16/12/2018 07:16:48
6.3.2010

Άρης Λεμπεσόπουλος

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Μέχρι να τελειώσει αυτή η κουβέντα, το στερεότυπο προφίλ ενός εσωστρεφούς, συγκρατημένου τύπου που αναλαμβάνει συνήθως ανάλογους ρόλους, έχει ανακρούσει... πρύμναν. Όχι όμως και εντελώς. Γιατί ο Άρης Λεμπεσόπουλος εξομολογείται τις πιο σκληρές του εμπειρίες ή ξεδιπλώνει τις πιο αιχμηρές του απόψεις ανοιχτά, χωρίς ωστόσο να επιτρέψει στα ντεσιμπέλ της φωνής του να αποσπάσουν την προσοχή κανενός άλλου απ’ όσους πίνουν χαλαρά τον καφέ τους αυτό το ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό. Να και μια άλλη παραδοξότητα. Ο ελληνικός χειμώνας μπορεί να ’ναι ηλιόλουστος και υψηλών θερμοκρασιών. Αλλά όσο κι αν ορκιζόταν ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ότι η Ελλάδα θα αποκτήσει κάτι από τη σκανδιναβική αίγλη, η Νορβηγία τουλάχιστον παραμένει ένα πολύ μακρινό ενδεχόμενο. Πώς λοιπόν ένας νορβηγός σκηνοθέτης, σαν τον ΄Ειρικ Στούμπε, μπορεί να μεταλαμπαδεύσει σε έναν μεσογειακό θίασο την έννοια της θάλασσας στον Ίψεν; Ο ηθοποιός που είναι ο γιατρός Βάνγκελ στην «Κυρία από τη θάλασσα», στην παράσταση δηλαδή του Εθνικού, μας το εξηγεί κι αυτό, αλλά και άλλα πολλά που αφορούν την απόσταση της ελληνικής νοοτροπίας και πραγματικότητας από τη σκανδιναβική τάξη.

Καπνίζετε;

Α.Λ.: Λίγο καπνό τον θέλω. Είμαι και κρυφονευρικός άνθρωπος. Πρέπει να ’χω μια καταστολή!

Και καφέ;

Α.Λ.: Παλιά πήγαινα καθημερινά να πιω καφέ. Τα τελευταία χρόνια βγήκα στο εξωτερικό και κατάλαβα. Είναι δυνατόν να ’χει στη Λαμπρινή 3,5 ευρώ και στο Μόντε Κάρλο 1,30; Έκτοτε σταμάτησα. Αλλά η αίσθηση ενός πρωινού σε καφέ, όταν όλοι οι άλλοι δουλεύουν, έχει ενδιαφέρον.

Δεν σκέφτεστε με τι ασχολούνται όλοι όσοι κάθονται για καφέ σε ώρες δουλειάς;

Α.Λ.: Ξέρω ότι είμαστε στην Ελλάδα όπου επικρατεί κάτι άναρχο.

Κατά τα οικονομικά φαινόμενα, έληξε η πολυτέλεια του άναρχου.

Α.Λ.: Εγώ, πάλι, έχω την εντύπωση ότι τα Σαββατοκύριακα και τα τριήμερα οι Αράχωβες γεμίζουν. Φαίνεται ότι μερικοί έχουν ακόμα τον τρόπο τους. Κι αν πληγούν οι κατώτερες τάξεις, «εντάξει, μωρέ, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι».

Στις συνεντεύξεις σας έχετε πάντα αιχμηρή άποψη που την εκφράζετε ανοιχτά. Στο θέατρο όμως υποδύεστε συχνότερα εσωστρεφείς, συγκρατημένους τύπους. Αυτό είναι και το προφίλ σας;

Α.Λ.: Δυστυχώς, γιατί συνήθως στο χώρο μας σε χρησιμοποιούν γι’ αυτό που φαίνεται ότι είσαι. Προσπάθησα δυο-τρεις φορές να κάνω την έκπληξη στον εαυτό μου, αλλά δεν είχε συνέχεια.

Στην κωμωδία αναφέρεστε;

Α.Λ.: Όχι. Μακάρι να ’χα γεννηθεί κωμικός. Αλλά δεν γεννήθηκα κωμικός, ούτε καν ως όψη. Δυστυχώς. Γιατί η κωμωδία δουλεύει παντού. Φαίνεται ότι ο μέσος θεατής την έχει ανάγκη και μάλιστα στην υπερβολή της. Γενικά σ’ αυτή τη χώρα δουλεύει η υπερβολή.

