14/11/2018 12:25:20
24.7.2012

Ούγκο ντε Άνα: «Η όπερα δεν πρόκειται να πεθάνει»

Ούγκο ντε Άνα: «Η όπερα δεν πρόκειται να πεθάνει» - Media

Συνέντευξη στον Γιάννη Σβώλο

Την ερχόμενη Πέμπτη, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει στο Ηρώδειο την «Τόσκα». Το ανέβασμα της δημοφιλούς όπερας - θρίλερ του Πουτσίνι υπογράφει ο διάσημος Αργεντινός σκηνοθέτης Ούγκο ντε Άνα στην πρώτη του δουλειά στην Ελλάδα. Γεννημένος στο Μπουένος Άιρες, ο Ντε Άνα ξεκίνησε ως πανεπιστημιακός καθηγητής εικαστικών τεχνών, σκηνογραφίας και ενδυματολογίας στον κινηματογράφο και το θέατρο. Αρχικά σκηνοθέτησε παραστάσεις στη Λατινική Αμερική. Από το 1990 δραστηριοποιείται κυρίως στην Ιταλία και την κεντρική Ευρώπη, ενώ πρόσφατα υπέγραψε παραγωγές σε Ιαπωνία και Κίνα. Έχει πραγματοποιήσει περίπου 60 παραγωγές, κυρίως έργων ιταλικού ρεπερτορίου, και έχει επανειλημμένα βραβευθεί. Τον συναντήσαμε στη διάρκεια δοκιμών και μας μίλησε για το στίγμα της δουλειάς του και την όπερα

 

Πόσο σημαντική θεωρείτε τη σκηνογραφία στην όπερα;

Η σκηνογραφία είναι ένα συμπλήρωμα της σκηνικής δράσης, της δραματικής πράξης. Είναι σαν ένα ακόμη πρόσωπο! Το θέατρο έχει περάσει αναρίθμητες μεταμορφώσεις. Σήμερα θεωρούμε δεδομένο ότι η σκηνογραφία υπηρετεί τη δραματουργία. Από το ’70 και μετά η τέχνη ζει αλλεπάλληλες επαναστάσεις. Υπάρχει ένα είδος γενικής αλλη­λεπίδρασης ανάμεσα στις τέχνες. Βλέπουμε μία περφόρμανς με σημαντικά στοιχεία θεάτρου αλλά και μία παράσταση όπερας με στοιχεία περφόρμανς. Η σύγχρονη τε­χνολογία χρησιμοποιείται σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης και, βεβαίως, το θέατρο δεν αποτελεί εξαίρεση. Πολλοί σήμερα, όταν παρακολουθούν κάτι που αντιβαίνει στη μου­σική και στη σκηνική δράση, το εκλαμβάνουν ως μοντέρνο. Όμως όλα αυτά ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα, με την επανάσταση στο αμερικανικό θέατρο της δεκαετίας του ’60, τα πρώτα χάπενινγκ και τις περφόρμανς των χίπις.

 

Σήμερα συνηθίζεται να εκσυγχρονίζεται η δράση κάθε όπερας. Πόσο σημαντική θεωρείτε την ιστορική ακρίβεια στο σκηνικό και στα κοστούμια;

Στο λονδρέζικο Όλντ Βικ είχαν ανεβάσει «Μάκβεθ» με ναζιστικά κοστούμια ήδη από τη δεκαετία του ’30 ενώ η πρώτη φορά που κάποιος μετέφερε τη δράση μιας όπερας σε άλλη εποχή, προκαλώντας πραγματική επανάσταση, ήταν στην Αργεντινή το 1950! Ήταν μια «Τόσκα» στην οποία ο Σκάρπια εμφανιζόταν ως Μουσολίνι! Συνεπώς, το να σκηνοθετήσεις σήμερα «Τόσκα» σε περιβάλλον φασιστικού καθεστώτος είναι πλέον τόσο παλιομοδίτικο όσο το να την παρουσιάσεις στην εποχή της, δηλαδή στο 1800! Για μένα, δεν υφίσταται διαχωρισμός μοντέρνου, παλιού ή μελλοντικού: θεωρώ ουσιώδες το να σέβεσαι τη μουσική και την έννοια του δράματος, να κατορθώνεις να αντλείς ερμηνείες που καθιστούν πειστική τη δραματική, μουσική και ψυχολογική διάσταση του έργου. Όταν ρώτησαν κάποτε τον Μπέργκμαν ποια όπερα θα διάλεγε να σκηνο­θετήσει, απάντησε ότι προτιμούσε την «Τόσκα» διότι ήταν η πιο θεατρική· μάλιστα, σκεφτόταν να τη γυρίσει ταινία! Πρέπει να γνωρίζουμε και να κατανοούμε όλα όσα έχουν προηγηθεί και να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τι καλό και τι κακό υπάρχει στη θεατρική παράδοση. Ο σκηνοθέτης δεν επιτρέπεται να συμπεριφέρεται ως αντάρτης που καταστρέφει τα ανάγλυφα του Παρθενώνα: οφείλει να σέβεται τον δημιουργό. Κάθε όπερα έχει κάτι σημαντικό να μεταδώσει. Έχω κάνει αρκετές φορές «Τόσκα» και πάντα σεβόμουν την ιστορική στιγμή όπου ο Σαρντού και ο Πουτσίνι τοποθετούν τη δράση. Όσοι θα ήθελαν να δουν μια Φλόρια Τόσκα μοντέρνα –ως Αρειανή ή εξωγήινη – α αναζητήσουν άλλους σκηνοθέτες!

