26/09/2018 09:00:40
27.2.2010

Τάσεις: Η Όπερα πάει… σινεμά

Ολοένα και περισσότερα μεγάλα λυρικά θέατρα ενδίδουν στην πρόκληση της μετάδοσης των παραγωγών τους μέσω HD κινηματογραφικών αιθουσών, σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο όνομα της προσέγγισης του μαζικού κοινού η τάση κερδίζει διαρκώς έδαφος, χωρίς ωστόσο να λείπει και ο αντίλογος

Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1931 οι φιλόμουσοι σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ –ζευγάρια, οικογένειες, παρέες– συγκεντρώθηκαν γύρω από το ραδιόφωνο προκειμένου ν’ ακούσουν την απευθείας μετάδοση της Όπερας του Χούμπερντινγκ «Χένσελ και Γκρέτελ», από τη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Επρόκειτο για μια μετάδοση μάλλον προβληματική: κακός ήχος, διακοπές και διάφορα άλλα ευτράπελα. Παρ’ όλα αυτά, λίγοι θα βρεθούν να διαφωνήσουν ως προς το ότι, για τα δεδομένα της εποχής, το εγχείρημα αποτέλεσε ένα πραγματικό γεγονός. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, το 2006, η Μετροπόλιταν προσέφερε μια ακόμη νέα εμπειρία στα παιδιά και τα εγγόνια των πρώτων εκείνων «εραστών της τεχνολογίας», τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μια παράσταση του διάσημου λυρικού θεάτρου από την άνεση του κινηματογράφου της γειτονιάς τους, σε απευθείας σύνδεση και με αντιστοίχως «κινηματογραφικό» εισιτήριο. Η πρωτοβουλία του νέου τότε διευθυντή του θεάτρου Πίτερ Γκελμπ έγινε δεκτή στην αρχή με επιφύλαξη. Όμως, η άμεση ανταπόκριση ήταν τόσο μεγάλη ώστε εξέπληξε τους πάντες, με πρώτο και καλύτερο τον ίδιο τον εμπνευστή της. Στην εφετινή, τέταρτη συνεχή σεζόν του εγχειρήματος, κι ενώ η Μετροπόλιταν εξακολουθεί να διατηρεί τα σκήπτρα, το ένα μετά το άλλο τα μεγάλα λυρικά θέατρα και φεστιβαλικές διοργανώσεις στις δύο πλευρές του Ατλαντικού (Σκάλα του Μιλάνου, Κόβεντ Γκάρντεν, Κρατική Όπερα της Βιέννης, Liceu της Βαρκελώνης, Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ και πολλά ακόμη) ενδίδουν στο δέλεαρ της κινηματογραφικής μετάδοσης των παραγωγών τους, στο βωμό της προσέλκυσης του λεγόμενου μαζικού κοινού. Η αλήθεια είναι ότι όταν ο Γκελμπ (προερχόμενος από τη δισκογραφική εταιρεία Sony και με εμπειρία στις κατά καιρούς προσπάθειες εκλαΐκευσης της όπερας και της κλασικής μουσικής) έκανε για πρώτη φορά λόγο για την επιθυμία του να διευρύνει το κοινό της Μετροπόλιταν λίγοι του έδωσαν σημασία. Το ζήτημα βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο των συζητήσεων εδώ και αρκετά χρόνια, δεκαετίες ίσως, και στις περισσότερες περιπτώσεις είτε παρέμενε σε θεωρητικό επίπεδο είτε τα αποτελέσματα δεν ήταν σπουδαία. Η απευθείας, ωστόσο, μετάδοση επιλεγμένων νέων παραγωγών μέσω HD κινηματογραφικών αιθουσών, σε ολόκληρο τον κόσμο, δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα. Οι αριθμοί ευημερούν επιτρέποντας ακόμη και τις πλέον αισιόδοξες προβλέψεις. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, κατά τη σεζόν 2007-2008, το πρόγραμμα «Ζωντανά σε HD» κατάφερε να προσελκύσει 920.000 άτομα. Πριν από λίγο καιρό, η ζωντανή μετάδοση της πολυσυζητημένης «Κάρμεν», με την Ελίνα Γκαράντσα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, έσπασε το προηγούμενο ρεκόρ της «Μαντάμα Μπάτερφλαϊ», προσελκύοντας 240.000 θεατές. «Ο πραγματικός σκοπός μας είναι να φέρουμε περισσότερο κόσμο στο θέατρο», δηλώνει συχνά ο Γκελμπ στον διεθνή Τύπο. «Όταν βλέπεις μια αθλητική μετάδοση στην τηλεόραση, το πιο πιθανό είναι την επόμενη φορά να θέλεις να ζήσεις τη ζωντανή ατμόσφαιρα πηγαίνοντας στο γήπεδο. Το ίδιο συμβαίνει και με την όπερα. Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν με δέος τον φυσικό χώρο του θεάτρου. Τους φαίνεται στημένος, απρόσιτος, νομίζουν ότι δεν κάνει γι’ αυτούς. Βλέποντας μια παράσταση στον κινηματογράφο της γειτονιάς τους, όπου πληρώνοντας ένα φτηνό εισιτήριο έχουν την ποιότητα του real thing, πιθανόν η περιέργειά τους, η έλξη η οποία τους ασκεί είναι τέτοια ώστε να μπορεί να κάμψει τις αντιδράσεις τους και να τους φέρει στο θέατρο». Οι απόψεις του Γκελμπ δεν διατυπώνονται φυσικά χωρίς αντίλογο. Η μετάδοση μιας παράστασης όπερας στον κινηματογράφο, με κοντινά πλάνα, ποπ κορν στα διαλείμματα και δυνατότητα «διείσδυσης» στην ατμόσφαιρα των παρασκηνίων στη λογική της «έξτρα προσφοράς», είναι δυνατόν να προκαλέσει μια ψευδαίσθηση ως προς το τι ακριβώς σημαίνει η παρακολούθηση στον φυσικό χώρο. Εν τούτοις, ο Γκελμπ διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι τίποτε δεν συγκρίνεται με την πραγματική εμπειρία του θεάτρου. Προσπαθεί να παροτρύνει τους διστακτικούς να το τολμήσουν. Απ’ ό,τι φαίνεται το καταφέρνει, αφού το κοινό της Μετροπόλιταν έχει πράγματι αυξηθεί κατά 12% από το 2006, γεγονός το οποίο αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό και στις ζωντανές κινηματογραφικές μεταδόσεις.

