24/09/2020 07:41:45

Τσίπρας: Το έλλειμμα στρατηγικής στα ελληνοτουρκικά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα

Συνάντηση Τσίπρα - Μάας την Τρίτη - Media

 

"Έλλειμμα στρατηγικής" στα ελληνοτουρκικά προσάπτει στην κυβέρνηση ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, σε άρθρο του που δημοσιεύεται σήμερα στην "Εφημερίδα των Συντακτών", προειδοποιώντας ότι αυτό "εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη χώρα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα".

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ξεκινάει το άρθρο του επισημαίνοντας ότι η κλιμάκωση της Τουρκικής προκλητικότητας δεν αποτελεί "κεραυνό εν αίθρια", βάσει της στρατηγικής της. "Το ερώτημα που γεννάται είναι ποια είναι η δίκη μας στρατηγική", τονίζει, ενώ κάνει μια αναδρομή στις διπλωματικές κινήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Αλ. Τσίπρας αναφέρθηκε στην "πρώτη επίσημη επίσκεψη Τούρκου Προέδρου στην Αθήνα, μετά από 65 χρόνια", τον Δεκέμβριο του 2017, ενώ σχολιάζει πως αυτό έγινε "σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας ως προς τη Συνθήκη της Λωζάνης είχε ήδη εκφραστεί, οι παραβιάσεις κλιμακώνονταν και οι σχέσεις των δυο χωρών είχαν κλονιστεί". "Παρόλα αυτά οι δίαυλοι παρέμειναν ανοιχτοί στο υψηλότερο επίπεδο, ακόμη και αν αυτό είχε ως συνέπεια να παρακολουθήσει η διεθνής κοινή γνώμη μία αληθινή αντιπαράθεση σε ζωντανή μετάδοση, την ώρα των επίσημων δηλώσεων", υπενθυμίζει.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κάνει επίσης αναφορά στην επίσκεψή του ως πρωθυπουργού τον Φλεβάρη του '19 στην 'Αγκυρα και τη Κωνσταντινούπολη, τη Χάλκη και την Αγία Σοφία, σχολιάζοντας πως ήταν "οι μέρες που η Ελλάδα είχε καταφέρει να βγει από μια περίοδο πολυετούς ακινησίας στην εξωτερική της πολιτική". Το μήνυμά προς την Τουρκία, τότε, όπως είπε, ήταν "σαφές - σταθερά για 4 χρόνια- ότι είχε έρθει η ώρα για επανέναρξη διερευνητικών για την επίλυση της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ". "Δυστυχώς η Τουρκία ουδέποτε ανταποκρίθηκε αν και η επανεκκίνηση του διαλόγου για Μέτρα Οικοδόμησης Εμποστοσύνης ήταν ένα θετικό μήνυμα", σημειώνει και εκφράζει την άποψη πως "σήμερα, ενάμισι χρόνο μετά, όλα μοιάζουν να έχουν αλλάξει προς το χειρότερο".

Συνεχίζοντας ο Αλ. Τσίπρας αναλύει τη στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στις τελευταίες εξελίξεις με την Τουρκία, όπως το ρόλο της στη Λιβύη, τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, την εργαλειοποίηση των προσφύγων. "Τον Ιούνιο του '19, η Ελλάδα διεκδίκησε και πέτυχε, μαζί με τη Κύπρο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κυρώσεις κατά της Τουρκίας για τη παράνομη δραστηριότητα ερευνών και εξορύξεων στην Κυπριακή ΑΟΖ", αναφέρει, σημειώνοντας ωστόσο ότι "από τον Ιούλη του '19, όμως, η νέα ελληνική κυβέρνηση δεν διεκδίκησε ποτέ την επέκτασή τους σε περίπτωση που η Τουρκία θα έκανε πράξη τις απειλές της για παράνομες έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας".

Σχολιάζει αρνητικά την αποχή της Ελλάδας από την επανέναρξη του ευρωτουρκικού διαλόγου τον Μάρτιο του 2020, και ασκεί μερική κριτική για τη συμφωνία με την Ιταλία, υποστηρίζοντας ότι αν και "ορθώς" η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην σύναψη της ελληνοιταλικής συμφωνίας, "δεν προχώρησε στην επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο με την προοπτική να κάνει το ίδιο στη Νότια και Ανατολική Κρήτη ανάλογα με τις εξελίξεις, όπως προέβλεπε ο σχεδιασμός του ΥΠΕΞ".

