20/11/2018 03:22:22

Νίκος Παναγιωτόπουλος: «Τα φεστιβάλ βλέπουν την τέχνη σαν καλλιστεία»

Νίκος Παναγιωτόπουλος: «Τα φεστιβάλ βλέπουν την τέχνη σαν καλλιστεία» - Media

Φωτογραφίες πολύχρωμα χαρτάκια, σημειώσεις με ονόματα, βελάκια, γράμματα και αριθμοί. Όλα πάνω σε έναν μεγάλο πίνακα που καλύ­πτει ολόκληρο τοίχο. Η θέση του τόσο αυτονόητη, όσο και αυτή του καναπέ ή της τραπεζαρίας Κάθε φορά που ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μπαίνει στην περιπέτεια μιας νέας ταινίας αυτή «υπάρχει» βήμα - βήμα στον τοίχο του σπιτιού του. «Η κοιλάδα των ρόδων» θα τον βγάλει on the road για γυρίσματα και εκτός ελληνικών συνόρων, παρέα με ένα dream team ηθοποιών. Το «σηκώνει» η «περίεργη» και πυκνή ιστορία τη ς, που κάνει άλματα μέσα στον χρόνο. Ο έρωτας είναι φυσικά στην καρδιά τη ς, εκτυλίσσεται όμως σε ένα κλίμα επιστημονικής φαντασίας. Η μισή ταινία «τρέχει» στο 4.000 μ.Χ. Καινούργιο κινηματογραφικό είδος και νέα ταινία για τον πιο παραγωγικό σκηνοθέτη («Δεσμοί αίματος», «Τα οπωροφόρα της Αθήνας», «Αυτή η νύχτα μένει», «Ο εργένης», «Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας»).

 

Να ξεκινήσουμε με τη νταινία. Έχει ένα«περίεργο» στόρι.

Ένας Γερμανοελβετός, ο Πάουλ Ντήναχ, στις αρχές του 20ού αιώνα ζει σε μια κωμό­πολη της Ελβετίας. Είναι πλατωνιστής, καλλιεργημένος, ρομαντικός, φιλάσθενος, μένει απομονωμένος με τη μητέρα του. Ζει έναν υπέροχο έρωτα με την Άννα, η οποία πεθαίνει από φυματίωση. Μπαίνει στο νοσοκομείο, όπου η καρδιά του σταματά για δεκαπέντε λεπτά. Το 1922 έρχεται στην Αθήνα και προσβάλλεται από φυματίωση. Προτού αναχωρήσει, παρέδωσε έναν πάκο χειρόγραφα στον καλύτερό του μαθητή, τον Γεώργιο Παπαχατζή – μετέπειτα πρύτανη του Παντείου. Ένα από τα ημερολόγια αναφέρεται στη ζωή του στο 4.000 μ.Χ., όπου διατείνεται ότι έζησε με τη μορφή ενός άλλου, του Ανδρέα Νόρθαμ. Αυτός ερωτεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα, τη Σίνθια, και στη συνέχεια ανακάλυψε ότι είναι μια άλλη μορφή της Άννας. Μιλάμε δηλαδή για έναν έρωτα που επιζεί πέρα από τον θάνατο.

Η ταινία σάς έχει βάλει σε κλίμα επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και το να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα σήμερα, ακούγεται σαν σενάριο επιστημονική ςφαντασίας…

Υπάρχει μια αβεβαιότητα στη χρηματοδότηση, αλλά ελπίζω να τα καταφέρω. Μόλις πάρω τα χρήματα που έχει εγκρίνει η ΕΡΤ, θα ξεκινήσω γυρίσματα. Γενικά μιλώντας, πι­στεύω ότι ο Μεσαίωνας μας ήρθε έρποντας, στα κρυφά. Ξυπνήσαμε σε μια εποχή χωρίς ευαισθησία και συναισθηματικές ορμές, χωρίς ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές αξίες.

