23/02/2020 03:10:03
13.2.2020 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2112 στις 13-2-2020

Με «κομματικό πρόσημο» ο απολογισμός της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ

Με «κομματικό πρόσημο» ο απολογισμός της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - Media

 

Στον απολογισμό της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ θα επικεντρωθεί η συζήτηση στην Κεντρική Επιτροπή το Σαββατοκύριακο, αν δεν αναζωπυρωθεί κάποιο μέτωπο σχετικά με το ζήτημα του τίτλου του κόμματος, το οποίο ουσιαστικά φαίνεται να έχει επιλυθεί με συμφωνία των βασικών εσωκομματικών «παικτών».

Σε ό,τι αφορά τον απολογισμό, υπενθυμίζεται ότι η επιλογή να συζητηθεί η αποτίμηση της προηγούμενης περιόδου σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής ουσιαστικά αποτελεί έναν συγκερασμό ανάμεσα στο αίτημα μερίδας του κόμματος να γίνει η σχετική συζήτηση ως απαραίτητος όρος για το επόμενο βήμα προς τη διεύρυνση και τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, και την επιδίωξη της ηγεσίας να αποτρέψει τυχόν κίνδυνο εσωστρέφειας στο συνέδριο από μια συζήτηση που θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερικές τριβές.

Το εισηγητικό κείμενο του απολογισμού που συνέταξαν ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Αριστείδης Μπαλτάς και ο Θοδωρής Δρίτσας εγκρίθηκε από την Πολιτική Γραμματεία την Τρίτη. Προκειμένου να προλάβουν τυχόν «γκρίνιες» για παραλείψεις, διατυπώσεις κ.λπ., κομματικές πηγές αναφέρουν ότι η εισήγηση αποτελεί μια βάση συζήτησης που θα εμπλουτιστεί μετά τη διήμερη συζήτηση στην Κεντρική Επιτροπή.

Το κείμενο έκτασης 83 σελίδων περιλαμβάνει 10 κεφάλαια που ξεκινούν από την περίοδο πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης, δηλαδή από το 2012 και μετά, εξετάζοντας τον διεθνή περίγυρο και την προετοιμασία του κόμματος μέχρι τις εκλογές του 2015 και κατά το πρώτο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης. Ιδιαίτερη έκταση δίνεται στην προετοιμασία, τη διαπραγμάτευση, τα αίτια της νίκης κυρίως στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 και τα αίτια της ήττας το 2019, τον τρόπο της διακυβέρνησης με βάση το διαμορφωμένο πλαίσιο στο κράτος που παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και την επισκόπηση των επιπτώσεων στο κόμμα και τον κινηματικό ΣΥΡΙΖΑ.

Επί της ουσίας πρόκειται για ένα κείμενο που εξετάζει τα πράγματα από ιδεολογική και λιγότερο πολιτική - ρεαλιστική σκοπιά, απευθυνόμενο κυρίως στο εσωτερικό του κόμματος. Άλλωστε επισημαίνεται ότι ο απολογισμός του κυβερνητικού έργου και της πορείας του κόμματος από το ιδρυτικό συνέδριο του 2013 μέχρι σήμερα γίνεται «από τη σκοπιά των όρων ηγεμονίας, δηλαδή της γενικότερης επιρροής των ιδεών και των θέσεων της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία».

Η διάθεση να αποφευχθεί το «αυτομαστίγωμα», η απογοήτευση και η ανατροφοδότηση των εσωτερικών τριβών είναι εμφανής, καθώς δίπλα στα όποια λάθη αναδεικνύονται με ιδιαίτερη έμφαση τα «θετικά», τα όσα πέτυχε και κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ παρά την υλοποίηση του μνημονίου που δεν «υιοθέτησε». Από εκεί και πέρα, η αυτοκριτική δεν φαίνεται να πηγαίνει πολύ βαθιά. Σε γενικές γραμμές, πάντως, τα περισσότερα στοιχεία του απολογισμού έχουν ήδη διατυπωθεί στον δημόσιο διάλογο κατά καιρούς.