Είστε αιχμηρός;

Α.Λ.: Δεν ξέρω καν αν είμαι απόλυτα ειλικρινής, γιατί για να πεις τα πράγματα έτσι ακριβώς όπως είναι, θέλεις «πλάτη». Αλλιώς, κάνε κράτει. Γιατί δεν πρέπει να «ενοχλείς».

Η πρόσφατη γέννηση των παιδιών σας δεν «γλύκανε» τις οξύτητες;

Α.Λ.: Συνειδητοποιώ σιγά σιγά μια τέτοια μετατόπιση. Αν και αυτή η δουλειά έχει τη ματαιοδοξία του «φαίνεσθαι», εγώ από ένστικτο δεν έχω ρωτήσει ποτέ «πώς σου φάνηκε;». Ευτυχώς, τα παιδιά βοηθούν να απαγκιστρωθείς τελείως από αυτό. Είναι θλιβερό κι αδιέξοδο να μείνεις εφ’ όρου ζωής στο «πώς σου φάνηκε;». Άλλωστε, η φύση αυτής της δουλειάς εμπεριέχει την «ανισορροπία».

Γιατί;

Α.Λ.: Τη μια θα σου φέρει το καλό, την άλλη το μέτριο. Δεν μπορεί να σου φέρνει συνέχεια καλά. Θα ήταν ύποπτο. Θα σήμαινε ότι έχεις εφεύρει τρόπους να κολακεύεις το κοινό. Τη ματαιοδοξία βέβαια την κατανοώ. Θέλουμε να αρέσουμε. Αλλά δεν γίνεται πάντα και μάλιστα σε μια ομαδική δουλειά. Το θέατρο είναι μπάλα. Δεν μπορείς να παίζεις μόνος σου.

Πολύ περισσότερο στον Ίψεν, που σε πολύ αδρές γραμμές είναι...

Α.Λ.: Βαρύς κι ασήκωτος; Εγώ ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από τη διάθεση αυτού του απίστευτα ευγενή σκηνοθέτη, του Στούμπε, που μας ζήτησε να ξεχάσουμε ό,τι μπορεί να σημαίνει Ίψεν. Ο Στούμπε έχει μια τρυφερή, «τσεχοφική» αντιμετώπιση του έργου.

Κι ας είναι ο ίδιος Νορβηγός, συμπατριώτης δηλαδή του Ίψεν;

Α.Λ.: Κι όμως, έχει απενοχοποιηθεί πλήρως από αυτό το βάρος. Ήταν μάλιστα και για τον ίδιο ένα πείραμα, πώς αντιμετωπίζει το «δικό του» κείμενο ένας λαός με μία άλλη εξωστρέφεια. Όταν τον άκουγα να διαβάζει, στα νορβηγικά αποσπάσματα του έργου, σκεφτόμουν «κοίταξε να δεις, πόσο υπόγειος είναι ο Ίψεν στη γλώσσα τους». Για μας το «υπόγειο» είναι αλλιώς.

Στη συνεργασία σας δεν υπήρχε το φράγμα της γλώσσας;

Α.Λ.: Ίσως σε εκείνον να λείπει η μουσικότητα της γλώσσας. Εγώ, πάλι, σ’ αυτή τη δεύτερη εμπειρία μου με ξένο σκηνοθέτη –έχει προηγηθεί ο Μιλιβόγεβιτς– σκέφτομαι ότι έχω μια περίεργη ελευθερία.

Τελικά, ποιος προσαρμόζεται στην ψυχοσύνθεση του άλλου; Ο θίασός σας ή ο σκηνοθέτης;

Α.Λ.: Μάλλον είναι αμοιβαίο. Κι εκείνος προσαρμόστηκε, αλλά και ο κάθε ηθοποιός γοητευμένος απ’ αυτόν τον άνθρωπο ακολούθησε υποσυνείδητα ή συνειδητά το δρόμο που θα ήθελε εκείνος. Η συνάντησή μας ήταν ευτυχής, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα που είναι υποκειμενικό για τον θεατή. Το «θ’ αρέσει, δεν θ’ αρέσει» είναι άλλο θέμα. Άλλωστε, είναι ύποπτο μια παράσταση ν’ αρέσει σε όλους. Κι εξίσου ύποπτο να μην αρέσει σε κανένα.

Δεν μου δίνετε την εντύπωση ότι τρέξατε πίσω από τους ρόλους. Κι όμως, οι ρόλοι έτρεξαν πίσω σας.