Στη συνέχεια του άρθρου του, ο Αλ. Τσίπρας τοποθετείται ως προς τη Συμφωνία με την Αίγυπτο, λέγοντας πως με μια τέτοια συμφωνία "αποδυναμώνουμε τα επιχειρήματά μας, πριν καν τα προβάλουμε σε μια διαπραγμάτευση με στόχο την επίλυση της διαφοράς μας στη Χάγη". "Αν επίσης, βασική θέση της Τουρκίας και κόκκινη γραμμή από τη πλευρά της, εδώ και χρόνια, είναι ο 28ος μεσημβρινός, τότε η οριοθέτηση με την Αίγυπτο που φτάνει πριν το όριο αυτό, δημιουργεί de facto την εντύπωση ότι η Ελλάδα αφήνει τη περιοχή Ανατολικά του 28ου μεσημβρινού στις Τουρκικές διεκδικήσεις", εξηγώντας πως "η Navtex της Τουρκίας για τις έρευνες του Ουρουτς Ρέις που ακολούθησαν, αυτό ακριβώς επιβεβαιώνουν", σημειώνει.

Σε ότι αφορά τις διαπραγματεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης με την Αίγυπτο, ο τέως πρωθυπουργός υπενθυμίζει πως στόχος της ήταν μια "τμηματική συμφωνία" καθώς "η συνολική διευθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δεν μπορεί να γίνει χωρίς στο τραπέζι του διαλόγου να κάθεται και η Τουρκία".

Κλείνοντας, ο Αλ. Τσίπρας αναφέρεται στις σημερινές εξελίξεις με "την προκλητική παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από το Όρουτς Ρεις, ακριβώς στην περιοχή που ορίζεται από την οριογραμμή της Συμφωνίας μας με την Αίγυπτο" και διερωτάται "με δραματικό τρόπο": "Ποια είναι η στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη;".

"Αν είναι οι διερευνητικές και η Χάγη- όπως είναι σαφώς για τον Συριζα- τότε στόχος πρέπει να είναι κινήσεις που τουλάχιστον ενισχύουν και δεν αποδυναμώνουν τη θέση και τα επιχειρημάτά μας", αναφέρει και προσθέτει: "Αν πάλι η στρατηγική μας δεν είναι η Χάγη και είναι μόνο η ανάσχεση της Τουρκίας και η σύναψη διμερώς με άλλα κράτη συμφωνιών, έστω και τμηματικά, αφήνοντας τη Τουρκία απ' έξω, τότε καλό είναι να το ξεκαθαρίσει ο κος Μητσοτάκης. Αλλά σε αυτή τη περίπτωση θα έπρεπε να είμαστε απολύτως αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε όλα τα τμήματα αυτά, αποτρέποντας στη πράξη τις έρευνες του Τουρκικού σκάφους".

Ο ίδιος υποδεικνύει πως έτσι συνέβη και τον Οκτώβρη του 18, "όταν μάλιστα δεν είχαμε ούτε Τουρκολιβυκο σύμφωνο, ούτε τμηματική Συμφωνία με την Αίγυπτο, ούτε κοντινή τη προοπτική της Χάγης". "Φοβάμαι ότι σήμερα δεν κάνουμε ούτε αυτό. Και κυρίως δεν έχουμε σαφή στόχο και στρατηγική. Ούτε τη μια ούτε την άλλη. Γι' αυτό έχω ζητήσει επανειλημμένα τη σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών για να αντιμετωπίσουμε το κενό αυτό", υπογραμμίζει και καταλήγει:

"Σε κάθε περίπτωση, το έλλειμμα στρατηγικής και η υποταγή και της εξωτερικής πολιτικής στην εύκολη επικοινωνία και στο πρόσκαιρο πολιτικό όφελος, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη χώρα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα".

Αναλυτικά, το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" με τίτλο "Το έλλειμμα εθνικής στρατηγικής, σοβαρός κίνδυνος για τα κυριαρχικά μας δικαιώματα":

Οι τελευταίες εξελίξεις με την κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας δεν αποτελούν κεραυνό εν αιθρία, αλλά μια εξέλιξη που θα έπρεπε να αναμένουμε παρακολουθώντας τη στρατηγική της Τουρκίας. Το ερώτημα που γεννάται είναι ποια είναι η δική μας στρατηγική.

Τον Δεκέμβριο του 2017 ο Ερντογάν έκανε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Τούρκου προέδρου στην Αθήνα, έπειτα από 65 χρόνια. Σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου η αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας ως προς τη Συνθήκη της Λωζάννης είχε ήδη εκφραστεί, οι παραβιάσεις κλιμακώνονταν και οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν κλονιστεί. Παρ’ όλα αυτά οι δίαυλοι παρέμειναν ανοιχτοί στο υψηλότερο επίπεδο, ακόμη κι αν αυτό είχε ως συνέπεια να παρακολουθήσει η διεθνής κοινή γνώμη μία αληθινή αντιπαράθεση σε ζωντανή μετάδοση, την ώρα των επίσημων δηλώσεων. Οι ελληνικές θέσεις, όμως, βασισμένες σαφώς στο Διεθνές Δίκαιο, εκφράστηκαν δημοσίως και ευθαρσώς ενώπιον του Τούρκου προέδρου, όπως και στις τρεις επισκέψεις μου στην Τουρκία.

