19/09/2020 15:58:29
8.8.2020 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2137 στις 6-8-2020

Αφιέρωμα: Αγία Σοφία - Μέρος πρώτο: Οι τρεις Αγίες Σοφίες

Αφιέρωμα: Αγία Σοφία - Μέρος πρώτο: Οι τρεις Αγίες Σοφίες - Media

 

Η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εγκαινιάστηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. Δίπλα στο παλάτι, ο αυτοκράτορας είχε φροντίσει για την ανέγερση ενός ναού που ήταν αφιερωμένος στη Σοφία του Θεού. Αυτός ο ναός ήταν η πρώτη Αγία Σοφία, μια ξυλόστεγη βασιλική εκκλησία, η οποία θεμελιώθηκε από τον αυτοκράτορα την ίδια χρονιά των εγκαινίων της νέας Ρώμης. Ωστόσο, τα εγκαίνια του ναού έγιναν όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερσή του, τρεις δεκαετίες αργότερα, από τον γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στις 15 Φεβρουαρίου 360 μ.Χ. 


Το σημείο που επιλέχτηκε για να ανοικοδομηθεί ο ναός δεν ήταν τυχαίο, καθώς θα γινόταν αντιληπτός σε κάθε επισκέπτη που θα κατευθυνόταν από την Προποντίδα προς τη νέα πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη. Σε αυτό το σημείο είχαν κτιστεί και στο παρελθόν διάφοροι χριστιανικοί και αρχαιότεροι ναοί. Η πρώτη αυτή εκδοχή της Αγίας Σοφίας διήρκεσε ώς το 404 μ.Χ. Τότε, επί αυτοκράτορος Αρκάδιου, που βασίλευσε από το 395 έως το 408 και ήταν γιος του Μεγάλου Θεοδόσιου, οι οργισμένοι οπαδοί του Ιωάννη του Χρυσόστομου πυρπόλησαν τον ναό αντιδρώντας στην απόφαση της αυτοκράτειρας Ευδοξίας να τον εξορίσει. 
Η δεύτερη Αγία Σοφία ξανακτίστηκε εκ νέου ως ξυλόστεγη βασιλική από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’, που βασίλευσε από το 408 έως το 450 και τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Ιανουαρίου 415 από τον πατριάρχη Αττικό. Αλλά και αυτός ο ναός έμελλε να πυρποληθεί εκ νέου το 532, επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού, στη διάρκεια των πολυήμερων ταραχών της Στάσης του Νίκα. Τότε ήταν που ο Ιουστινιανός αποφάσισε να ξανακτίσει τον ναό εκ θεμελίων, αλλά πιο λαμπρό. Πιθανότατα εντυπωσιακά λαμπρότερο από ό,τι μπορούσε να φανταστεί κι ο ίδιος… 


Έτσι, σαράντα μέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης από τους Βελισάριο και Μούνδο, ο Ιουστινιανός θέτει στις 23 Φεβρουαρίου 532 μ.Χ. τα θεμέλια του μεγαλοπρεπούς ναού σε σχέδια που εκπόνησαν δύο λαμπροί Έλληνες αρχιτέκτονες, ο Ανθέμιος Τραλλιανός και ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος. 
Οι αρχιτέκτονες του ναού 
Το δίχως άλλο, ο ναός της Αγίας Σοφίας αποτελεί ένα από τα πλέον περίλαμπρα επιτεύγματα της αρχιτεκτονικής, που με «τον παράτολμο και μοναδικό χαρακτήρα του σχεδίου της» χάρισε στους αρχιτέκτονές της αιώνια φήμη. Ο Ανθέμιος Τραλλιανός ήταν Έλληνας Μικρασιάτης. Γεννημένος στη Σελεύκεια Καρίας το  474, ήταν γνωστός γεωμέτρης, φυσικός, αρχιτέκτονας, μηχανικός και γλύπτης. Επρόκειτο για μεγαλοφυή μηχανικό. Λέγεται ότι ήταν ο πρώτος από τους Έλληνες που χρησιμοποίησε τη δύναμη του ατμού και, όπως μαρτυρά ο Βυζαντινός ποιητής και ιστορικός Αγαθίας ο Σχολαστικός, ήταν «ένας άνδρας ικανός να μιμηθεί σεισμούς και κεραυνούς». 
Ο Ανθέμιος προερχόταν από οικογένεια διανοουμένων. Τα τολμηρά σχέδια που κατέστρωσε για τον ναό της Αγίας Σοφίας επιδεικνύουν τις σπουδαίες αρχιτεκτονικές γνώσεις του. Το κορυφαίο σχεδιαστικό του επίτευγμα αφορά τον τρούλο του ναού, που φαίνεται σαν να αιωρείται στον αιθέρα, πάνω από τα γήινα. Οι δεξιότητές του ως πολιτικού μηχανικού φάνηκαν και στην επισκευή των αντιπλημμυρικών έργων του Δάρας, μιας βυζαντινής πόλης-οχυρού στη βόρεια Μεσοποταμία.