Α.Λ.: Δεν ξέρω ποιοι ρόλοι έτρεξαν. Αλλά πράγματι, δεν έτρεξα πίσω από κανένα ρόλο. Κακώς; Μπορεί. Κατάλαβα όμως ότι έτσι είναι η ιδιοσυγκρασία μου. Δεν μπορώ να γίνω άλογο κούρσας. Δεν μπορώ και ούτε και θέλω να παίξω όλο το ρεπερτόριο. Γιατί να το κάνω; Στην υστεροφημία δεν πιστεύω. Δεν φτιάχνονται πια μύθοι. Η δεκαετία του ’50 και του ’60, όταν κατασκευάζονταν μύθοι, γιατί η εποχή ήταν διαφορετική, έχει περάσει. Τώρα πια βγαίνουν εκατοντάδες ηθοποιοί.

Κι όμως, έχετε τουλάχιστον ένα «μυθικό» περιστατικό στη ζωή σας. Όταν σας έχρισε ο Χορν διάδοχό του!

Α.Λ.: Κι έκτοτε το πλήρωσα πάρα πολύ. Ακόμα πληρώνω αυτό το «γιατί αυτός;» και το «θα τιμωρηθείς, όσο κρατάει η αύρα αυτού του πράγματος». Κι όμως, ούτε εκμεταλλεύτηκα ό,τι είπε ο Χορν, ούτε τον ξανάδα ούτε ζήτησα τίποτα. Δεν πάτησα ποτέ πάνω στα δυο-τρία σπουδαία πράγματα που μου έτυχαν στη ζωή μου. Κι έτσι είμαι ήρεμος με τον εαυτό μου.

Ωστόσο, γιατί τιμωρηθήκατε;

Α.Λ.: Γιατί στην Ελλάδα έχει τίμημα αν δεν μπεις από πολύ νωρίς αυλικός σε μια οποιαδήποτε θεατρική «οικογένεια» και, αντίθετα, προτιμήσεις να πας μόνος σου, επειδή δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Κι αυτό το τίμημα θα το πληρώνεις. Μόνο αν πεις στα εβδομήντα σου «κουράστηκα», θα πουν «αφήστε τον». Κάποιοι κατευθύνουν τα πράγματα. Κάποιοι προαποφασίζουν για το τι θα παίζεται. Και ισχύει το «αυτός είναι δικός μας».

Κι όταν δεν είσαι «δικός μας»;

Α.Λ.: Τότε περιμένεις, αλλά όχι και πολλά πράγματα. Εγώ, με δυο παιδιά, έχω ένα πεντάμηνο συμβόλαιο με το Εθνικό, το οποίο λήγει στις 15 Μαΐου. Μετά δεν ξέρω... Άλλοι έχουν φτιάξει ήδη το καλοκαιρινό τους πρόγραμμα. Κάτι που επίσης δεν μπόρεσα ποτέ να κάνω ήταν να ηγηθώ. Για να το κάνεις θέλεις ένα παραγωγό, ανθρώπους από το σινάφι να σε υποστηρίζουν και δημοσιογράφους, γιατί χωρίς τον Τύπο δεν πας πουθενά.

Είχα την εντύπωση ότι το δημοσιογραφικό σινάφι σας συμπαθεί.

Α.Λ.: Δεν το κατάλαβα ποτέ.

Ούτε να σας αντιμετωπίζουν με σεβασμό έχετε αισθανθεί;

Α.Λ.: Δεν ξέρω. Ήμουν πάντα ό,τι είμαι. Έπαιξα κάποια πράγματα κακά, μέτρια, ίσως και καλά. Δεν έκανα καμία άλλη προσπάθεια. Ούτε και στο λεγόμενο «θέατρο ρεπερτορίου», όπου έχω συνειδητοποιήσει ότι η «πόρτα» μετράει πολύ, το «ποιος είσαι». Είναι ψέμα όταν λέει κάποιος «εμένα δεν με ενδιαφέρει η πόρτα μου, ούτε το ταμείο μου». Ενδιαφέρει πολύ κι ακόμα περισσότερο τα εμπορικά θέατρα. Γιατί εκεί ισχύει ξεκάθαρα το «τι πουλάς για να σε πάρουμε».

