26/09/2020 04:21:54
25.7.2020 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2135 στις 23-7-2020

Ιουλιανά: Οι μεταρρυθμίσεις

Ιουλιανά: Οι μεταρρυθμίσεις  - Media

 

Μέρος Δεύτερο

Η τακτική που ακολούθησε ο Παπανδρέου και στις νέες εκλογές του 1964 δικαιώθηκε, καθώς η Ένωση Κέντρου έφτασε στο ποσοστό ρεκόρ του 52,7%, ενώ η ΕΡΕ περιορίστηκε στο 35,2%. Η ΕΔΑ, που τότε είχε στηρίξει τον Παπανδρέου στις περιφέρειες που δεν έβγαζε βουλευτή, έλαβε το 11,8% και την τρίτη θέση.
Τα αποτελέσματα αυτά ερμηνεύτηκαν ως μια επιτυχία κατά της πόλωσης που είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη της ΕΔΑ, το 1958, σε αξιωματική αντιπολίτευση. Ωστόσο, υπήρχε και μια εκ διαμέτρου αντίθετη ανάλυση, αυτή που υποστήριζε ότι ενεργοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο τα αντανακλαστικά των ακραιφνών αντικομμουνιστών, οι οποίοι διέβλεπαν να κινδυνεύει το πλέγμα συμφερόντων που έστησαν μετά τη λήξη του Εμφυλίου.


Αυτές οι αντιλήψεις δημιουργούσαν μια σειρά εντάσεων που κορυφώθηκαν με την τυχαία έκρηξη μιας νάρκης σε τελετή στον Γοργοπόταμο. Ο απολογισμός ήταν 13 νεκροί και 45 τραυματίες. Οι κατηγορίες εναντίον της Αριστεράς αναζωπυρώθηκαν μετά το γεγονός. Ταυτόχρονα, ο γιος του Γεωργίου, Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος είχε καταφέρει να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής εκφράζοντας ριζοσπαστικές απόψεις, κατηγορήθηκε για τη συμμετοχή του σε οργάνωση που δρούσε στον στρατό (η γνωστή υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ) και γι’ αυτό παραπέμφθηκε σε δίκη. 

Νέα πολιτική αντίληψη 

Με την ανάληψη της εξουσίας από την Ένωση Κέντρου ετέθη το ζήτημα μιας νέας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Ωστόσο, αναφύονταν διάφορα ερωτήματα για το πώς θα αντιμετωπιζόταν το κεντρώο πείραμα από εξωκοινοβουλευτικά κέντρα εξουσίας, δηλαδή από το παλάτι και τον στρατό, αλλά και από τον αμερικανικό παράγοντα. 
Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου τη διετία 1964-65 προσπάθησε να φέρει πολλές αλλαγές στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής εφαρμόζοντας ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που πολλές φορές αντιμετωπίστηκε από τη Δεξιά με σφοδρή άρνηση. 

Αλλαγές στην οικονομία

Στον τομέα της οικονομίας υπήρχε έντονο το στοιχείο για αναδιανομή του εισοδήματος, έτσι ώστε να επωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερες ομάδες του πληθυσμού. Υπήρξε μια πολιτική βούληση της κυβέρνησης, αυτή η αναδιανομή να ανακουφίσει τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αυτή η πολιτική αντιμετωπίστηκε με αντιπολιτευτική σφοδρότητα από τη Δεξιά με το πρόσχημα ότι θα προκαλούσε ανεπανόρθωτες ζημιές στην οικονομία. 
Μερικά βασικά χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής ήταν η αύξηση των γεωργικών επιδοτήσεων από το 2,6% των δαπανών του προϋπολογισμού στο 4,4%. Προέβλεπε επίσης διπλασιασμό του μισθού των δικαστικών, αυξήσεις 5% των συντάξεων μαζί με χορήγηση επιδόματος θερινών διακοπών. Η φιλοσοφία αυτής της πολιτικής παροχών υπέρ μια μεγάλης πληθυσμιακής βάσης είχε στόχο την ενίσχυση της ζήτησης ως μοχλού της οικονομικής ανάπτυξης. Η πολιτική αυτή αντιτίθετο στην οικονομική φιλοσοφία των «πιεστικών αναγκών» προκειμένου να υπάρξουν διαθέσιμα κεφάλαια για δημόσιες επενδύσεις. Η οικονομική πολιτική του Κέντρου έβρισκε ανταπόκριση στους μισθωτούς και τους αγρότες και προσέκρουε στην αντίθεση των Ελλήνων βιομηχάνων. 


Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον της εποχής ευνοούσε βέβαια την οικονομική θεωρία της Ένωσης Κέντρου, η οποία στηριζόταν στην πολιτική τής αναδιανομής και ενίσχυσης της ζήτησης. Στον δυτικό κόσμο, η οικονομική επέκταση φαινόταν αδιάκοπη, η απασχόληση ήταν πλήρης, οι αγορές ανοιχτές για τις εξαγωγικές βιομηχανίες. Την περίοδο εκείνη, δε, δεν υπήρχε ίχνος ανταγωνισμού από τις χώρες της Ασίας. Ωστόσο, αυτή την πολιτική την ενθάρρυνε ο στρατηγικής σημασίας πολιτικός παράγοντας του Ψυχρού Πολέμου, που τόνιζε τον ανταγωνισμό πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων και ιδεολογιών και αναδείκνυε τις θεμελιώδεις διαφορές τους στη φιλοσοφία του τρόπου ζωής. Από την άλλη, ήταν ολοφάνερο και αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν διέθετε τα χαρακτηριστικά των βιομηχανικών χωρών της δυτικής Ευρώπης. 

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση 

Στην πολιτική ατζέντα της Ένωσης Κέντρου η εκπαίδευση δέσποζε ως κεντρικό ζήτημα που αναδείκνυε ταυτόχρονα το φιλελεύθερο, αναδιανεμητικό αλλά και αναπτυξιακό στοιχείο της πολιτικής της. Συνοπτικά, η κυβέρνηση κατάργησε τα δίδακτρα και τα εξέταστρα προχωρώντας στη θέσπιση δωρεάν παιδείας και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο της εκπαίδευσης στις αποκλεισμένες, πιο αδύνατες κοινωνικές ομάδες. Προχώρησε στην καθιέρωση της δημοτικής ως ισότιμης γλώσσας με την καθαρεύουσα, επεκτείνοντας την υποχρεωτική εκπαίδευση από τα έξι χρόνια στα εννιά. Στα γυμνάσια εισήχθη η διδασκαλία των αρχαίων κειμένων από μετάφραση. Ιδρύθηκαν δύο νέα πανεπιστήμια στα Γιάννενα και στην Πάτρα, μαζί με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που θα είχε την ευθύνη για την κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων, την ανανέωση των διδακτικών βιβλίων και την παιδαγωγική έρευνα. Η δημοτική γλώσσα, όπως και η απρόσκοπτη πρόσβαση στα κλασικά κείμενα, θα έδιναν την ευκαιρία στα αποκλεισμένα από την εκπαίδευση λαϊκά στρώματα να έρθουν σε επαφή με την κλασική παράδοση αμβλύνοντας τις μεγάλες πολιτισμικές διαφορές της εγχώριας ελίτ με τις λαϊκές τάξεις, στις οποίες άνοιγε ο δρόμος για την εξοικείωση με την ανθρωπιστική και δημοκρατική παράδοση μέσω μιας γλώσσας ζωντανής και κατανοητής από όλους. Με τη δημοτική άνοιγε πλέον ο δρόμος για μια πιο συμβατή αντιμετώπιση των αναγκών της κοινωνίας και μιας οικονομίας σε αναπτυξιακή διαδικασία. 


Η γλωσσική μεταρρύθμιση είχε επίσης πολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις. Συγκεκριμένα, η δημοτική, που είχε καθιερωθεί από τον Βενιζέλο στον Μεσοπόλεμο, εξέφραζε μια φιλελεύθερη αντίληψη που προσέβλεπε στην κατανόηση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι η δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε υιοθετήσει τη δημοτική για τη στοιχειώδη εκπαίδευση. Μετά τον Εμφύλιο, ωστόσο, τα δεδομένα άλλαξαν και το αίτημα της δημοτικής ταυτίστηκε με την Αριστερά, έτσι που κάθε απόπειρα γλωσσικής μεταρρύθμισης προσέκρουε ιδεολογικά στην έντονη αντίδραση της εθνικόφρονος Δεξιάς… 


Τέλος, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής υπήρχε από τη μεριά της κυβέρνησης Παπανδρέου η γενικότερη πολιτική στόχευση να διαμορφωθεί ένα ηπιότερο πολιτικό περιβάλλον για την Αριστερά, που εκφράστηκε με την απελευθέρωση κομμουνιστών, την κατάργηση μιας σειράς αστυνομικών μέτρων, τη φιλελευθεροποίηση της συνδικαλιστικής δράσης. Όλα αυτά ενεργοποίησαν δυνάμεις που οδηγούσαν στον εκδημοκρατισμό, ο οποίος δεν ήταν αποδεκτός από τις κυρίαρχες ομάδες της χώρας. Η Ένωση Κέντρου πολιτεύτηκε στρέφοντας την αντιπαράθεση με τη Δεξιά και τις πολιτικές της στη λογική ενός διμέτωπου αγώνα, πράγμα που ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά του αντικομμουνιστικού κράτους, όπου κυριαρχούσε η λογική ότι «ένας είναι ο εχθρός, ο κομμουνισμός». Αυτή η κατάσταση έλαβε επικίνδυνες διαστάσεις όταν στις δημοτικές εκλογές του 1964 η ΕΔΑ βγήκε ενισχυμένη, ενώ, αντίθετα, η ΕΡΕ έχασε δυνάμεις. 
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.