04/08/2020 05:36:29
13.6.2020 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2129 στις 11-6-2020

Η κατάληψη της Ακρόπολης (9 Ιουνίου 1822)

Η κατάληψη της Ακρόπολης (9 Ιουνίου 1822) - Media

 

Βρισκόμαστε στο δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822), η οποία κινδύνευε σοβαρά από τις στρατιές του Δράμαλη αλλά και από τους χειρισμούς του Αρείου Πάγου που είχαν επιδεινώσει την κατάσταση σε σημείο εκρηκτικό. Στη Βοιωτία και γενικότερα στη βορειανατολική Στερεά η αντίσταση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Συγκεκριμένα, ο Δράμαλης, ξεκινώντας από τη Μακεδονία, πέρασε με μια πανίσχυρη στρατιά 40.000 Τούρκων προς τη Ρούμελη και τον Μοριά, έτοιμος να καταπνίξει την Επανάσταση. Τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Ανδρούτσο και τον Νικηταρά να συγκροτήσουν μιαν αμυντική γραμμή προκειμένου να καθυστερήσουν την κάθοδο του Δράμαλη μέχρις ότου καταληφθεί η Ακρόπολη των Αθηνών. Στο μεταξύ, όλη αυτή την προσπάθεια υπονόμευε ο Άρειος Πάγος, ο όποιος έστελνε ραβασάκια στον Νικηταρά να δολοφονήσει τον Ανδρούτσο και αντίστοιχα στον Ανδρούτσο να δολοφονήσει τον Νικηταρά… Ευτυχώς, οι δυο άντρες απεκάλυψαν ο ένας στον άλλον αυτά τα αισχρά μηνύματα. 


Σε ολόκληρη την ανατολική Στερεά υπήρχε μόνο το στρατόπεδο της Αττικής που πολιορκούσε την Ακρόπολη από τις αρχές Νοεμβρίου. Εκείνη την εποχή η Αθήνα ήταν μια πόλη που περιστοιχιζόταν από τείχος και μεγάλο κάστρο. Κατοικείτο από περίπου 12.000 χριστιανούς και 400 τουρκικές οικογένειες. Τους πρώτους μήνες του 1822 η πολιορκία της Αθήνας είχε γίνει πιο πιεστική με τη βοήθεια που έφτασε από διάφορα χωριά της Αττικής αλλά και από τα Επτάνησα και τις Κυκλάδες. Τέλος Φεβρουαρίου έφτασε στην Αθήνα ο Γάλλος φιλέλληνας Λιβιέρ Βουτιέ, ο οποίος ζήτησε οδηγίες από το υπουργείο Πολέμου προκειμένου να διαπραγματευτεί την παράδοση των Τούρκων. Οι εκτιμήσεις της τοπικής κυβέρνησης, δηλαδή του Αρείου Πάγου, ήταν ότι «ογλήγορα θέλουν βιασθή οι εχθροί εις παράδοσιν». Προσώρας όμως, οι πολιορκημένοι, παρά τις ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες που επικρατούσαν στο φρούριο, κυρίως από την έλλειψη νερού και τροφών αλλά και από τις επιδημικές αρρώστιες που εμφανίστηκαν, ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν. 


