16/12/2018 06:50:14

Ελλάδα και Ευρώπη

Από συστάσεως του νεώτερου ελληνικού κράτους, οι πολίτες του διατηρούν μια ιδιαίτερη στάση έναντι των κρατών της υπόλοιπης Ευρώπης. Αρχικός στόχος των νεοελλήνων υπήρξε καταδήλως η μίμηση των τεκταινομένων στην «εσπερίαν», όπως ονόμαζαν την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα πρώτα πολιτικά κόμματα ήταν «το ρωσικόν», «το γαλλικόν» και «το αγγλικόν», οι νόμοι του νεώτερου ελληνικού κράτους είχαν ως μοντέλα τους αντίστοιχους «ευρωπαϊκούς», οι Έλληνες αναζητούσαν να μορφωθούν στα Πανεπιστήμια των χωρών αυτών. Όλα αυτά εν πολλοίς δικαιολογημένα, θεμιτά και θετικά. Ακόμη και την Ιστορία μας τη μάθαμε από την υπόλοιπη Ευρώπη, που αναζητούσε σε αυτήν διέξοδο από το οντολογικό κενό στο οποίο είχε περιπέσει από τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας. Ωστόσο, αυτό ουδόλως θέτει την Ελλάδα σε ρόλο επαίτη ή σε ρόλο «παρία». Θα λέγαμε, κάθε άλλο. Οι πρώτες νεοελληνικές γενιές ίσως δικαιολογούνται, γιατί προφανώς δεν είχαν τις γνώσεις και την πληροφόρηση που δικαιούνταν να έχουν, ιδιαίτερα όμως μετά την αναγέννηση της χώρας μας με την περίφημη γενιά του ’30, η επιστροφή μας στα συμπλέγματα του επαίτη και του «παρία»[1] δεν μπορούν πλέον να δικαιολογηθούν.

Το ζήτημα της σχέσης της χώρας μας με την υπόλοιπη Ευρώπη και του ρόλου μας εντός αυτής, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, δεν αναλύεται βεβαίως σε ένα μικρό άρθρο, αλλά κρίνουμε σκόπιμο έστω και επιγραμματικά να προσπαθήσουμε να επισημάνουμε κάποια θεμελιώδη δεδομένα.

Κατ’ αρχήν η Ευρώπη αποτελεί μία γεωγραφική ενότητα, σαφέστατα οριοθετημένη τουλάχιστον από τη δυτική και νότια πλευρά, με γεωγραφικές ασάφειες στη βόρεια και ανατολική πλευρά της – γι’ αυτό και στα μέρη αυτής της γεωγραφικής ασάφειας τα όριά της είναι ρευστά και διεκδικούμενα. Οι χώρες-κράτη, λοιπόν, που αποτελούν αυτήν τη γεωγραφική ενότητα, οδηγήθηκαν εκ των πραγμάτων, δηλαδή από τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις και αλληλεξαρτήσεις που προήλθαν πρωτίστως από τη γεωγραφική τους σχέση, σε διαφόρων ειδών συνασπισμούς, μέχρι τη σημερινή μορφή της Ε.Ε. Ο πρώτος που σκέφτηκε και υλοποίησε το πρώτο σχετικό εγχείρημα υπήρξε ο Κάρολος ο Μέγας, από τα μέσα του 8ου αιώνα. Δημιούργησε την «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία»[2], που από τους συγχρόνους του θεωρήθηκε σαν αναβίωση της αρχαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, λανθασμένα βεβαίως, γιατί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξακολουθούσε υπάρχουσα, σε ιδιαίτερη μέχρι τότε ακμή. Πρόκειται περί αυτού που αδόκιμα σήμερα αποκαλούμε Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Αγία λοιπόν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αναπτύχθηκε για να μπορέσουν οι χώρες που την συναποτέλεσαν να σταθούν ανεξάρτητα της ήδη υφιστάμενης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μοιραίως οργανώθηκε ανταγωνιστικά προς αυτήν, μετερχόμενη κάθε ένοπλου και μη μέσου για την υποτίμησή της. Ο λόγος που δεν συμπεριλάμβανε τον σημερινό Ελληνικό χώρο ήταν γιατί αυτός υπαγόταν στην υφιστάμενη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζάντιο). Εν πάση περιπτώσει, αυτή η παλαιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία άρχισε έκτοτε παρακμάζουσα και τελικώς κατέρρευσε. Η Ευρώπη έμελλε να περιοριστεί στα γεωγραφικά της σύνορα και να αναπτυχθεί μέσα σε αυτά (δεν είναι εδώ ο χώρος περαιτέρω σχολιασμού του κρίσιμου αυτού ζητήματος).