Τι εννοείτε;

Το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό. Έχει να κάνει πρωτίστως με κρίση αξιών. Η ποίηση και η τέχνη βρίσκονται σε παρακμή. Όταν η αισθητική συνείδηση έχει πάθει τέτοια καθίζηση, είναι λογικό η τέχνη να συμπαρασύρεται σε μια γενικότερη πνευματική κατάπτωση. Οι νεότερες ηλικίες δεν έχουν για πρότυπα σημαντικούς ανθρώπους. Οι αληθινοί ήρωες της εποχής είναι κροίσοι, εταίρες, τηλεοπτικές περσόνες. Στην τέχνη κανείς δεν ξέρει τι είναι ωραίο και τι άσχημο. Αν πας στην Μπιενάλε Ζωγραφικής, θα δεις μια εννοιολογική τέχνη, που πρέπει να καταλάβεις. Εγώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να σε καταλαμβάνει, όχι να την καταλαβαίνεις.

Εσείς με τι ήρωες πορευτήκατε;

Με σημαντικούς ανθρώπους. Ανήκω σε μια γενιά και σε μια εποχή που θεωρεί ότι η τέχνη είναι η γνώση συμβατικών κανόνων, τους οποίους δεν χρειάζεται κανείς να εφεύρει, αλλά να μάθει. Ο καλλιτέχνης πρέπει να μαθητεύει. Δεν είναι τυχαίο ότι την εποχή της μεγάλης ζωγραφικής, οι νέοι ζωγράφοι μαθήτευαν στα ατελιέ των μετρ.

Οι συνάδελφοι της γενιάς σας τάχθηκαν στον πολιτικό κινηματογράφο. Εσείς πήγα­τε κόντρα στο ρεύμα και επιμείνατε σε ένα σινεμά προσωπικό.

Μια γενιά δεν μοιράζεται τις ίδιες ιδέες, αλλά την ίδια εποχή. Αισθάνομαι ντεμοντέ σκηνοθέτης γιατί δεν έχω καμία σχέση με τη ροή των πραγμάτων. Το κυρίαρχο σινεμά σήμερα μου φαίνεται ανυπόφορο. Στην εποχή μου έβγαινε ένας Αντονιόνι από εδώ, ένας Φελίνι από εκεί, ένας Γκοντάρ από την άλλη. Τώρα τι περιμένει κανείς; Τα τελευ­ταία κινούμενα σχέδια σε 3D; Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την οικονομική κρίση. Ένας κριτικός κινηματογράφου που βάζει πιο πολλά αστέρια στον Αλμοδόβαρ απ’ ό,τι στον Σοκούροφ είναι υπεύθυνος για την οικονομική κρίση. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό, ενώ αυτή είναι η δουλειά του. Αν αυτό το επεκτείνεις σε όλους τους τομείς της ζωής, να γιατί φτάσαμε στην οικονομική κρίση.

Ο δρόμος της μοναχικότητας που πάντοτε επιλέγατε, τι κόστος είχε; Από τη μία μο­ναξιά και από την άλλη ελευθερία;

Ελευθερία σημαίνει να είσαι αντιφατικός. Να πιστεύεις άλλα το πρωί και άλλα το βρά­δυ χωρίς ενοχές. Τα έργα δεν τα κάνει το πνεύμα, αλλά ο χαρακτήρας. Οι μορφωμένοι άνθρωποι δεν γίνονται οι καλύτεροι καλλιτέχνες.

Πώς βλέπετε τους σκηνοθέτες της νέας γενιάς, όλα αυτά τα παιδιά που έχουν βγει με φόρα προς τα «έξω» Γ. Λάνθιμο, Α. Τσαγγάρη, Ε. Λυγίζο; Υπάρχει κάτι που ζηλ­εύετε στον τρόπο που κάνουν σινεμά;

