21/09/2020 14:51:32

Ο Πολιτισμός ως η κύρια μέριμνα της πολιτικής σκέψης και πράξης

 

Το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας, όπως και όλα τα (πολλά) προηγούμενα, προφανώς κατ’ εντολήν της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας,  κάνουν ένα κατά τη γνώμη μας σοβαρότατο σφάλμα. Αγνοούν ή υποτιμούν τον τρόπο με τον οποίον κινείται η Ιστορία.  Όπως άλλωστε και  όλοι ανεξαιρέτως οι  προβεβλημένοι   αναλυτές και δημοσιολογούντες.  Αγνοούν ή υποτιμούν πως η Ιστορία κινείται με βάση την εκάστοτε  φιλοσοφική θεμελίωση των λαών, δηλαδή τη νοηματοδότηση του Κόσμου και της ζωής, που αποτυπώνεται στον Πολιτισμό, στον Πολιτισμό ως πρωτίστως  φιλοσοφική  θέσμισή τους.  Από αυτή τη φιλοσοφική θέσμιση προκύπτουν οι στόχοι και οι προτεραιότητες της ζωής,   διαμορφώνονται  οι στόχοι, τα πάθη, οι επιθυμίες και τα έργα του ανθρώπου, διαμορφώνεται δηλαδή το ιστορικό αποτύπωμά του, διαμορφώνεται η Ιστορία. 

Το ότι τα παραπάνω είναι φανερά στις προνεωτερικές κοινωνίες, σχηματικώς μέχρι τον 15ο αιώνα,  δεν χωρεί αμφιβολία. Μέριμνα των λαών, άρα και της εκάστοτε «πολιτικής εξουσίας», υπήρξε  η αποτύπωση της εκάστοτε φιλοσοφικής τους θεμελίωσης/θέσμισης,  σε έργα που θα προωθούσαν τους από αυτήν τη φιλοσοφική θεμελίωση ιεραρχημένους συλλογικούς και ατομικούς στόχους. Αλλά ομοίως κινήθηκε η Ιστορία και στις μετέπειτα   περιόδους, μέχρι τις μέρες μας.   Τα έργα των λαών  εξακολουθούν να βασίζονται στις φιλοσοφικές θεμελιώσεις/θεσμίσεις τους.    

Στις προ-νεωτερικές περιόδους, στόχος ήταν η επέκταση της εμβέλειας του ανθρώπου πέραν της λεγόμενης σήμερα φυσικής του ζωής. Έτσι λοιπόν διαμορφώνονταν οι προτεραιότητές του και η εικόνα της παρουσίας του στο χώρο και στο χρόνο.   Κατά τη νεωτερική περίοδο, δηλαδή κατά τη φιλοσοφική πρόταση της νεωτερικότητας,  στόχος το ορατό και απτό, το «εδώ και τώρα», γιατί η ύπαρξή του περιορίστηκε στο «σκέφτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum) και με βάση αυτό προέκυψαν οι νέες προτεραιότητες της ζωής του και το αποτύπωμα των κοινωνιών του.   

Αναφερόμαστε εδώ αποκλειστικώς στις «δυτικές κοινωνίες», δηλαδή στις κοινωνίες  που θεμελιώθηκαν σε αυτήν την νεωτερική φιλοσοφική πρόταση. Έτσι υπάρχουν και εξελίσσονται    οι κοινωνίες της Ευρώπης από τον 15ο αιώνα και εξής, με αυξανόμενη πιστότητα προς αυτήν.  Έτσι δημιουργήθηκαν και οι πέραν του Ατλαντικού αποικίες των Ευρωπαίων (ΗΠΑ).  