Ο σημερινός ελληνικός χώρος αποτελεί σαφέστατο όριο της Ευρώπης ως γεωγραφικής ενότητας, με όλη τη σημασία που έχουν για τις γεωγραφικές ενότητες τα όριά τους. Οι χώρες που συνασπίστηκαν, πάσχισαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των πολέμων ανεξαρτησίας, να ενισχύσουν τον συνασπισμό τους, αρχικώς ολοκληρώνοντας τα σαφή γεωγραφικά όριά του, στη συνέχεια δε, να επεκταθούν στην Ανατολή και στον Βορρά, όπου και τα γεωγραφικά ασαφή όρια με τις διαρκώς εκατέρωθεν διεκδικούμενες περιοχές. Δεν ενδιαφέρθηκαν λ.χ. για τη Μικρά Ασία, όταν η Ελλάδα θέλησε να επεκταθεί προς αυτήν, με τον τρόπο που ενδιαφέρθηκαν για το (τουλάχιστον θεωρούμενο ως τέτοιο) γεωγραφικό όριό τους, που είναι μέχρι το Αιγαίο[3]. Αυτή δε η γεωπολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης, ή ακριβέστερα η προσπάθεια γεωπολιτικής ολοκλήρωσής της, έγινε πολλές φορές χωρίς τη θέληση, ή έστω τον διακαή πόθο, μερικών γεωγραφικών περιοχών της. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, ουσιαστικά εκών άκων οδηγήθηκε προς αυτόν τον συνασπισμό. Πολλές μάλιστα φορές αυτό συνέβη ασχέτως της οικονομικής συνεισφοράς – με όρους λογιστικούς και άμεσους – των χωρών που εντάσσονταν. Η πατρίδα λ.χ. της κας Μέρκελ, η Ανατολική Γερμανία, εισήλθε στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να υπολογιστεί το κόστος από την ένταξή της – κόστος που πλήρωσε ολόκληρη η τότε Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ανάλογη είναι η πλέον πρόσφατη ένταξη χωρών επιρροής της πρώην ΕΣΣΔ. Η οικονομία, σε κρατική και διακρατική κλίμακα, σήμερα και πάντοτε, δεν υπολογίζεται με βάση τους άμεσους λογιστικούς υπολογισμούς, αλλά σε βάθος χρόνου, έτσι άλλωστε λειτούργησαν και οι «δεξαμενές σκέψης» των πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών, των κρατών δηλαδή που οι τρεις τελευταίοι αιώνες βρήκαν σε κατάσταση πλούτου και ευημερίας.