Κάθε γενιά παίζει τη μουσική της. Μη ζητάς από έναν άνθρωπο που ακούει μια μουσική, να σου πει τη γνώμη του για μια άλλη. Εγώ κρίνω τα πράγματα μέσα από την ηλικία και την εποχή μου. Δεν με συγκινεί αυτό το σινεμά γιατί είναι εννοιολογικό. Πρέπει να καταλάβεις τι θέλει να πει η ταινία. Εγώ πιστεύω ότι οι ταινίες δεν πρέπει να λένε τίποτα. Είναι αυτονόη­το ότι φταίει η οικογένεια για την κοινωνική παρακμή. Λένε, λοιπόν, αυτονόητα πράγματα με στόμφο. Για να αποποιηθείς τη σοβαροφάνεια, πρέπει να έχεις πολύ θάρρος, αλλά και να έχεις κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μέσα στον κόσμο. Δηλαδή, εμείς οι καλλιτέχνες, αντί να αφήσουμε τους ανθρώπους στην ησυχία τους – έχουν την ανεργία, την πείνα, τις αρρώστι­ες τους –, πρέπει να τους κουνάμε και το δάχτυλο από πάνω; Το κοινωνικό σινεμά, όμως, είχε πάντοτε πολλούς οπαδούς γιατί απάλλασσε τους θεατές από τις ενοχές.

Εσείς υπήρξατε αντισυμβατικός και σε κάτι ακόμα: δεν κυνηγήσατετα πολλά εισι­τήρια και γυρίσατε την πλάτη σας στα φεστιβάλ. Γιατί;

Δεν ψάχνω θεατές. Αναζητώ συνενόχους. Επίσης, απεχθάνομαι τα φεστιβάλ γιατί, αντί να γίνονται για τις ταινίες, συμβαίνει το ανάποδο. Οι ταινίες γυρίζονται για τα φε­στιβάλ. Εμένα δεν ήρθε κανείς να μου ζητήσει μια ταινία. Πρέπει εγώ να χτυπήσω την πόρτα, να υποστώ αυτήν την ταπεινωτική διαδικασία και να υποβάλω την ταινία μου σε ανθρώπους τους οποίους δεν σέβομαι. Ο κόσμος του φεστιβάλ είναι πλασματικός. Οι άνθρωποι μένουν σε ξενοδοχεία, κι όχι στα σπίτια τους. Βλέπουνε ταινίες από το πρωί μέχρι το βράδυ ενώ στην πραγματική τους ζωή πάνε στο σινεμά μία φορά το εξάμηνο. Τα φεστιβάλ είναι χώροι όπου όλοι μπορούν να πούνε τη γνώμη τους: κριτικοί, καλλιτέχνες, κοινό, παπάδες (οι οποίοι δίνουν οικουμενικά βραβεία). Επειδή όμως οι γνώμες διανέμονται δωρεάν, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τις παραλαμβάνουμε.

Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πώς σας φαίνεται; Αν δεν κάνω λάθος, η τελευταία φο­ρά που πήγατε ήταν μετα «Χρώματα της Ίριδας» (1974).

Δεν μου αρέσει. Στην ακτίνα χιλιομέτρου της Λεωφόρου Νίκης συνυπάρχουν πολλές κακές ενέργειες και υπάρχει πολύς ανταγωνισμός.

Η εξέλιξή του πώς σας φαίνεται μέσα στον χρόνο; Από τότε άλλαξε χέρια, ανθρώ­πους, ταυτότητα…

Στην Ελλάδα οι άνθρωποι κάνουν ένα πράγμα για να προβάλουν τον εαυτό τους. Ο Δημήρης Εϊπίδης είναι περήφανος γιατί γνωρίζει τον Αμπάς Κιαροστάμι. Ο Παντελής Βούλγαρης είναι περήφανος γιατί γνώριζε τον Ηλία Καζάν. Ο Ανδρέας Βουτσινάς για την Τζέιν Φόντα. Με ενοχλεί που τα φεστιβάλ αντιμετωπίζουν την τέχνη ως καλλιστεία. Αν ρωτήσεις έναν άνθρωπο, του οποίου την κρίση εμπιστεύεσαι – για παράδειγμα, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές –, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο στον κόσμο, θα σου πει δέκα βιβλία που δεν γνωρίζεις. Οι ηλίθιοι όλοι απαντάνε ότι καλύτερος συγγραφέας είναι ο Ντοστογιέφσκι.

