07/08/2020 18:36:22
6.7.2020
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2132 στις 2-7-2020

Πρόταση βιβλίου: Ένα αίτημα εθνικής αυτοσυνείδησης

Πρόταση βιβλίου: Ένα αίτημα εθνικής αυτοσυνείδησης - Media

Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου

Θωμάς Κοροβίνης

Ολίγη μπέσα ωρέ μπράτιμε

Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Εκδόσεις: Άγρα

Σελ.: 112

Συγγραφέας απαράμιλλος στην επισκόπηση του ανατολικού πνεύμονα του διγενούς σώματός μας, ιδανικός ερμηνευτής των λαϊκών παθών, ευγενικός ζωγράφος των αρετών και των ελαττωμάτων των κεντρικών μορφών της κοινοτικής μας ψυχής αλλά και των απελπισμένων σκιών του κοινωνικού περιθωρίου, ο Θωμάς Κοροβίνης αναλαμβάνει με τούτο το βιβλίο να προσκομίσει επικίνδυνο όσο και πολύτιμο τζοβαϊρικό εθνικής αυτογνωσίας: την περιγραφή της άρρηκτης ενότητας μεγαλείου και ιδιοτέλειας που συνιστά μοίρα της ελληνικής ιστορίας.

Οδηγός αυτής της μνημονικής σπονδής ο πιο τραγικός ίσως ήρωας της Παλιγγενεσίας μας, αυτός που η φλογερή ζωή αλλά κι ο άδικος θάνατός του τον επέβαλαν σχεδόν ενστικτωδώς στο εικονοστάσι της γνήσιας εθνικής μνήμης. Ο λόγος για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Τρόπος μια εξομολόγηση διά στόματος του συγγραφέα που, ύστερα από συστηματική μελέτη, αλλά κυρίως με τη δική του, βαριά ανάσα περηφάνιας μα και στενοχώριας για τις περιπέτειες του λαού μας, πέτυχε να αναδείξει όχι απλώς τα επιτεύγματα ή τα πάθη, την έξαρση ή τα λάθη αλλά το πιο ακέραιο στοιχείο του ήρωα. Το αίτημα για «ολίγη μπέσα», όχι πια ως αξίωση ευθύτητας, εντιμότητας και δίκαιης δίκης, όχι μόνο ως άρνηση να αποδεχθεί την πανουργία που κάνει όργανό της το πρωτοπαλίκαρό του, τον Γκούρα, αλλά ως πρόταγμα εθνικής αυτοσυνείδησης.

Με γλώσσα που βράζει και αναπαριστά την εποχή και τα ήθη της, με υψηλή πνοή αλλά και ταπείνωση, σε ρυθμό καταιγιστικό, ο Κοροβίνης καταφέρνει ν’ αποδώσει τον άγριο σφυγμό του μελλοθάνατου Οδυσσέα, σ’ ένα κελί στην Ακρόπολη, όπου άκαπνοι υπουργοί και κακόβουλοι κυβερνήτες τον έχουν ρίξει, με πρόφαση την απειθαρχία και τις συνεννοήσεις με τον εχθρό. Ωστόσο ο Ανδρούτσος, «αντιφρονών προς εκείνους, όχι εχθρός του γένους, μηδέ του έθνους», αρσίζης και αψίκορος παιδιόθεν, που ξέρει πως «άμα δεν κουβεντιάζει η ζωή σου με τον κίνδυνον δεν έχει καμιά νοστιμιά», δεν είναι μια τυχαία περίπτωση. Συνιστά στη Ρούμελη, μαζί με τον Καραϊσκάκη και τον Μακρυγιάννη, την ξιφήρη τριανδρία που εκφράζει τη λαϊκή ψυχή πέραν του διχασμού Φαναριωτών - Δημογερόντων, που συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν το κόμμα των καπεταναίων, διαμορφώνοντας όρους που προοιωνίζονταν μια μακρόχρονη διαμάχη.

Ο δεσμώτης αναλογίζεται όλο τον βίο και τη δράση του, τα τεχνάσματα και φυσικά τα «καπάκια» με τους Οσμανλήδες που έγιναν αφορμή για τις συκοφαντίες εναντίον αυτού που όλη του η ζωή ήταν πόθος για την αποτίναξη της τυραννίας: «δαιμονισμένος ήμουν υπέρ της πατρίδος». Πράγματι, όλη η έγνοια του Ανδρούτσου ήταν οι γραικοραγιάδες, κι αν ήθελε να βγει από τη φυλακή, ήταν για να πολεμήσει πάλι για κείνους, να καεί ολόκληρος μέχρι «να πάρει ανάσα πέρα ώς πέρα το σκλάβο γένος, να διαφεντέψει τη γη των πατέρων του πάλι».

Ο Κοροβίνης έχει το χάρισμα να σέβεται το έθνος όσο και την αλήθεια. Ούτε εξιδανικεύει, ούτε αποδομεί. Ο Ανδρούτσος, άλλωστε, μέσα στα ήθη της αυλής του Αλή πασά μεγαλωμένος, ομολογεί τα ατομικά πάθη, ξέρει πως «ο μέγιστος του Αγώνος εχθρός είναι η αδηφάγος μεταξύ δημογερόντων και καπεταναίων έρις» και η δολερή φιλοδοξία που κάνει άλλους να υπηρετούν τον Ρούσσο, άλλους τον Εγγλέζο, άλλους τον Φραντσέζο. Διχασμένοι μεταξύ ατομικού και εθνικού συμφέροντος, οι ήρωες δεν είναι άγιοι. Η διχόνοια και ο φατριασμός, σύμφυτα του ένδοξου πλην κακορίζικου γένους, βαραίνουν σαν κατάρα, το κάνουν «ως βρυκόλαξ να πορεύεται βυζαίνοντας αίμα αδελφοκτόνο». Ο Οδυσσέας που δεν φοβήθηκε κανέναν εχθρό, λύκο ή τσακάλι, παρά μόνο «τους οφιούς που γεννοβολούν τα περβόλια της δημογεροντίας και η φαναριώτικη ίντριγκα», ξέρει καλά και τις αδυναμίες των καπεταναίων, το φίλαρχο και φιλόπλουτο πνεύμα τους. Αυτή η πορεία αυτογνωσίας που κορυφώνεται τις τελευταίες ώρες του, είναι αυτή που τελικά τον εξαγιάζει. Διότι ο αμαρτωλός στα ήθη, για την πατρίδα στέκει άγιος αν το γινάτι του είναι η ελευθερία του γένους, αν παραδίδεται ζητώντας μονάχα ολίγη μπέσα, αν ο μόνος νταλκάς του είναι η επανάσταση και η ελευθερία. Έστω κι αν αντί γι’ αυτήν, βρίσκει άδικο θάνατο.

Ελευθερία ή θάνατος λοιπόν, η μεγάλη ρήση, η μεγάλη απόφαση. Αν, διακόσια χρόνια μετά, η διάζευξη αυτή, ερώτημα της επανάστασης, δεν απαντήθηκε ακόμη κι έχουμε θάνατο μπόλικο μα ελευθερία λειψή, το αίτημα του Οδυσσέα και του Κοροβίνη για ολίγη μπέσα, μοιάζει όσο ποτέ επίκαιρο σε μια χώρα που ετοιμάζεται να γιορτάσει το ατέλειωτο μέγα πάθος της επανάστασης έχοντας ως πρότυπο ζωής τον Γκούρα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.