 

Ποιο θα είναι το σκηνικό στίγμα της «Τόσκα» στο Ηρώδειο;

Στην όπερα αυτή δεσπόζει η συμβολική παρουσία της εξουσίας, που βρίσκεται πάνω από τον έρωτα και τη φλόγα ελευθερίας που θερμαίνει τις καρδιές των πρωταγωνιστών: της τραγουδίστριας Φλόριας Τόσκα και του ζωγράφου Μάριο Καβαραντόσι. Στο Ηρώδειο χρησιμοποιώ ένα μεγάλο συμβολικό στοιχείο που λειτουργεί ως άξονας της οπτικής δραματουργίας, αλλά διαθέτει ανοιχτή ερμηνεία: δεν συμβολίζει αποκλειστι­κά την εξουσία της Εκκλησίας ή το βάρος της θρησκευτικότητας στην ψυχολογία της Τόσκα, ούτε αντιπροσωπεύει στενά την ίδια την Εκκλησία. Είχα επίσης να αντιμετωπί­σω το πρόβλημα της δράσης σε κλειστούς χώρους, πολύ συγκεκριμένους, ιστορικούς χώρους της πραγματικής Ρώμης του 19ου αιώνα: την εκκλησία του Σαντ’ Αντρέα ντελλά Βάλε, το στρατηγείο του Σκάρπια στο Παλάτσο Φαρνέζε. Γι’ αυτά χρησιμοποιώ βιντεοπροβολές.

 

Κορεσμένα χρώματα, φορτισμένες εικόνες, έντονα θεατρικοί φωτισμοί. Ποια είναι η σχέση σας με το μπαρόκ;

Οι εικόνες που χρησιμοποιώ στην «Τόσκα» – και παραδέχομαι ότι ρέπουν κυριολεκτικά προς το μπαρόκ αφού στη Ρώμη κυριαρχεί το ιστορικό μπαρόκ! – είναι αρκετά συγκεχυμένες. Αναδεικνύουν την αγωνία, τη βιασύνη, τον υπαρξιακό χρονισμό που βιώνουν τα πρόσωπα, ζώντας σε έναν κόσμο σε κατάσταση πολέμου. Η υπόθεση ξεκινά κάποιο πρωί και τελειώνει τα χαράματα της επόμενης μέρας. Πρόκειται για ένα αληθοφανές θρίλερ! Είναι σημαντικό να νιώσει ο θεατής την αγωνία, την πίεση της βιαστικής πορείας μόλις τεσσάρων ωρών μέσα στις οποίες τελειώνει η ζωή ενός ανθρώπου! Γι’ αυτό οι πρωταγωνιστές ζουν πολύ έντονα και παθιασμένα: όχι μόνο η Τόσκα και ο Καβαραντόσι, αλλά και ο Σκάρπια, αυτός ο άνθρωπος - τέρας.

 

Πώς αποφεύγετε την επανάληψη;

Κάθε φορά, ενώ ξεκινώ να σκηνοθετήσω «Τόσκα» χαλαρός και ήρεμος, στη συνέχεια συσσωρεύεται μέσα μου ένταση διότι πρόκειται για μια δυσκολότατη όπερα. Έχει ανα­ρίθμητες λεπτομέρειες και αποχρώσεις εγγεγραμμένες στη μουσική και στο λιμπρέτο, που, αν θελήσεις να τις αναπαραγάγεις πιστά, δεν πρόκειται να τελειώσεις ποτέ. Πι­στεύω ότι πρέπει διαρκώς να ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο στη μουσική. Ο μονα­δικός τρόπος να παρασύρεις το κοινό να ακούσει τις γνωστές όπερες ως καινούργια, σύγχρονα έργα είναι να ανασκάπτεις κάθε μικρή λεπτομέρεια και να την αξιοποιείς.