Στα πλαίσια αυτά  διατυπώθηκαν στη Δύση τα διάφορα πολιτικά ιδεολογήματα, ιδεολογήματα που καίτοι δημιούργησαν εντάσεις και τριβές μεταξύ των ανθρώπων και των κοινωνιών τους, δεν διέφεραν μεταξύ τους φιλοσοφικώς. Τόσο ο Άνταμ Σμιθ όσο και ο Μαρξ, υπήρξαν πιστοί στη νεωτερική φιλοσοφική πρόταση, η έννοια της ευτυχίας του ανθρώπου υπήρξε κοινή για όλους, οι μέθοδοι κατάκτησής της διέφεραν. Όλες οι σημερινές νεωτερικές κοινωνίες -άρα και οι πολιτικοί διαχειριστές τους- λειτουργούν επιδιώκοντας αυτήν την ανθρώπινη ευτυχία, επιδιώκοντας το «επικερδές» και το «χρήσιμο», υπό τις νεωτερικές έννοιες των όρων αυτών.

Αναφερόμαστε βεβαίως πάντα στη Δύση, γιατί στην Ανατολή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γιατί σήμερα βλέπουμε εκεί να   αναδύονται  φιλόδοξες υπερδυνάμεις, σε κοινωνίες που εν πολλοίς ακολούθησαν άλλον δρόμο εξέλιξης από αυτόν των νεωτερικών εμμονών, με οπισθοχώρηση της   παντοδυναμίας των μέχρι τώρα αντίστοιχων Δυτικών,  οπισθοχώρηση καταφανώς οφειλόμενη στα όρια, αλλά  και στα αδιέξοδα που προέκυψαν από την επικράτηση της «νεωτερικότητας».   Μάλιστα, κρατικές οντότητες που πάσχισαν και αυτές να «ανήκουν εις την Δύσιν», επικαλούνται σήμερα προ-νεωτερικές φιλοσοφικές προτάσεις, για να ενδυναμώσουν την παγκόσμια εμβέλειά τους (π.χ. η Τουρκία). 

Διακινδυνεύοντας μια χρήσιμη κατ’ εμάς σχηματοποίηση, θα λέγαμε πως η μεγάλη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης, δηλαδή τελικώς νεωτερικότητας και προ-νεωτερικότητας, άρχισε να κυοφορείται με το σχίσμα των εκκλησιών του 11ου αιώνα. Τελικό αποτέλεσμα υπήρξε η  εγκαθίδρυση των ΗΠΑ και της ΕΣΔΔ ως μοναδικών παγκόσμιων υπερδυνάμεων σε ένα διπολικό κόσμο. Με την Ευρώπη ως μοιρασμένο προσάρτημα τις δύο αυτές υπερδυνάμεις. Αλλά με ταυτόχρονη ενίσχυση της αντικοινωνικής ατομοκεντρικότητας και παγίωσης ενός οντολογικού κενού, που ματαίως επιχείρησε να άρει ο Ρομαντισμός του 19ου αιώνα. 

Σήμερα όμως αλλάζουν άρδην τα δεδομένα. Η ανάδειξη των ανατολικών υπερδυνάμεων οδήγησε τις ΗΠΑ, δια του Προέδρου Τραμπ, στη ρεαλιστική πολιτική επιδίωξης δικτύου επιρροών, αντί της ανέφικτης πλέον παγκόσμιας κυριαρχίας. Η Τουρκία καραδοκεί να καταστεί η ισχυρότερη περιφερειακή δύναμη σε αυτό το δίκτυο.     Τούτο αποτελεί ένα έμμεσο τελεσίγραφο  προς την Ευρώπη, να πάψει να στηρίζεται  οικονομικά και στρατιωτικά στις ΗΠΑ, όσο και στο αμφισβητούμενης πλέον σημασίας  ΝΑΤΟ, αν θέλει να εξακολουθεί να υπάρχει ως ανεξάρτητη οντότητα στο άκρως ανταγωνιστικό και επιθετικό σημερινό διεθνές τοπίο. 