Δεν κάνετε όνειρα για τη δουλειά σας;

Α.Λ.: Θα ’θελα να παίξω δυο-τρία πράγματα. Να ξαναπαίξω λ.χ. έναν Τσέχοφ. Αλλά δεν ήμουν ποτέ μανιακός. Υπάρχουν άλλοι που ζουν μόνο γι’ αυτό. Εγώ δεν μπορώ να σκέφτομαι ότι όλος ο ελληνικός πληθυσμός ασχολείται μ’ εμάς. Στη Νέα Ιωνία που μένω, τα πρωινά δεν ακούω τον κόσμο να μιλάει για τον Ίψεν ή την τάδε ερμηνεία.

Ο κόσμος ασχολείται όμως με την πολιτική. Εσείς;

Α.Λ.: Πιστεύω ότι όλα τα κόμματα έχουν κάποιες καλές μονάδες. Αλλά... πού να δείτε τι γίνεται απ’ έξω από το Εθνικό. Σε κάθε γωνία διακίνηση ναρκωτικών. Γύρω στις 3-3.30 γίνεται η προμήθεια και σε όλη την περίμετρο τραβάνε ενέσεις. Είναι σοκαριστικό. Μια μέρα είδα μάλιστα τον σεκιουριτά του Εθνικού να σφυρίζει για να φύγουν τα πρεζόνια. Σε ποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα συμβαίνει αυτό; Τι κάνει η πολιτεία; Χέστηκε για την κατάσταση. Αν είχαν κερδίσει οι Γερμανοί τον πόλεμο κι είχαν μείνει λίγο παραπάνω στην Ελλάδα, η Αθήνα θα ήταν από τις ωραιότερες πρωτεύουσες και οι Γερμανοί θα είχαν αποχωρήσει. Ενώ τώρα ξανάρχονται...

Τώρα θα σας πουν και αντιδραστικό.

Α.Λ.: Μα δεν λέω ότι οι Γερμανοί δεν ήταν βάρβαροι κατακτητές. Αλλά εμείς κάναμε την Αθήνα έτσι που την κάναμε.

Βλέπετε πουθενά ελπίδα;

Α.Λ.: Τι να πω; Ποια ποιότητα ζωής, ποιος ποδηλατόδρομος, ποιο πράσινο και ποια «Δανία του Νότου»; Για να γίνει αυτό πρέπει να αλλάξει ο πληθυσμός. Να έρθουν οι Δανοί εδώ και να πάμε εμείς εκεί.

Μου φαίνεται ότι έχετε κάτι το εξωκοινοβουλευτικό σαν χαρακτήρας.

Α.Λ.: Εξωκοινοβουλευτικό; Πλάκα έχει αυτό! Καμιά φορά σκέφτομαι ότι όπως κι αν παίξω έναν ρόλο δεν έχει πλέον καμία σημασία. Σ’ αυτό τον τόπο πρόσωπα και πράγματα «σφραγίζονται» εξαρχής. Λένε, λ.χ., «αυτός είναι περίεργος ή τρελός» ή και «καλό παιδί». Ε, λοιπόν, σ’ αυτή τη δουλειά τα καλά παιδιά ήταν πάντα τα πιο ύποπτα: Με την αγωνία της επιβίωσης και την ανασφάλεια της δουλειάς, αυτό σημαίνει ότι κάνεις προσπάθεια να είσαι ευγενικός και καλός. Εκτός κι αν έχεις λύσει το θέμα της επιβίωσής σου. Εγώ δεν το έχω λύσει, ούτε το είχα ποτέ λυμένο. Ακόμα στο ενοίκιο μένω.

Η ταμπέλα σας λέει «περίεργος»;

Α.Λ.: Το ακούω ακόμα και τώρα. Είμαι ένας άνθρωπος που έκανε τις συγκρούσεις του. Έχω μαλώσει, θυμώσει, φωνάξει και βριστεί. Αλλά όλα αυτά τα ’χω κάνει γιατί έτσι έπρεπε. Από τη στιγμή που είσαι εκτεθειμένος, είσαι γυμνός. Εγώ δεν μπορούσα να πάω με τον σταυρό στο χέρι, για να είμαι συμπαθής και αγαπητός στα «κέντρα αποφάσεων».