Η ήττα του Σαν Φρανσίσκο

Η αλήθεια είναι ότι το επιτυχημένο εγχείρημα της Μετροπόλιταν δεν αποτέλεσε πανάκεια για όλα τα θέατρα που θέλησαν να το ακολουθήσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Όπερα του Σαν Φρανσίσκο. Στη διάρκεια της σεζόν 2007-2008 μετέδωσε μέσω HD κινηματογραφικών αιθουσών τέσσερις παραγωγές. Ωστόσο, προτού επανακάμψει την επόμενη χρονιά, ο διευθυντής του θεάτρου αναγνώρισε την ανάγκη «να κάνουμε λίγο πίσω, να ανασυνταχθούμε και να δούμε πώς μπορούμε ν’ αφήσουμε το δικό μας ίχνος σε έναν τομέα όπου η Μετροπόλιταν κρατά πράγματι τα σκήπτρα». Οι μεταδόσεις του εν λόγω θεάτρου διέφεραν από αυτές της Met ως προς το ότι δεν ήταν ζωντανές, σε απευθείας σύνδεση, αλλά απαιτούσαν εκ των υστέρων επεξεργασία. Στο σημείο αυτό, καθώς και στο ότι η Met είχε ήδη «καπαρώσει» με αποκλειστικές συμφωνίες τις πιο αβανταδόρικες κινηματογραφικές αίθουσες, ο διευθυντής του απέδωσε και την αρχική αποτυχία του ταμείου… Σύμφωνα με τον ίδιο, η τρομερή επιτυχία της Met ευθύς εξαρχής είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με λόγους, τρόπον τινά, ιστορικούς: τις επί δεκαετίες σαββατιάτικες ραδιοφωνικές μεταδόσεις της, οι οποίες είχαν ήδη συνηθίσει το κοινό στον «εναγκαλισμό» με την τεχνολογία. Προσπαθώντας να διαφοροποιηθεί, το Σαν Φρανσίσκο επικεντρώθηκε σε μια διαφορετική συνταγή: Αντί των δημοφιλών έργων με τις all star διανομές, «επένδυσε» στις σπανίως παιζόμενες όπερες.

Στην Ευρώπη

Σε ό,τι αφορά τα ευρωπαϊκά θέατρα, τα οποία, όπως φαίνεται, υποκύπτουν το ένα μετά το άλλο στη μόδα της κινηματογραφικής μετάδοσης, ο προβληματισμός είναι έντονος προκειμένου να μην αντιμετωπίσουν την αρχική, δυσάρεστη έκπληξη του Σαν Φρανσίσκο. Εν προκειμένω, για λόγους πρακτικούς –τη διαφορά ώρας– οι ευρωπαϊκές μεταδόσεις δεν είναι ζωντανές. Όπως δήλωνε πριν από μερικούς μήνες εκπρόσωπος της εταιρείας που έχει αναλάβει τις κινηματογραφικές μεταδόσεις της Σκάλας του Μιλάνου –και αργότερα του Teatro Comunale της Μπολόνια, του Teatro Regio της Πάρμας και του Θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας κ.ά.–, οι παραστάσεις των εν λόγω θεάτρων μεταδίδονται κυρίως σε πολυδύναμα πολιτιστικά κέντρα, ακόμη και σε μουσεία τα οποία έχουν κινηματογραφική υποδομή. Ο σκοπός είναι να απευθυνθούν οργανωμένα σε ανθρώπους που είναι εκ των προτέρων πιο δεκτικοί στην όπερα κι όχι στο μαζικό πλήθος, το οποίο έχει κατά νου το τελευταίο blockbuster του Χόλιγουντ. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του στην έγκυρη μουσική επιθεώρηση «Musical America»: «Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ενδιαφέρονται για ανεξάρτητες και διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές και ντοκιμαντέρ. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν το προφίλ του εν δυνάμει θεατή της όπερας και της κλασικής μουσικής. Στο πλαίσιο αυτό είναι το κοινό που μας ενδιαφέρει».

* Περισσότερες πληροφορίες για το θέμα και τις συγκεκριμένες μεταδόσεις στο www.metopera.org και στο www.operaincinema.com

Tόνια Μιχαήλ

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.