Ο Γιάνης και ο συμβιβασμός

Όσο για τις προαναφερθείσες τριβές, η προσπάθεια είναι αυτές πάση θυσία να αποφευχθούν, καθώς το κείμενο ως επί το πλείστον φροντίζει να μην επιμερίσει ευθύνες σε πρόσωπα (ή εν πάση περιπτώσει να μη συνδεθούν στενά τα πρόσωπα με τα λάθη) πέραν ίσως όσων είναι πλέον εκτός του κάδρου: στον Γιάνη Βαρουφάκη, τον Πάνο Καμμένο (δηλαδή ουσιαστικά τη συνεργασία με τους ΑΝΕΛΛ που δεν ολοκληρώθηκε όταν έπρεπε), αλλά και τους πρώην συντρόφους που αποχώρησαν ή τους ανένταχτους αριστερούς που απέσυραν τη στήριξή τους (αποδυναμώνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ), διότι δεν κατανόησαν σε βάθος την αναγκαιότητα του συμβιβασμού. Όπως σημειώνεται, οι τελευταίοι «δεν διερεύνησαν επαρκώς τις συνθήκες που είχαν οδηγήσει στον επώδυνο συμβιβασμό ούτε το πώς θα μπορούσαν ενδεχομένως να ανιχνευθούν εναλλακτικοί δρόμοι – στηριγμένοι σε πραγματικά κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα και όχι σε βολονταριστικά εικαζόμενα – και τοποθετήθηκαν αρνητικά απέναντι στη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Εκλαμβάνοντας την πολιτική της ως προσπάθεια μιας σχετικά ‘‘φιλάνθρωπης’’ διαχείρισης του νεοφιλελευθερισμού, αλλά κατ’ ουσίαν ως υποταγή σε εκείνον». Επίσης, το λεγόμενο «αντισύριζα μέτωπο» αναδεικνύεται ως ένας κομβικός εξωτερικός παράγοντας που υπονόμευσε την κυβερνητική προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ.

Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τον απολογισμό των λαθών κατά τη διεκδίκηση της εξουσίας και το πρώτο κρίσιμο διάστημα της διακυβέρνησης ως και την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, το κείμενο διαπνέεται ως επί το πλείστον από τη γνωστή λογική περί «αυταπατών», ελλιπούς προετοιμασίας και παραλείψεων, άνισων συνθηκών κ.λπ.

«Μπορεί στο στάδιο της προετοιμασίας να επεξεργάζεται κανείς επιμελώς ‘‘σενάρια’’, αλλά κατά κανόνα βρίσκεται ένα ή περισσότερα βήματα πίσω, ιδιαίτερα σε περιόδους όπου ο πολιτικός χρόνος ρέει με ταχύτατους ρυθμούς. Όπως κατά την εξαιρετικά πυκνή περίοδο μεταξύ 2012 και 2015» τονίζεται χαρακτηριστικά.

Όσον αφορά την προετοιμασία, σημειώνεται ότι αυτή είχε επικεντρωθεί στο πρόγραμμα διακυβέρνησης και τον έγκαιρο σχηματισμό κυβέρνησης, εν τούτοις είχε υποτιμηθεί η διαπραγμάτευση και κόμμα και ηγεσία δεν είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά γι’ αυτή. «Ενώ υπήρχε πλήρης συνείδηση ότι, σε περίπτωση εκλογικής νίκης μας, θα καλούμαστε να εμπλακούμε σε σκληρές και σύνθετες διαπραγματεύσεις με επίδικο κάποιο συμβιβασμό, (…) δεν είχαμε προετοιμαστεί ούτε ψυχολογικά για αρνητικά ενδεχόμενα ούτε είχαμε προετοιμάσει, οσοδήποτε διακριτικά, την κοινή γνώμη για το ενδεχόμενο ή τα όρια ενός τέτοιου συμβιβασμού».