Τον Φλεβάρη του ’19 επισκέφτηκα ως πρωθυπουργός την Αγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, τη Χάλκη και την Αγία Σοφία. Ηταν οι μέρες που η Ελλάδα είχε καταφέρει να βγει από μια περίοδο πολυετούς ακινησίας στην εξωτερική της πολιτική. Είχε κυρώσει τη Συμφωνία των Πρεσπών και είχε θέσει τις βάσεις ύστερα από σειρά τριμερών με Κύπρο - Αίγυπτο - Ισραήλ για τον East Med και το σχήμα 3+1 με τις ΗΠΑ. Η χώρα απολάμβανε τους καρπούς μιας δομημένης στρατηγικής στην εξωτερική της πολιτική, με αρχή, μέση και τέλος. Και το μήνυμα προς την Τουρκία ήταν σαφές -σταθερά για 4 χρόνια- ότι είχε έρθει η ώρα για επανέναρξη διερευνητικών για την επίλυση της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Δυστυχώς η Τουρκία ουδέποτε ανταποκρίθηκε, αν και η επανεκκίνηση του διαλόγου για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ήταν ένα θετικό μήνυμα.

Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά, όλα μοιάζουν να έχουν αλλάξει προς το χειρότερο. Η Τουρκία αξιοποίησε ραγδαία τη στήριξη που έλαβε από τις ΗΠΑ στη Λιβύη και τις αδυναμίες της Ε.Ε., επιχειρώντας να καταστεί μεσογειακή (ναυτική) δύναμη. Παράλληλα, με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, ο Τούρκος πρόεδρος επιχειρεί να καταστεί ηγέτης του παγκόσμιου ισλαμικού κινήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, πέραν της απαράδεκτης εργαλειοποίησης των προσφύγων στον Εβρο, η Τουρκία προχώρησε σε παράνομη συμφωνία για ΑΟΖ με την προσωρινή κυβέρνηση της Λιβύης, ενώ στη συνέχεια κατέθεσε μονομερώς συντεταγμένες στον ΟΗΕ για τη δήθεν υφαλοκρηπίδα της παραβιάζοντας τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Πώς όμως φτάσαμε ώς εδώ; Ποια ήταν η στρατηγική της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις; Τον Ιούνιο του ’19, η Ελλάδα διεκδίκησε και πέτυχε, μαζί με την Κύπρο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κυρώσεις κατά της Τουρκίας για την παράνομη δραστηριότητα ερευνών και εξορύξεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Από τον Ιούλη του ’19, όμως, η νέα ελληνική κυβέρνηση δεν διεκδίκησε ποτέ την επέκτασή τους σε περίπτωση που η Τουρκία θα έκανε πράξη τις απειλές της για παράνομες έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Παράλληλα, όχι μόνο δεν πρωταγωνίστησε στην επανέναρξη του ευρωτουρκικού διαλόγου τον Μάρτιο του 2020, με απώτερο σκοπό την αξιοποίηση της γερμανικής Προεδρίας και της φίλης Γαλλίας, αλλά αυτοεξαιρέθηκε από αυτόν.

Την ίδια στιγμή, ενώ ορθώς η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη σύναψη της ελληνοϊταλικής συμφωνίας, δεν προχώρησε στην επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο με την προοπτική να κάνει το ίδιο στη Νότια και Ανατολική Κρήτη ανάλογα με τις εξελίξεις, όπως προέβλεπε ο σχεδιασμός του ΥΠΕΞ. Θυμόμαστε όλοι όμως την αντίσταση που προέβαλε η Ν.Δ. όταν η προοπτική αυτή συζητήθηκε στη Βουλή από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον Μάιο 2019.

Ως προς την ουσία των διαπραγματεύσεών της, η κυβέρνηση προχώρησε από εκεί που τις είχαμε αφήσει με Ιταλία και Αίγυπτο, βεβιασμένα όμως και υπό την πίεση του ανυπόστατου τουρκο-λιβυκού συμφώνου. Και συμφώνησε και με τις δύο χώρες, αποδεχόμενη σχεδόν όλα τα σημεία στα οποία η προηγούμενη κυβέρνηση διαπραγματευόταν. Ο συμβιβασμός με την Ιταλία δεν ήταν δραματικός. Γι’ αυτό άλλωστε και καλωσορίσαμε τη Συμφωνία. Ωστόσο, παρότι «έσπασε» το παράνομο σύμφωνο Σαράζ-Τουρκίας, οι υποχωρήσεις έναντι της Αιγύπτου στη Συμφωνία, δημιουργούν επικίνδυνα προηγούμενα που για να μη γίνουν τετελεσμένα και να αντιμετωπιστούν απαιτείται σαφής εθνική διπλωματική και αμυντική στρατηγική.