Στις αρχές Μαρτίου ο Υψηλάντης, περνώντας από την Αθήνα, επιχείρησε με έφοδο να καταλάβει την Ακρόπολη αλλά οι Τούρκοι, που στο μεταξύ είχαν ειδοποιηθεί γι’ αυτήν, κατάφεραν να την αποκρούσουν με σφοδρούς κανονιοβολισμούς. Από τα Μέγαρα ο Υψηλάντης στέλνει μήνυμα στους Τούρκους «να παραδοθώσι με συνθήκας». Μια ώρα μετά οι Τούρκοι απάντησαν ότι η απόφασή τους είναι «να εγκαρτερήσωσι μέχρι θανάτου». Στο μεταξύ, το πυροβολικό που είχε μεταφέρει ο Βουτιέ έβαλε εναντίον της Ακροπόλεως, ενώ ταυτόχρονα άνοιγαν ένα τούνελ κάτω από την τρίτη πύλη του φρουρίου. Στις 18 Απριλίου το ανατίναξαν προκαλώντας την κατάρρευση της πύλης και, ύστερα από μια πεισματική μάχη, έγιναν κύριοι του χώρου, περιορίζοντας τους Τούρκους στο στενό κάθετο μέρος του φρουρίου της Ακρόπολης. Παρά τις σημαντικές απώλειες των Τούρκων και της γενικότερης αναταραχής που επικράτησε, οι Έλληνες δεν κατάφεραν να καταλάβουν την Ακρόπολη, με αποτέλεσμα η πολιορκία να συνεχιστεί. Όχι, ωστόσο, για πολύ καθώς, ύστερα από ένα δεκαήμερο απόλυτου αποκλεισμού και με την πείνα, τη δίψα και τις επιδημίες να θερίζουν, αναγκάστηκαν να ζητήσουν, με τη μεσολάβηση των προξένων της Αυστρίας και της Γαλλίας, την έναρξη διαπραγματεύσεων για την παράδοση της Ακροπόλεως. Στις 6 Ιουνίου άρχισαν οι διαπραγματεύσεις και οι έφοροι των Αθηνών καθώς και διάφοροι καπεταναίοι της πολιορκίας εγγυήθηκαν «να τους διαφυλάξωμεν κατά πάντα αβλαβείς και τοιούτους να τους στείλωμεν πάλιν εις την ρηθείσαν Ακρόπολίν μας».


Στις 9 Ιουνίου υπεγράφη ενώπιων των ξένων πρόξενων από τους επιτρόπους της υπέρτατης διοικήσεως Αλέξανδρο Αξιώτη, αρεοπαγίτη, και Ανδρέα Καλαμογδάτη, γερουσιαστή, και από τους έφορους των Αθηνών και τους καπεταναίους «Συνθήκαι, τας οποίας …με τους εν τη Ακροπόλει πολιορκημένους Τούρκους, ότε καταπολεμηθέντες ούτοι υπό των Ελλήνων και εις έσχατην ανάγκην ελθόντες, επρεσβεύσαντο περί συνθηκών».

Οι όροι της παράδοσης
«α΄ Οι Τούρκοι να παραδώσωσι τα όπλα των και την Ακρόπολιν με όλα τα εν αυτή ευρισκόμενα πράγματα άνευ τινός δόλου. 
β΄ Οι Έλληνες να φυλάξωσι με όλην την δυνατήν επειμέλειαν την ζωήν και την τιμήν των Τούρκων».
Το τρίτο και τέταρτο άρθρο της παράδοσης αναφερόταν στην κινητή περιουσία που μπορούσαν να πάρουν μαζί τους οι Τούρκοι καθώς και τα μισά από τα πολύτιμα αντικείμενα «όπου ήτον εξ αρχής κτήμα εδικό τους… εκτός … δηλαδή όσων ελαφυραγώγησαν» . Το πέμπτο και τελευταίο άρθρο όριζε ότι «όσοι των Τούρκων θελήσουν αυτοπροαιρέτως να μείνουν εις τας Αθήνας, να τους συγχωρηθή ελευθέρα η κατοικία. Όσοι δε θελήσωσι να απέλθωσιν εις Ασίαν, να τους εμβαρκαρίζει η διοίκησις εις Ευρωπαϊκά Καράβια οποιασδήποτε σημαίας τύχει: δίδουσα εις πάσαν φαμίλιαν το αρκετόν δια το ταξίδιόν των παξιμάδι και τυρί, πληρώνουσα και τον ναύλον των». 

Ύστερα από 336 χρόνια 
Την επομένη, την ογδόη πρωινή της 10ης Ιουνίου 1822, παραδόθηκαν 1.160 Τούρκοι της Ακροπόλεως, αυτοί που είχαν δηλαδή απομείνει από τους 2.500 που είχαν κλεισθεί εκεί πριν από ένα επτάμηνο. Αμέσως μετά, μπήκαν στην Ακρόπολη οι Έλληνες. Ο Ιερός Βράχος, ύστερα από 336 χρόνια σκλαβιάς, ήταν ξανά ελεύθερος! 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.