13/08/2020 00:32:30
28.6.2020 / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2131 στις 25-6-2020

Μπορεί ο Μπάιντεν να νικήσει; - Τα υπέρ και τα κατά του Δημοκρατικού υποψηφίου για τις εκλογές στις ΗΠΑ

Μπορεί ο Μπάιντεν να νικήσει; - Τα υπέρ και τα κατά του Δημοκρατικού υποψηφίου για τις εκλογές στις ΗΠΑ - Media

 


Καθώς οι ΗΠΑ προχωρούν μέσα στο «καλοκαίρι της δυσαρέσκειας» για το κρίσιμο φθινόπωρο, το οποίο φέρνει τις προεδρικές εκλογές, η εικόνα των υποψηφίων των δύο κομμάτων μοιάζει να έχει αλλάξει σημαντικά, τουλάχιστον στις δημοσκοπήσεις.
Ο Πρόεδρος της χώρας και υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει να πληρώνει ακριβά την κακή διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού, αλλά και την «έκρηξη» που ακολούθησε τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς στη Μινεάπολη.
Από την άλλη πλευρά ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος Τζο Μπάιντεν διευρύνει διαρκώς τη διαφορά του από τον Τραμπ, χωρίς ο ίδιος να χρειάζεται να κάνει και πολλά πράγματα, πέραν του να «ντουφεκάει» διαρκώς τον αντίπαλό του για τις αστοχίες του.


Για την ώρα η τακτική του Μπάιντεν μοιάζει να αποδίδει, ωστόσο ο δρόμος ώς τις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου είναι ακόμα μακρύς και για πολύ κόσμο το ερώτημα παραμένει: Μπορεί ο πρώην αντιπρόεδρος του Μπάρακ Ομπάμα να κερδίσει τον Τραμπ; Μπορεί ο Μπάιντεν να πετύχει εκεί που απέτυχε η Χίλαρι Κλίντον και να νικήσει έναν αντίπαλο που έχει δείξει ότι είναι ικανός, ανθεκτικός και αδίστακτος;

Το πρόβλημα των Δημοκρατικών
Η αλήθεια είναι ότι οι προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος για το χρίσμα του υποψηφίου για την προεδρία των ΗΠΑ ανέδειξαν ανάγλυφα το πρόβλημα, καθώς το ερώτημα δεν ήταν ποιος από τους ενδιαφερόμενους είχε την καλύτερη πλατφόρμα ή το πιο ισχυρό έρεισμα στην εκλογική βάση, αλλά ποιος θα μπορούσε να νικήσει τον Τραμπ.

Το πόσο δύσκολο είναι να απαντηθεί αυτό το ερώτημα φάνηκε καθώς άρχισαν οι προκριματικές εκλογές και μαζί τους και το «ξεχορτάριασμα» των πιθανών υποψηφίων: 
● η Καμάλα Χάρις και ο Μπέτο Ο' Ρουρκ «κάηκαν» νωρίς, 
● η Τάλσι Γκάμπαρντ και η Έιμι Κλόμπουσαρ αποχώρησαν σύντομα κι αυτές, 
● το «αουτσάιντερ» Πιτ Μπάτετζετζ έκανε μια προσπάθεια και αποχώρησε, 
● το ίδιο και ο μεγιστάνας Μάικ Μπλούμπεργκ 
● και μετά την αποδοχή της ήττας και από την Ελίζαμπεθ Γουόρεν στο ταπί παρέμειναν ο Μπάιντεν και ο Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος, πάντως, εν μέσω πανδημίας και ύστερα από τη «Σούπερ Τρίτη», όπου δεν κατάφερε να πετύχει κάτι καλό, αποχώρησε από την κούρσα των προκριματικών.
Το εντυπωσιακό είναι ότι οι περισσότεροι από τους υποψηφίους αποχωρώντας από τις προκριματικές δήλωναν στήριξη στον Μπάιντεν ενισχύοντας όλο και περισσότερο την υποψηφιότητά του και αφήνοντας τον Σάντερς να δίνει μοναχική μάχη.

