Μαντά, μια σκηνοθέτιδα που έχει δουλέψει ως βοηθός για σημαντικούς έλληνες σκηνοθέτες, είναι ένα χαμηλότονο, σχεδόν προσωπικό φιλμ, για την οικογένεια και την πόλη και το πώς η μια αλλάζει ερήμην ή εξαιτίας της άλλης. Το φιλμ ακολουθεί την ιστορία τριών αδελφών, ενός αγοριού και δύο κοριτσιών, που ξαφνικά όταν η μητέρα τους πεθαίνει βρίσκονται αντιμέτωποι με το τι θα κάνουν το πατρικό τους σπίτι. Ο γιος προτιμά να το πουλήσουν, η μεγαλύτερη από τις δύο κόρες δεν θέλει ούτε να το ακούσει, ενώ η μεσαία βρίσκεται ανάμεσά τους προσπαθώντας να συμβιβάσει τις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες θέσεις τους. Στην πραγματικότητα αυτό που και τα τρία παιδιά (τα οποία είναι πλέον σχεδόν μεσήλικες) αντιμετωπίζουν δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ίδια τους την ουσιαστική ενηλικίωση∙ κι αυτό που συγκρούεται μέσα από την αντιπαράθεσή τους δεν είναι άλλο από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το παρελθόν τους κι όσα τους διαμόρφωσαν ως χαρακτήρες. Την ίδια στιγμή, η «Χρυσόσκονη» είναι και μια ταινία για την Αθήνα, για τον τρόπο με τον οποίο άλλαξε κι εξακολουθεί να αλλάζει μέσα στα χρόνια, αλλά και για τον άσχημο τρόπο με τον οποίο της συμπεριφέρονται οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που φιλοξένησε και φιλοξενεί. Η Μαντά εξετάζει τις θεματικές της με λεπτότητα και μετρημένο ύφος, κατορθώνοντας τελικά να βρει την ισορροπία ανάμεσα στα όσα οι χαρακτήρες της συμβολίζουν και στα όσα «είναι». Η μεταξύ τους σχέση, αυτά που τους δένουν σαν αδέλφια είναι τελικά το πιο αληθινό και ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτή την καλοπροαίρετη, αλλά μικρή σε προθέσεις και αντίκτυπο ταινία. Σκηνοθεσία: Μαργαρίτα Μαντά. Πρωταγωνιστούν: Αργύρης Ξάφης, Μάνια Παπαδημητρίου, Άννα Μάσχα. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 85΄

Ο διαχειριστής

Παρόμοιες θεματικές με τη «Χρυσόκσονη» της Μαργαρίτας Μαντά αλλά με διαφορετικό τρόπο αγγίζει και η καινούργια ταινία του Περικλή Χούρσογλου «Ο διαχειριστής». Ο ίδιος, η γυναίκα του (και στην αληθινή ζωή) Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη και τα δυο παιδιά τους συνθέτουν μια τυπική αθηναϊκή οικογένεια που μοιάζει να μένει ενωμένη κυρίως από τη δύναμη της αδράνειας. Όταν ο ήρωας θα αναλάβει να ξελασπώσει τη μητέρα του από τα μπλεξίματα που έχει η ίδια δημιουργήσει, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση στην πολυκατοικία που κατοικεί, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια σειρά από προβλήματα που θα μπορούσαν να οριστούν με τον καλύτερο τρόπο ως «κρίση της μέσης ηλικίας». Η ζωή στην Αθήνα, που μπορεί να είναι μαζί απάνθρωπη κι όμορφη, οι σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω σου, την ίδια σου την οικογένεια, το παρελθόν και το σήμερα σε μια πόλη που ξεχνά πολύ γρήγορα, είναι μερικά από τα θέματα που αγγίζει με αληθοφάνεια το φιλμ. Ο ρεαλισμός και η απλότητά του είναι συχνά αξιοθαύμαστα, έστω κι αν επιμέρους στοιχεία της πλοκής (όπως η ερωτική σχέση του ήρωα με μια νεαρή) δείχνουν βεβιασμένα κι αμήχανα, όμως ο «Διαχειριστής» δεν κατορθώνει να είναι τίποτα περισσότερο από το συναισθηματικό πορτρέτο ενός συγκεκριμένου χαρακτήρα. Πιθανότατα εκεί να εξαντλούνταν και οι φιλοδοξίες του δημιουργού του, σε αυτό το ιδιαίτερα προσωπικό φιλμ, που όμως δεν σε αγγίζει ή δεν σε προβληματίζει όπως θα ήταν το ζητούμενο... Σκηνοθεσία: Περικλής Χούρσογλου. Πρωταγωνιστούν: Περικλής Χούρσογλου, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Ευσταθία Τσαπαρέλη, Κώστας Βουτσάς, Κατερίνα Γιουλάκη. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 92΄

ΑΚΟΜΗ

Όλοι θέλουν λίγη αγάπη, της Σαμ Τέιλορ Γουντ.

Ο νεαρός Τζον, μοναχικός και οξυδερκής, μεγαλώνει στο Λίβερπουλ. Δύο ιδιαίτερες γυναίκες συγκρούονται για την αγάπη του: η Μίμι, η θεία του που τον μεγάλωσε, και η Τζούλια, η μητέρα του που τον έδωσε για υιοθεσία. Νοσταλγώντας μια φυσιολογική οικογένεια, ο Τζον στρέφει την προσοχή του στη μουσική και γνωρίζει τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ. Καθώς όμως η νέα ζωή του ξεκινά, η αλήθεια για το παρελθόν του οδηγεί σε μια αναπόφευκτη τραγωδία. Τα νεανικά χρόνια του Τζον Λένον δοσμένα από μια εικαστική καλλιτέχνιδα, σε ένα ντεμπούτο που προσομοιάζει περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς μια τυπική βιογραφία.

Το γάλα της θλίψης, της Κλαούντια Γιόσα.

Η Φάουστα πάσχει από μια ασθένεια που μεταδίδεται μέσω του μητρικού γάλακτος, από γυναίκες που έχουν βιασθεί ή κακοποιηθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας στο Περού. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά η Φάουστα εξακολουθεί να αποτελεί μια υπενθύμιση του πολέμου, αφού η «ασθένεια του φόβου» της έχει κλέψει την ψυχή. Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της την αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπη με τους φόβους της, καθώς και με το μυστικό που έχει κρυμμένο μέσα της. Δεύτερη μεγάλου μήκους της Γιόσα, που κέρδισε πέρσι τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.