21/10/2020 19:21:12
26.9.2020 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2144 στις 24-9-2020

Η ένωση (που δεν έγινε) της Κρήτης με την Ελλάδα

Η ένωση (που δεν έγινε) της Κρήτης με την Ελλάδα - Media

 

Η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα επικυρώθηκε τυπικά τον Δεκέμβριο του 1913, όταν υψώθηκε η ελληνική σημαία στα Χανιά, υπό το βλέμμα του τότε βασιλέως Κωνσταντίνου Α’ και του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η Μεγαλόνησος κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα πέντε χρόνια νωρίτερα, εκδίδοντας ένα επίσημο ενωτικό ψήφισμα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1908. Ήταν μία προσπάθεια των κεφαλών της Κρήτης να επιδιώξουν την de facto ένωση με την Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι τη ρευστή πολιτική και διπλωματική κατάσταση που επικρατούσε στα Βαλκάνια κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα.

Ο Γολγοθάς των επαναστάσεων
Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830, ο σουλτάνος παραχώρησε την Κρήτη στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλυ ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει κατά τη διάρκεια της δεκαετούς επανάστασης στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Η αιγυπτιοκρατία διήρκεσε μια δεκαετία (1830-1840). Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε μετά τον δεύτερο τουρκοαιγυπτιακό πόλεμο, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις, των οποίων οι αντιθέσεις ευνοούσαν την Τουρκία αφού το δόγμα της ακεραιότητάς της εξασφάλιζε τις λεπτές ισορροπίες της ευρωπαϊκής ειρήνης, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Λονδίνου (3 Ιουλίου 1840) να αποσπάσουν την Κρήτη από την Αίγυπτο και να την επαναφέρουν στην απόλυτη κυριαρχία του σουλτάνου. Αργότερα, ακολούθησε η Κρητική Επανάσταση του 1866-1869, μια από τις σημαντικότερες επαναστάσεις της Κρήτης στη διάρκεια του 19ου αιώνα υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα και της αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού. Παρ' ότι η ίδια η επανάσταση δεν στέφθηκε με επιτυχία, το γεγονός της ανατίναξης της Μονής Αρκαδίου, που προκάλεσε τον θάνατο 300 περίπου πολιορκημένων και 700 αμάχων, είχε μεγάλο αντίκτυπο στη διεθνή κοινή γνώμη ως μία από τις πτυχές του όλου Ανατολικού Ζητήματος.

Ως συνέχεια της Κρητικής Επανάστασης ήρθε η σύμβαση της Χαλέπας, μια ιστορική συμφωνία μεταξύ της οθωμανικής κυβέρνησης και της Επαναστατικής Συνέλευσης των Κρητών, που συνομολογήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1878, στην ομώνυμη συνοικία των Χανίων της Κρήτης απ’ όπου έλαβε και την ονομασία της. Η Σύμβαση αυτή υπήρξε προϊόν της Διεθνούς Συνθήκης του Βερολίνου που συνομολογήθηκε τρεις μήνες νωρίτερα, στις 13 Ιουλίου του 1878, στο Βερολίνο, μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Ρωσίας και Ιταλίας αφενός και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου, κατά την οποία η τελευταία υποχρεωνόταν να εισάγει «διοικητικές μεταρρυθμίσεις» σε όσες επαρχίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας υπήρχε ισχυρό χριστιανικό στοιχείο. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα περιορίζονταν σημαντικά το 1889, μετά την επανάσταση που ξέσπασε και καταπνίγηκε ύστερα από οκτώ μήνες μαχών. Ακολούθησαν σφαγές χριστιανών, πυρπολήσεις χωριών, βεβηλώσεις και καταστροφές ναών και άλλες βιαιοπραγίες. Λίγα χρόνια αργότερα θα ξεσπούσε νέα επανάσταση (3 Σεπτεμβρίου 1895), την οποία θα ακολουθούσαν νέες σφαγές από πλευράς των Οθωμανών. 

Στην επανάσταση του 1897-1898 η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα στο νησί, πράγμα που οδήγησε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, κατά τον οποίο τα οθωμανικά στρατεύματα νίκησαν κατά κράτος τα αντίστοιχα ελληνικά στον θεσσαλικό μέτωπο. Η ταπεινωτική συνθηκολόγηση της Ελλάδος παρείχε φυσικά την απόσυρση οποιασδήποτε βοήθειας ή υποστήριξης προς την Κρήτη. Όλα αυτά, ωστόσο, είχαν ως αποτέλεσμα την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, οι οποίες δεν επιθυμούσαν να αφήσουν ένα κομβικής σημασίας γεωστρατηγικό μέρος της Μεσογείου στα χέρια των Οθωμανών. Έτσι, αποφάσισαν, με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1896, να προχωρήσουν σε οριστική λύση του κρητικού ζητήματος, με τη διεθνή κατοχή του νησιού και την ανακήρυξή του σε αυτόνομη πολιτεία. Με αυτή τη συνθήκη θα γεννιόταν η Κρητική Πολιτεία. 
Λίγο μετά τη συνθήκη, στις 21 Ιανουαρίου του 1897, τα ελληνικά στρατεύματα με δύναμη 1.500 αντρών θα αποβιβάζονταν στο νησί με σκοπό να το ελευθερώσουν και να το ενώσουν με την Ελλάδα. Στις 20 Μαρτίου του ίδιου χρόνου οι Μεγάλες Δυνάμεις χώρισαν το νησί σε διεθνείς τομείς, ενώ τα Χανιά και η γύρω περιοχή της πρωτεύουσας έγιναν πολυεθνικός τομέας. Οι Άγγλοι διοικούσαν τον νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι τον νόμο Ρεθύμνου, οι Γάλλοι τον νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακιών.

Στις 10 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στον Θέρισο υπό τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Κωνσταντίνο Φούμη και Κωνσταντίνο Μάνο, η οποία κήρυξε «την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος», έδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του κρητικού ζητήματος ήταν η ένωση.
Τελικά, στις 24 Σεπτεμβρίου 1908, οι Κρητικοί κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα, αλλά η ελληνική κυβέρνηση δεν τη δέχθηκε, γιατί φοβόταν πόλεμο με την Τουρκία. Ήδη η χώρα προσπαθούσε να ξεπεράσει την οικονομική καταστροφή από τον πρόσφατο ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η ένωση με την Ελλάδα, που τόσο αίμα και τόσα δάκρυα κόστισε στην ηρωική Μεγαλόνησο, πραγματοποιήθηκε με την κήρυξη του βαλκανικού πολέμου στις 12 Οκτωβρίου 1912. Ειδικότερα, και ύστερα από όλα τα ως άνω, στις 17/30 Μαΐου 1913 επικυρώθηκε η τελική ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα και υψώθηκε η ελληνική σημαία στο νησί.
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.