 

Ποιο είναι το μέλλον της όπερας;

Δεν γνωρίζω, αλλά δεν πιστεύω ότι η όπερα πρόκειται να πεθάνει ή να μετατραπεί σε μουσειακό είδος. Άλλωστε και το μουσείο είναι ένας ωραίος τόπος: το δικό σας Μουσείο της Ακρόπολης είναι ένας θαυμάσιος αποθέτης θησαυρών! Ο συνδυασμός κινηματογράφου και όπερας, που αναπτύσσεται τώρα μέσω παγκοσμιοποιημένων δικτύων, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό να παρακολουθείς μια παράσταση της ΜΕΤ μέσα στο θέατρο ζωντανά, σε πραγματικό χρόνο, και άλλο σε αναμετάδοση μέσω Διαδικτύου κάπου αλλού. Αμφιβάλλω τελείως ότι η όπερα θα επιβιώσει στηριζόμενη σε αυτό. Πρόκειται απλώς για έναν ακόμη τρόπο να βγάλουν κάποιοι – παραγωγοί, λυρικά θέατρα, διαχειριστές δικτύων κ.λπ. – λεφτά.

 

Έχετε σκηνοθετήσει παραστάσεις όπερας σ το Τόκιο και πρόσφατα στο Πεκίνο. Υπάρχει μέλλον για την όπερα στην Άπω Ανατολή;

Η όπερα είναι η πιο ακριβή τέχνη. Στην Κίνα υπάρχει πολύ χρήμα, όμως η διαφορετική ευαισθησία συνιστά πρόβλημα. Βεβαίως, και εκεί υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν αφομοιώσει σε βάθος τη δυτική μουσική. Γενικά, η κατάσταση είναι τελείως διαφορε­τική και ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρουσα. Το κτήριο του θεάτρου ήταν εκπληκτικό και δουλέψαμε απερίσπαστα, με απίστευτη ένταση και συγκέντρωση. Επίσης νιώθεις την ακόρεστη περιέργεια που έχουν για την όπερα: στην παράσταση υπήρξε απίστευτη συρροή νέων ανθρώπων, ενώ πολλοί ηλικιωμένοι έφερναν μαζί τους παιδιά: το αντί­θετο ακριβώς απ’ ό,τι στη Δύση. Στο Τμήμα Σκηνογραφίας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πεκίνου, όπου με κάλεσαν να δώσω διάλεξη, σπούδαζαν περί τα 200 άτομα! Και ενώ εγώ τούς συμβούλευα να μη χάσουν τον δικό τους πολιτισμό, αυτοί αποδείχτηκε πως ήσαν πολύ καλά ενημερωμένοι για οτιδήποτε συνέβαινε στην όπερα στη Δύση! Μόνο στο κοστούμι δυσκολεύονταν να τα σπάσουν με την παράδοση. Εκεί δεν υπήρχε μέσος δρόμος: είτε έκαναν πράγματα απολύτως παραδοσιακά είτε παρήγαγαν αντί­γραφα της… Lady Gaga. Έχουν μια ακατάβλητη θέληση να κάνουν πράγματα, που τρομάζει! Κάποιοι πιστεύουν ότι ίσως η Ευρώπη έχει πεθάνει, αλλά αυτό δεν προέρχε­ται από την οικονομική κρίση. Εγώ δυσκολεύομαι να βρω στην Ευρώπη ολόκληρη 80 ανθρώπους που να θέλουν να δουλέψουν με τέτοιο πάθος. Ίσως, πάλι, στην Κίνα να είναι υπερβολικά πολλοί…

 

Έρχεστε από μια χώρα που, όπως η δική μας, έχει περάσει δύσκολα στα μεταπολεμι­κά χρόνια. Ποια είναι η άποψή σας για τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα;

Όσα συνέβαιναν με τους στρατιωτικούς στην Αργεντινή και στην Ελλάδα την ίδια εποχή ήσαν αρκετά παρόμοια. Σε εμάς οι στρατιωτικοί δεν επενέβαιναν ιδιαίτερα στην τέχνη, όμως απαγόρευαν και κατεδίωκαν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που ήξε­ραν ότι θα εξόργιζαν την Καθολική Εκκλησία: έτσι επέτρεψαν την προβολή της ται­νίας «Ζ» του Γαβρά, αλλά κάλυψαν αυτούς που πυρπόλησαν το θέατρο όπου θα παρουσιαζόταν το μιούζικαλ «Jesus Christ Superstar»… Σήμερα, όσοι αναμειγνύονται με την πολιτική ανά τον κόσμο – Αμερική, Ελλάδα, Αργεντινή – είναι απαίσιοι: αντί να αγωνίζονται να ανακουφίσουν χώρες και ανθρώπους που υποφέρουν, νοιάζονται μόνο για το χρήμα και το στομάχι τους! Η πολιτική βρομάει! Οι πολιτικοί έχουν απολέσει πλήρως την πειστικότητά τους. Η Άνγκελα Μέρκελ είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση. Όταν ήμαστε νέοι, ήμαστε όλοι κομμουνιστές. Σήμερα οι κομμουνιστές είναι απλώς ρομαντικοί. Δεν θα ήθελα να πω περισσότερα...

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.