Και η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου;

Δεν ανήκα ποτέ στην «Ομίχλη» γιατί, αν υποφέρω από κάτι, είναι από διαύγεια. Πού κατέληξε η ομίχλη; Να δημιουργήσει Ακαδημία Κινηματογράφου, να κάνει τελετές στο Μέγαρο Μουσικής, να βραβεύει ταινίες και να συντρώει με τον υπουργό Πολιτισμού. Το μικροαστικό όνειρο κάθε Έλληνα είναι να φάει με τον υπουργό και τον πρωθυπουρ­γό. Οι καλλιτέχνες πρέπει να είναι εναντίον των βραβείων. Γιατί δηλαδή πρέπει ο ένας να είναι καλύτερος από τον άλλον; Είναι σαν να συγκρίνεις μπαρμπούνια με μήλα.

Λέγατε πριν ότι σας είναι αδιάφορες οι σχέσεις με υπουργούς και πολιτικούς. Για να κάνω, όμως, τον δικηγόρο του διαβόλου, ειδικά το σινεμά είναι μια τέχνη που έχει ανάγκη τα κρατικά λεφτά. Δεν συμφωνείτε;

Βέβαια. Μπορείτε να φανταστείτε ποιο θα ήταν το ρεπερτόριο των αθηναϊκών θεατρι­κών σκηνών αν δεν υπήρχε κρατική επιδότηση; Ποιος θα ανέβαζε Σαίξπηρ, Μολιέρο, Τσέχωφ; Θα προτιμούσαν remake παλιών ελληνικών ταινιών. Θα σας πω και κάτι άλλο: άκουγα τις προάλλες τον διευθυντή της ΚΟΑ να λέει: «Εμείς θα φέρουμε τη μουσική στον κόσμο». Ο κόσμος πρέπει να πάει κοντά στη μουσική. Δεν είναι θέμα ποσότητας. Ένα βιβλίο, για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει την ανθρωπότητα, ακόμα κι αν το έχει διαβάσει ένας μόνο άνθρωπος. Δεν χρειάζεται να το έχουν διαβάσει εκατομμύ­ρια. Τον Μαρξ, που αναστάτωσε τον κόσμο, ποιος τον διάβασε; Ή τον Όμηρο; Ούτε καν ο Μαρωνίτης. Αν, όμως, πεις σε έναν ταξιτζή ότι ο Όμηρος δεν ήταν Έλληνας θα σε σκοτώσει. Να πώς η κουλτούρα επηρεάζει με έναν μυστήριο τρόπο τους ανθρώπους.

Πάντοτε μια κουβέντα μαζί σας για μια ταινία που «τρέχει» στο παρόν, δίνει τη σκυ­τάλη και για την επόμενη. Έχετε αποφασίσει ήδη το επόμενο βήμα;

Θέλω να κάνω μια κωμωδία μπουρλέσκ. Πιστεύω ότι η ουσία του σινεμά κρύβεται το μπουρλέσκ. Όλοι λένε «αυτά μόνο στον κινηματογράφο συμβαίνουν». Πέφτει ο άλλος απ’ το δέκατο πάτωμα και στέκεται όρθιος. Ενώ στη σημερινή εποχή θέλουν όλα αυτά να συμβαίνουν στη ζωή. Το σινεμά δεν είναι για να αντιγράφει τη ζωή. Είναι για να την μπολιάζει με μικρά πράγματα. Αν δεν υπήρχε το σινεμά, θα ερωτευόμαστε με τον ίδιο τρόπο; Θα σηκώναμε τον γιακά στο πουκάμισο κάπως; Θα καπνίζαμε με το ίδιο στυλ; 

INFO:Στην ταινία πρωταγωνιστούν: Νίκος Κουρής, Αλεξία Καλτσίκη, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μαρκέλλα Γιαννάτου, Λευτέρης Βογιατζής,Θέμις Μπαζάκα κ.ά. Η «Κοιλάδα των ρόδων» του Πάουλ Ντήναχ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιδεοθέατρον.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.