Είναι σαφές πως το διακύβευμα των τελευταίων ετών, ιδιαιτέρως μετά την πτώση του «ανατολικού μπλοκ», όπως συνηθίζουμε να λέμε (εφόσον ο «πρώην υπαρκτός σοσιαλισμός» φαίνεται ως χαρακτηρισμός μη αποδίδων την πραγματικότητα), είναι καταδήλως η ίδια η Ευρώπη ως αυθύπαρκτη οικονομική, πολιτική και κοινωνική δύναμη. Οι πρώτες προσπάθειες οικονομικής ενοποίησής της άρχισαν αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κατ’ αρχήν το 1948 με την τελωνειακή ένωση Μπενελούξ, μεταξύ Βελγίου, Ολλανδίας και Λουξεμβούργου, και στη συνέχεια με την ΕΟΚ, συνθήκη που υπογράφτηκε το 1957 στη Ρώμη, μεταξύ Γαλλίας, Ιταλίας, Γερμανίας και των χωρών της Μπενελούξ. Πρόκειται δηλαδή για ενώσεις οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης, που ήρθαν ως απάντηση στην εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από εξωευρωπαϊκά κέντρα, δηλαδή τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, εξάρτηση προερχόμενη από τον πόλεμο αυτό, πόλεμο στον οποίον καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και η Αγγλία. Αυτή λοιπόν η ΕΟΚ δημιουργήθηκε με στόχο την οικονομική συνεργασία και ανάπτυξη και με επιδιώξεις όπως την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή της, με άλλα λόγια την ενδυνάμωσή της Ευρώπης ως αυθύπαρκτης οντότητας στο σημερινό ανταγωνιστικό και επικίνδυνο, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο αυτόν, παγκόσμιο τοπίο. Η παλαιά αποικιοκρατία έδωσε τη θέση της σε αυτόνομες μεγάλες και πολυπληθείς χωρικές επικράτειες, που εισέρχονται δυναμικά στο παγκόσμιο τοπίο, απειλώντας τη Γηραιά Ήπειρο. Κανένα από τα παλαιά μεγάλα αποικιοκρατικά κράτη της Ευρώπης – μεγάλα ακριβώς επειδή ήσαν αποικιοκρατικά – δεν μπορεί να σταθεί από μόνο του, πόσον μάλλον όταν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκαν εξαρτώμενα από τις ΗΠΑ – «εμπεριέχεται» σε αυτήν η Αγγλία με την τεράστια τραπεζική ισχύ της (γι’ αυτό και ο Ντε Γκωλ την απέκλειε από το όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης) – και την ΕΣΣΔ.

Εν ολίγοις, στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, όπου το πέταγμα της πεταλούδας του Λόρεντζ δεν αποτελεί παραδοξότητα, αλλά κανόνα, τα εμφανιζόμενα σήμερα ως πλούσια και ευημερούντα ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν να σταθούν αυτοδυνάμως εντός της υπόλοιπης Ευρώπης, μιας Ευρώπης που δεν μπορεί με τη σειρά της να υπάρξει χωρίς τα φυσικά γεωγραφικά της όρια και χωρίς την ολοκλήρωση της οικονομικής και πολιτικής της ενοποίησης. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν μπορεί και δεν τολμά να διανοηθεί τον εαυτό της χωρίς την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα αλλά και την Ιταλία. Δεν μπορεί δηλαδή να διανοηθεί τον εαυτό της χωρίς τον Νότο της, περιοχή στην οποίαν κυρίως διαδραματίστηκε η Ιστορία. Αν αυτή τη στιγμή «παίζεται» κάτι, είναι ή η προσπάθεια να εμποδιστεί η ανεξαρτητοποίησή της από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία ή η αμετροέπεια μερικών κρατών της να κυριαρχήσουν επί αυτής[4], κάτι ανάλογο με την προσπάθεια της Γερμανίας δύο φορές κατά τον ΧΧο αιώνα, με τα γνωστά αποτελέσματα, παίζοντας στην κυριολεξία με τη φωτιά.

Ειδικότερα η Ελλάδα έχει επί πλέον απίστευτα ισχυρά γεωπολιτικά όπλα. Αποτελεί την είσοδο προς την Ευρώπη ραγδαίως αναπτυσσόμενων χωρών. Αποτελεί ταυτόχρονα εμπόδιο προς την Ρωσία να επεκταθεί προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Αυτά τα «όπλα» οι παλαιότεροι Έλληνες πολιτικοί τα χρησιμοποίησαν επιτυχώς και εντέχνως. Ο Βενιζέλος πολλαπλασίασε την ελληνική επικράτεια, στη συνέχεια άφθονο χρήμα έρευσε για την ανάπτυξή της, ασχέτως αν αυτό χρησιμοποιήθηκε με τρόπο από λανθασμένο έως χυδαίο – συμπεριλαμβανομένων των μεσογειακών προγραμμάτων της δεκαετίας του ’80. Ο ρόλος της Ελλάδας, εκ της θέσεώς της τουλάχιστον, είναι κρίσιμος για την Ευρώπη, σίγουρα δεν αποτελεί ούτε ουδέποτε αποτέλεσε «παρία» της και εδώ πρέπει να δούμε τα όποια διακυβεύματα των πολιτικών στρατηγικών μας και την όποια διαπραγματευτική μας ισχύ.