«Παθητικοποίηση» ελέω τρίτου μνημονίου

Υπάρχουν, σποραδικά, σημαντικές παραδοχές, όπως ότι μετά το δημοψήφισμα και τα τελεσίγραφα των δανειστών που το ακολούθησαν «η τελική διαπραγμάτευση του Ιουλίου 2015 κατέληξε μεν σε επώδυνο συμβιβασμό – αφού όχι μόνο το μνημόνιο δεν καταργήθηκε, αλλά υπογράφηκε νέο, με πρόσθετους δυσβάσταχτους όρους για τον ελληνικό λαό». Η παραδοχή αυτή βέβαια εξισορροπείται από την αναφορά πως «η τελική συμφωνία ήταν πράγματι μετρήσιμα ευνοϊκότερη από εκείνη που είχε τεθεί στην ελληνική κυβέρνηση πριν από το δημοψήφισμα».

Αν και κατά κανόνα στη δημόσια ρητορική της ηγεσίας και των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι σήμερα τονίζεται ότι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου οι ψηφοφόροι ψήφισαν γνωρίζοντας τι υπήρχε στο τραπέζι, δηλαδή το τρίτο μνημόνιο, στην εισήγηση επισημαίνεται ότι οι επιπτώσεις των νέων μέτρων δεν είχαν ακόμη φανεί και ότι ο συμβιβασμός οδήγησε στην παθητικοποίηση της κοινωνίας και την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ ως μικρότερου κακού: «Το γενικότερο μετεκλογικό κλίμα ήταν διαφορετικό από το αντίστοιχο των εκλογών του Ιανουαρίου. Πολύς κόσμος είχε σχετικά παγώσει, συναισθανόμενος βαθιά την ήττα κατά τη διαπραγμάτευση, πράγμα που σήμαινε ότι την ψήφο υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενέπνεε τόσο η προσδοκία ή ο ενθουσιασμός, αλλά περισσότερο η λογική του μικρότερου κακού. Οι επιπτώσεις των νέων μέτρων δεν είχαν ακόμη φανεί, κίνημα ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αναπτύχθηκε ποτέ, αλλά η λαϊκή παθητικότητα έτεινε ήδη να αντικαταστήσει την προηγούμενη διαθεσιμότητα: ας κάνει η νέα κυβέρνηση ό,τι έχει να κάνει και βλέπουμε».

Τα αίτια της εκλογικής ήττας

Τα αίτια της εκλογικής ήττας στις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 ουσιαστικά εντοπίζονται καταρχάς στο στρατηγικής φύσεως ζήτημα ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε μνημόνιο, αλλά και στην εκλογική τακτική του Μαΐου.

Ειδικότερα, κάποιες από τις βασικές αιτίες για την εκλογική ήττα εντοπίζονται στα εξής:

- Στο ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε μνημόνιο: «Η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια ακόμα ‘‘μνημονιακή κυβέρνηση’’. Και ως προς αυτόν τον βασικό πολιτικό χαρακτηρισμό, ‘‘όμοια με τις άλλες’’».

- Στον «οικονομικά και κοινωνικά αρνητικό χαρακτήρα των περισσότερων ‘‘μνημονιακών υποχρεώσεων’’» που «δεν δημιούργησε μόνο βαθιά αίσθηση απογοήτευσης», αλλά συγχρόνως «αποξένωσε κοινωνικά στρώματα που υποστήριζαν τον ΣΥΡΙΖΑ και κλόνισε κοινωνικές συμμαχίες που είχαν σχηματιστεί, απονευρώνοντας έτσι το κίνημα που είχε ωθήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση».

- Στο ότι υποτιμήθηκε η «απήχηση που μπορούσε να αποκτήσει ο λόγος της Ν.Δ. περί ‘‘τάξης και ασφάλειας’’».