Η Ευρώπη όμως εξακολουθεί να παραπαίει, κυρίως γιατί δεν έχει πλέον καμία πολιτισμική  συνοχή, με τον Πολιτισμό  στην ουσιαστική διάστασή του.  Η επιδίωξη κάλυψης του οντολογικού κενού της, που προέκυψε από τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας, την οδήγησε   κατά τον 19ο  αιώνα στην υποβοήθηση δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, ελπίζοντας έτσι σε γεωγραφική αλλά και κυρίως πολιτισμική ολοκλήρωση και αναγέννησή της.  Γρήγορα όμως επικράτησαν   σχεδόν απολύτως οι εμμονικές νεωτερικές στοχεύσεις,  με τραγικότερο αποτέλεσμα τους δύο καταστροφικούς  πολέμους του 20ου αιώνα και η κατ’ εξακολούθηση εμμονή κράτους της να επιδιώκει κυριαρχία επί των άλλων πάση θυσία, επαπειλώντας νέες καταστροφές.   

Προς τούτο λοιπόν θα πρέπει η Ευρώπη να ανασυνταχθεί κοινωνικά, οικονομικά, στρατιωτικά και κυρίως πολιτισμικά, που αποτελεί προϋπόθεση όλων.  Εδώ είναι και ο ρόλος της Ελλάδος. Το νεοελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε εν πολλοίς και ως φιλοσοφική διέξοδος του οντολογικού κενού που δημιούργησε η νεωτερική φιλοσοφική πρόταση,   οφείλει να ανταποκριθεί στο ρόλο αυτόν.  Δυστυχώς όμως η σημερινή Ελλάδα, δια των πολιτικών διαχειριστών που επιλέγει εδώ και δεκαετίες, δείχνει να μην έχει   κατανοήσει το λόγο που ιδρύθηκε ως κράτος τον 19ο αιώνα.    Οι ελληνικές κυβερνήσεις ασκούν εξωτερική πολιτική αγνοώντας την ιστορία, αγνοώντας και τα αιτήματα του μέλλοντος. 

Αλλά και σε πιο απλό διαπραγματευτικό επίπεδο, δείχνουν να αγνοούν πως η ελληνική ιστορία άρχισε από τη Μικρά Ασία -Ίωνες ονομάζουν μέχρι σήμερα του Έλληνες οι Τούρκοι- και επεκτάθηκε ένθεν κακείθεν της Μεσογείου, αλλά και μέχρι την Κασπία Θάλασσα.   Έτσι λοιπόν, αντί της επίκλησης του ανύπαρκτου διεθνούς δικαίου και των καταδήλως αδύναμων διεθνών δικαστηρίων, ας διακηρύξουν προς πάσα κατεύθυνση πως η Μικρά Ασία υπήρξε κατ’ εξοχήν ελληνικός τόπος, μέχρι την βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων από τις προγονικές τους εστίες. Στη συνέχεια ας διακηρύξουν πως το Αιγαίο είναι ο γενέθλιος τόπος της Ευρώπης και πως η ελληνική πρόταση δημιούργησε την πολιτισμική ταυτότητά της. 

Ας πάψουν με άλλα λόγια οι πολιτικοί μας να μας   αποπροσανατολίζουν από την πραγματική διακύβευση. Στο Αιγαίο το θέμα που τίθεται δεν είναι η κενού περιεχομένου «συνεκμετάλλευση». Δεν πρόκειται ποτέ να κατασκευάσει κάποιος πετρελαιοπηγές. Το ζήτημα είναι η στρέβλωση της ιστορίας του και ταυτόχρονα ο στρατιωτικός του έλεγχος, σε βάρος της ευρωπαϊκής οντότητας και ισχύος. Όπως ακριβώς επιχειρείται η στρέβλωση της ιστορίας και της ταυτότητας της Μικράς Ασίας, της Κωνσταντινούπολης και της Θράκης, αλλά και η επί αυτών κυριαρχία. Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 υπήρξε ήττα της Ευρώπης: τότε το αγνόησε, ας το κατανοήσει τώρα.  Ιδού το πεδίον δράσης του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, σημαντικότερο από τις όποιες συμφωνίες για το πού θα ψαρεύουν τα καΐκια.  

Η Ελλάδα, στην νεοελληνική μορφή της, ως φυσικού φορέως της πολιτισμικής παραδόσεως που διαμόρφωσε την Ιστορία,  οφείλει να συνεχίσει να εκπληρώνει τον ιστορικό της ρόλο. Με «λογισμό και μ’όνειρο».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.