Τα πλεονεκτήματα
Κάπως έτσι ο Μπάιντεν περιμένει πλέον την κατάσταση λόγω κορωνοϊού να εξομαλυνθεί στις ΗΠΑ για να μπει στο ρινγκ για τη δύσκολη σύγκρουση με τον Τραμπ, έχοντας, πάντως, αρκετά όπλα στη διάθεσή του.
1. Είναι... κανονικός πολιτικός. Ο Μπάιντεν από το 1973 έως το 2009 ήταν γερουσιαστής του Ντελαγουέρ, εν συνεχεία διετέλεσε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και έπειτα παρέμεινε ενεργός στην πολιτική. 
Έχει τεράστια πείρα, διετέλεσε επί μακρόν μέλος και πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας, ως αντιπρόεδρος των ΗΠΑ συνεργάστηκε με το Κογκρέσο για τρεις πολύ σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της προεδρίας Ομπάμα, έχει δείξει ότι ξέρει να «στήνει γέφυρες» με το αντίπαλο στρατόπεδο και γενικώς έχει τον πολιτικό όγκο, την ευελιξία και τις γνώσεις που, εμφανώς, ο Τραμπ δεν διαθέτει.
2. Είναι μετριοπαθής. Σε αντίθεση με τον «δημοκράτη σοσιαλιστή» Μπέρνι Σάντερς, έχει δείξει ότι μπορεί να απευθυνθεί με άνεση και σε συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι οποίοι είναι εξαιρετικά απογοητευμένοι από τις ακρότητες του Τραμπ, αλλά δύσκολα θα στήριζαν έναν «αριστερό» υποψήφιο του Δημοκρατικού Κόμματος.
3. Είναι «προβλέψιμος». Οι βασικές θέσεις του για πάρα πολλά ζητήματα – από τις εξωτερικές σχέσεις των ΗΠΑ μέχρι την οπλοκατοχή – είναι γνωστές και απαράλλαχτες εδώ και χρόνια και μια πιθανή προεδρία του με σχετικά ισορροπημένο Κογκρέσο θα του επιτρέψει να τις υλοποιήσει εντός της θητείας του, σε αντίθεση με τον Τραμπ, που έχει δείξει ότι μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπορεί να αλλάξει πλήρως θέσεις και ιδέες.
4. Αξιοποίησε την πανδημία. Από την αρχή υπογράμμισε τη σοβαρότητα της κατάστασης με την πανδημία του κορωνοϊού, έδειξε υπευθυνότητα και ζήτησε περισσότερη και πιο ουσιαστική δράση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, εκθέτοντας εκ του αποτελέσματος τον Τραμπ.

Τα μειονεκτήματα
Από την άλλη υπάρχουν και πλευρές του Τζο Μπάιντεν που τον κάνουν «ευάλωτο» τόσο στις επιθέσεις του Τραμπ όσο και στην αντίληψη που έχει το εκλογικό σώμα γι' αυτόν.
1. Είναι μεγάλος σε ηλικία. Στις 20 Νοεμβρίου θα κλείσει τα 78 του χρόνια, ενώ ο Τραμπ, αν και δεν είναι... πουλάρι, είναι 74 ετών. Αν και ο Μπάιντεν χαίρει άκρας υγείας και δείχνει σχεδόν αθλητικός σε σχέση με τον Τραμπ, η ηλικία ίσως παίξει σημαντικό ρόλο.
2. Είναι... γκαφατζής. O Τραμπ θεωρεί ότι ο Μπάιντεν έχει ως αχίλλειο πτέρνα την τάση του να κάνει γκάφες δημοσίως, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ως ρήτορας έχει την τάση να... μπερδεύεται σε μακροπερίοδο λόγο και να χάνει το νόημα των όσων θέλει εν τέλει να πει.
3. Είναι πολύ «καθεστωτικός». Με πολιτική καριέρα που απλώνεται σε σχεδόν πέντε δεκαετίες, ο Μπάιντεν θεωρείται ως τελείως mainstream πολιτικός, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να «ταράξει τα νερά» (όπως υποστηρίζουν οι φανατικοί υποστηρικτές του ότι θα έκανε ο Σάντερς...) ή να κινηθεί ριζοσπαστικά. Μάλιστα του χρεώνουν και μέρος των πολιτικών των κυβερνήσεων Ομπάμα.
4. Τον «κυνηγούν» σκάνδαλα. Μια η ιστορία με τον γιο του, τον Χάντερ, και την ουκρανική εταιρεία Μπουρίσμα (η οποία αποδείχθηκε θεωρία συνωμοσίας των αντιπάλων του, αλλά κάποιες σκιές παρέμειναν), μια οι κατηγορίες ότι έκανε «απρεπείς» χειρονομίες εις βάρος γυναικών, το «μητρώο» του Μπάιντεν δεν είναι πάλλευκο.
Άντε τώρα να δούμε ποια πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα θα βαρύνουν περισσότερο στη ζυγαριά των Αμερικανών ψηφοφόρων
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.