Με μια συμφωνία με μια τρίτη γειτονική χώρα της περιοχής, την Αίγυπτο, μειωμένης επήρειας νησιών μας όπως η Κρήτη, το μεγαλύτερο νησί της χώρας μας, ή η Κάρπαθος και η Κάσος, μάλλον μόνοι μας αποδυναμώνουμε τα επιχειρήματά μας, πριν καν τα προβάλουμε σε μια διαπραγμάτευση με στόχο την επίλυση της διαφοράς μας στη Χάγη.

Αν, επίσης, βασική θέση της Τουρκίας και κόκκινη γραμμή από την πλευρά της, εδώ και χρόνια, είναι ο 28ος μεσημβρινός, τότε η οριοθέτηση με την Αίγυπτο, που φτάνει πριν από το όριο αυτό, δημιουργεί de facto την εντύπωση ότι η Ελλάδα αφήνει την περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού στις τουρκικές διεκδικήσεις. Και η Navtex της Τουρκίας για τις έρευνες του «Ορούτς Ρέις», που ακολούθησαν, αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει.

Μια συμφωνία τμηματική με την Αίγυπτο διαπραγματευόμασταν βεβαίως και εμείς, από το 2016. Τμηματική, διότι γνωρίζαμε ότι η συνολική διευθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δεν μπορεί να γίνει χωρίς στο τραπέζι του διαλόγου να κάθεται και η Τουρκία. Ωστόσο ποτέ δεν αποδεχτήκαμε να δώσουμε ανέλπιστο δώρο στην Τουρκία, πριν ακόμη καθίσουμε στο τραπέζι του διαλόγου, την αποδοχή της κόκκινης γραμμής του 28ου, αφήνοντας μάλιστα τη μισή Ρόδο εκτός οριοθέτησης. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν υπογράψαμε, παρότι επιθυμούσαμε συμφωνία με την Αίγυπτο. Διότι σημασία δεν έχει μόνο να καταλήξεις σε συμφωνία, αλλά και σε τι συμφωνία καταλήγεις και σε ποιο πλαίσιο στρατηγικής εντάσσεται.

Σήμερα, λοιπόν, ιδίως μετά την προκλητική παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από το «Ορούτς Ρέις», ακριβώς στην περιοχή που ορίζεται από την οριογραμμή της Συμφωνίας μας με την Αίγυπτο και ανατολικότερα, γεννάται με δραματικό τρόπο το ερώτημα: Ποια είναι η στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Αν είναι οι διερευνητικές και η Χάγη -όπως είναι σαφώς και για τον ΣΥΡΙΖΑ- τότε στόχος πρέπει να είναι κινήσεις που τουλάχιστον ενισχύουν και δεν αποδυναμώνουν τη θέση και τα επιχειρήματά μας.

Αν πάλι η στρατηγική μας δεν είναι η Χάγη και είναι μόνο η ανάσχεση της Τουρκίας και η σύναψη διμερών με άλλα κράτη συμφωνιών, έστω και τμηματικά, αφήνοντας την Τουρκία απ’ έξω, τότε καλό είναι να το ξεκαθαρίσει ο κ. Μητσοτάκης. Αλλά σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να είμαστε απολύτως αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε όλα τα τμήματα αυτά, αποτρέποντας στην πράξη τις έρευνες του τουρκικού σκάφους.

Αυτό άλλωστε έπραξαν οι Ενοπλες Δυνάμεις μας και τον Οκτώβρη του ’18, όταν μάλιστα δεν είχαμε ούτε τουρκο-λιβυκό σύμφωνο, ούτε τμηματική συμφωνία με την Αίγυπτο, ούτε κοντινή την προοπτική της Χάγης. Είχαμε απλά το καθήκον να αποτρέψουμε την παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και αυτό κάναμε. Φοβάμαι ότι σήμερα δεν κάνουμε ούτε αυτό. Και κυρίως δεν έχουμε σαφή στόχο και στρατηγική. Γι’ αυτό έχω ζητήσει επανειλημμένα τη σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών για να αντιμετωπίσουμε το κενό αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το έλλειμμα στρατηγικής και η υποταγή και της εξωτερικής πολιτικής στην εύκολη επικοινωνία και στο πρόσκαιρο πολιτικό όφελος εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τη χώρα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.