O Ισίδωρος ο Μιλήσιος γεννήθηκε στη Μίλητο το 442 και ήταν κι αυτός Μικρασιάτης μαθηματικός, μηχανικός και αρχιτέκτονας. Ως βασικός συνεργάτης του Ανθεμίου από τις Τράλλεις, συμμετείχε στην ανοικοδόμηση του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας μεγάλη συμβολή στην εκπόνηση και υλοποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων. 
Σε αυτές τις δύο μεγαλοφυείς προσωπικότητες της εποχής ανέθεσε ο Ιουστινιανός την ανέγερση του ναού της Αγίας Σοφίας καθώς και την επίβλεψη των εργασιών. Επρόκειτο για δύο λαμπρά μυαλά και οι σύγχρονοί τους συγγραφείς συμφωνούν όλοι ανεξαιρέτως στους επαίνους που εκφράζουν για τις σπάνιες γνώσεις τους, την επιδεξιότητα, την τόλμη και την εφευρετική δεινότητα που τους χαρακτήριζε. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Προκόπιος, ένας εξέχων Βυζαντινός λόγιος της εποχής: 
«Ανθέμιος δε Τραλλιανός, επί σοφία τη καλουμένη μηχανική λογιώτατος ου των κατ’ αυτόν μόνον απάντων, αλλά και των αυτού προγεγενημένων πολλώ, τη βασιλέως υπούργει σπουδή, τοις τεκταινομένοις τα έργα ρυθμίζων, των τε γενησομένων προδιασκευάζων ινδάλματα, και μηχανοποιός σύν αυτώ έτερος, Ισίδωρος όνομα, Μιλήσιος γένος, έμφρων τε άλλως και πρέπων Ιουστινιανώ υπουργείν βασιλεί. Ήν δε άρα και τούτο της του Θεού περί τον βασιλέα τιμής, προκαταστησαμένου τους ες τά πραχθησόμενα χρησιμωτάτους αυτώ εσομένους».
Αλλά και ο Αγαθίας επιβεβαιώνει τη φήμη του Ανθεμίου για τις σπάνιες γνώσεις του στην επιστήμη της στατικής, καθώς εφάρμοζε την τεχνική της διαδοχικής μετατόπισης των φερόντων φορτίων από στοιχείο σε στοιχείο της οικοδομής μέχρις ότου φθάσει στο έδαφος.

Η εκπόνηση της μελέτης 
Όπως όλα δείχνουν, ο Ιουστινιανός ήταν αποφασισμένος να κατασκευάσει έναν μεγαλοπρεπή ναό, ένα μνημείο αντάξιο της αυτοκρατορίας που ηγείτο, ένα κτίσμα αξεπέραστο που θα διαλαλούσε τη δόξα της. Έτσι, δεν λυπήθηκε τα χρήματα, ούτε τον κόπο για ένα τόσο μεγαλεπήβολο εγχείρημα. Τα σχέδια αυτού του έργου εκπονήθηκαν επίσης με γνώμονα τον χρόνο. Έτσι, ένα από τα πιο φιλόδοξα στην κατασκευή τους μνημεία της Ιστορίας, ξεκίνησε να ανεγείρεται με ασύλληπτα γρήγορους ρυθμούς. Οι δύο επικεφαλής αρχιτέκτονες-μηχανικοί είχαν στη διάθεσή τους 100 πρωτομάστορες και 10.000 τεχνικούς χωρισμένους σε δυο ομάδες. 
Ο ίδιος ο Ιουστινιανός επόπτευε προσωπικά την πορεία του έργου με τακτικές εφόδους τις πρώτες πρωινές ώρες, ρίχνοντας μάλιστα στα οικοδομικά υλικά αργυρά νομίσματα προς επιβράβευση των εργατών που προσέρχονταν πρώτοι στο εργοτάξιο, ενώ ένας ανώνυμος χρονικογράφος συμπληρώνει:
«Ο βασιλεύς το δειλινόν ουκ εκάθευδε αλλά […] οράν τους τε λιθοξόους και λαοτόμους και τεκτονικούς και πάντας […] σπουδήν πολλήν αυτοίς επηγγείλετο και διά τούτο έξωθεν του μισθού […] αυτών […] την εβδομάδα άπαξ η δις ευηργέτει τούτους, ποτέ μεν από ενός, ποτέ δε από δύο (νομισμάτων) […]».
Το κόστος κατασκευής του ναού είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Αυτό που γίνεται κατανοητό είναι ότι θα ήταν αστρονομικό τόσο για την εποχή του όσο και για την αντιστοιχία του στο σήμερα. Ένα, ωστόσο, είναι βέβαιο: το όποιο κόστος καθίσταται ασήμαντη λεπτομέρεια μπροστά στη μεγάλη του δόξα, την απαράμιλλη λαμπρότητα και την ιστορική του αξία, που είναι διαχρονικές και ανυπέρβλητες. 


 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.