Ποια είναι τα «κέντρα αποφάσεων»;

Α.Λ.: Αυτή τη στιγμή τι υπάρχει; Ελληνική Θεαμάτων, Εθνικό. Πάμε παρακάτω: Βογιατζής, Αντύπας, Θεοδωρόπουλος. Τι άλλο; Υπάρχουν και κάποια άλλα θεατράκια που κινούνται πολύ οικογενειακά. Λοιπόν; Η Ελληνική Θεαμάτων έχει τα μισά θέατρα. Εκεί πήγα και μου είπαν «άμα δεν πάμε καλά, θα σου δώσουμε τον βασικό». Ε, όχι. Δεν είπα ότι είμαι καλύτερος, αλλά δεν μετράει από το 1984 η δουλειά μου; Ε, λοιπόν, δεν θέλω τον βασικό. Καλύτερα να πάω να παίξω λαϊκό λαχείο. Αλλά αν δεν είσαι στο Εθνικό, στον Αντύπα, στον Θεοδωρόπουλο, τι μένει; Η ΕΛΘΕΑ που σου λέει «άμα θέλεις. Άμα δεν θέλεις, πήγαινε παρακάτω». Άντε να τα πάρει όλα τα θέατρα, να σε έχει υπάλληλο. Εγώ καλύτερα να βρω μια άλλη δουλειά, αν μπορώ – που δεν μπορώ. Ύστερα, είναι και τα κεντρικά θέατρα των Αθηνών, που εκεί έχει την καλλιτεχνική διεύθυνση ο κύριος Λαζόπουλος. Πού πας; Και δυστυχώς λείπουν και οι γυναίκες πρωταγωνίστριες. Διότι παλαιότερα υπήρχε μια γυναίκα πρωταγωνίστρια και την πλαισίωναν άνδρες. Τώρα είναι άνδρες πρωταγωνιστές, οι οποίοι πλαισιώνονται από γυναίκες ή από κάποιους άνδρες. Αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα.

Και στην τηλεόραση τι ισχύει;

Α.Λ.: Στα τηλεοπτικά μαγαζιά το «τι και ποιος θα πουλήσει» προαποφασίζεται από τους διαφημιστές. Λένε: «Ο τάδε και ο δείνα θα πουλήσουν, θα πληρώσουμε αυτούς και οι υπόλοιποι θα πάρετε ό,τι περισσέψει». Τόσο κυνικά. Γι’ αυτό κι εγώ χαίρομαι όταν «αυτό που πουλάει» δεν πουλάει.

Δεν μου φαίνεται ότι είστε απ’ όσους «δεν πουλάνε».

Α.Λ.: Κι όμως, μου τέθηκε ανοιχτά: «Ξέρεις, αυτός πουλάει, ενώ εσύ δεν πουλάς». Κι αυτή η λογική είναι ύποπτη και προαποφασισμένη. Πουλάει όποιος «θέλουμε να πουλήσει». Κι αυτό το αποφασίζει οποιοσδήποτε επίγειος «θεός» της οδού Πανεπιστημίου, Σατωβριάνδου ή Βασιλίσσης Σοφίας.

Έτσι ήταν το τοπίο κι όταν ξεκινούσατε;

Α.Λ.: Ποτέ δεν ήταν εύκολη ιστορία. Απλώς, πριν μια δεκαετία έβγαιναν 800 νέοι ηθοποιοί το χρόνο, ενώ τώρα βγαίνουν διπλάσιοι. Συνήθως όλες οι δουλειές βασίζονται στους νέους. Όχι γιατί είναι απαραιτήτως καλύτεροι, αν και μπορεί να είναι, αλλά γιατί ένας νέος ηθοποιός είναι πιο δημιουργικός, πιο «θρασύς», πιο φιλόδοξος και πιο αθώος. Και επιπλέον δεν κοστίζει. Είναι σκληρός αυτός ο τόπος. Είδατε; Ξανάγινα αιχμηρός. Σκέφτομαι όμως ότι αν κάποιοι σ’ αγαπάνε σ’ αυτή τη δουλειά, είναι γιατί σε «πήγαν» μέχρι τέλους για αυτό που είσαι.

Δεν κάνετε παρέα με άλλους ηθοποιούς;

Α.Λ.: Με ελάχιστους. Και σε περιόδους που έκανα με περισσότερους κουραζόμουν, γιατί επί 25 ώρες το 24ωρο αναμοχλεύαμε την «ενδοοικογενειακή» κατάσταση, θεωρώντας πως ό,τι κάνουμε είναι φοβερά σημαντικό. Ε, λοιπόν, άσε τους άλλους να αποφασίσουν αν πράγματι είναι σημαντικό. Κι αν εσύ θεωρείς τον εαυτό σου «ιερό τέρας», εγώ δεν είμαι. Προτιμώ να μείνω τέρας!

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.