- Στο ότι υποτιμήθηκαν «τα επικοινωνιακά μπαράζ που εξαπολύθηκαν με αφορμή την τραγωδία στο Μάτι και τη Μάνδρα ή ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών». Για τις περιπτώσεις αυτές αναφέρεται ότι «η επικοινωνιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής του δεν στάθηκε άξια των περιστάσεων», παρά το όποιο «ελαφρυντικό» της συντριπτικής υπεροχής των αντίπαλων ΜΜΕ. «Ο δικός μας απολογισμός», τονίζεται, «δεν μπορεί να επικαλείται την ισχύ του αντιπάλου για το ότι δεν ανέπτυξε επαρκώς τα δικά του προσίδια όπλα. Όπου εν προκειμένω κύριο δικό μας όπλο είναι το άπλωμα του κόμματος στον κόσμο, η καθημερινή επαφή με τους πόνους, τις προσδοκίες και τα μέσα έκφρασής του και η πολιτικοποίησή του σε μια προοπτική που αποσκοπεί στην ισότητα, την ελευθερία και την προκοπή όλων».

- Στο ότι ήταν «πολιτικά άστοχη» η επιλογή «να ταυτιστεί η ημερομηνία διεξαγωγής των τριών εκλογικών αναμετρήσεων. Οι εκλογείς, επισημαίνεται στο κείμενο, τείνουν να ψηφίζουν με διαφορετικά κριτήρια στις τρεις περιπτώσεις. «Στις δημοτικές εκλογές τείνουν να πρυτανεύσουν τοπικά κριτήρια, στις περιφερειακές αυτά τείνουν να ατονήσουν έναντι περισσότερο πολιτικών κριτηρίων, ενώ οι ευρωεκλογές λειτουργούν κατά κανόνα δημοψηφισματικά: τείνουν είτε να επιβραβεύσουν είτε να αποδοκιμάσουν την όλη κυβερνητική πολιτική, με προεξάρχουσα την αποδοκιμασία ή, ηπιότερα, την κριτική προειδοποίηση». Η επιλογή, συνεχίζει το κείμενο, «να ταυτιστεί η ημερομηνία διεξαγωγής των τριών αναμετρήσεων έτεινε, όχι απλώς να δημιουργήσει σύγχυση κριτηρίων, αλλά κυρίως να συνενώσει στις τρεις κάλπες την έκφραση γενικότερης αποδοκιμασίας της κυβέρνησης και της πολιτικής της στη βάση όσων είπαμε περί στρατηγικής παραπάνω. Δηλαδή είναι λάθος να ερμηνεύσουμε αυτήν την αποδοκιμασία απλώς ως προϊόν χειραγώγησης και παραπλάνησης της κοινωνίας μέσω της επικοινωνιακής υπεροπλίας των αντιπάλων μας. Χωρίς ταυτόχρονα να υποτιμούμε καθόλου τη σημασία και τη λειτουργικότητα αυτής της υπεροπλίας». Σε άλλο σημείο πάντως επισημαίνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παρασύρθηκε από τις κοινοβουλευτικές του νίκες και σήκωσε το γάντι στην πρόκληση Μητσοτάκη να αντιμετωπίσουμε τις εκλογές ως οιονεί δημοψήφισμα.

- Στο ότι «οι προεκλογικές παροχές, όσο δίκαιες, μετρημένες και δικαιολογημένες κι αν ήταν, δεν προφυλάχθηκαν από το να εκληφθούν από αρκετούς ως οιονεί εξαγορά ψήφων. Θεσμική, βέβαια, και κοινωνικά επιβεβλημένη, αλλά εξαγορά μολαταύτα. Δηλαδή κάτι σαν προσβολή της αξιοπρέπειας ακόμη και πολλών από εκείνους που θα ωφελούνταν. Και όπως έχουμε μάθει από πολύ παλιά, αλλά και όπως διαπιστώσαμε από τις εμπειρίες της διακυβέρνησης, τούτη είναι προσβολή που ο ελληνικός λαός τιμωρεί».

Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι παρά τα σφάλματα η ήττα στις εκλογές δεν είχε στρατηγικό χαρακτήρα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.