Δεν επιθυμούμε να επεκταθούμε εδώ σε επιχειρηματολογία υπέρ της ευρωπαϊκής ή άλλου είδους πολιτικής στρατηγικής και υπαρξιακών επιθυμιών μας. Είναι βέβαιο πως έχουμε πολλές εναλλακτικές δυνατότητες – περισσότερες δηλαδή από τις πιο πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ούτε ξεχνάμε το όραμα του Ρήγα[5], ούτε τις ιστορικές καταβολές μας – η ελληνική Σκέψη ξεκίνησε από την Ιωνία και την Κάτω Ιταλία, ο δε ελληνισμός ουδέποτε κλείστηκε σε γεωγραφικούς χώρους. Ούτε όμως και θεωρούμε προσκυνημένους και «Φαναριώτες»[6] όσους επιχειρηματολογούν για την ένταξή μας στον φυσικό γεωγραφικό χώρο της νεώτερης Ελλάδας, που είναι η Ευρώπη, που είναι επί πλέον και φιλοσοφικά θεμελιωμένη στις ελληνικές φιλοσοφικές παρακαταθήκες. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι μιλάει και ελληνικά, στον βαθμό που οι γλώσσες των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών είναι θεμελιωμένες στην αρχαία ελληνική γλώσσα, γλώσσα που οι νεώτεροι Έλληνες ομιλούν σχεδόν αναλλοίωτη. Ούτε όμως και θεωρούμε τους «Φαναριώτες» προσκυνημένους, ούτε και τον Νοταρά προδότη. Η Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε μονόπλευρα τοποθετημένη, στηρίχτηκε εν πολλοίς στον κοσμοπολιτισμό της, εξακολουθεί άλλωστε να στηρίζεται σε αυτόν. Θέλουμε απλώς να τονίσουμε πως το σημερινό πολιτικό προσωπικό που διαθέτουμε απαρτίζεται από «πολιτικούς» που είτε είναι απολύτως άσχετοι, αμόρφωτοι και απληροφόρητοι είτε έχουν όλοι ενταχθεί σε μια κεκλεισμένων των θυρών πολιτική σκέψη και πρακτική[7]. Σε αυτήν την περίπτωση είτε είναι απολύτως αντιδημοκρατικοί είτε απολύτως εξαρτώμενοι και εξαγορασμένοι.

*O Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΤΕΙ



[1] Χρησιμοποιώ επιμόνως την έκφραση «παρίας» γιατί έγκυρος πολιτικός αναλυτής με μεγάλη επιρροή επιχειρηματολογεί πως η Ελλάδα ήταν και είναι «παρίας της Ευρώπης»

[2] Ονομάστηκε Ρωμαϊκή, γιατί βεβαίως ο Νότος της Ευρώπης, η Ρώμη εν προκειμένω, υπήρξε ιστορικά ο χώρος παραγωγής πολιτισμού και πλούτου. Ο μύθος περί πλούσιου Βορρά αναφέρεται μόνο στην περίοδο μετά το 1960!

[3] Επανέρχομαι στη προηγούμενη παράγραφό μου: «Η Ευρώπη έμελλε να περιοριστεί στα γεωγραφικά της σύνορα και να αναπτυχθεί μέσα σε αυτά – δεν είναι εδώ ο χώρος περαιτέρω σχολιασμού του κρίσιμου αυτού ζητήματος.

[4] «Πως διάολο χρεοκόπησε η Ισπανία;», Γ.Βαρουφάκης, περιοδικό HOT DOC, Ιούνιος 2012

[5] «Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα», Γ. Καραμπελιάς, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2011

[6] «Ο Ελληνισμός στο σταυροδρόμι», Γ. Καραμπελιάς, Άρδην-Ρήξη, Μάιος 2012, διαδίκτυο

[7] Μην ξεχνάμε και το τραγικό, που μας αρέσει κιόλας, που είχε ανερυθριάστως και αυτοκολακευόμενος ξεστομίσει ο «εθνάρχης» Καραμανλής: «Στην πολιτική λέγονται πράγματα που δεν γίνονται και γίνονται πράγματα που δεν λέγονται»!

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.