02/12/2020 23:47:19
12.10.2020 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2146 στις 8-10-2020

Πρόταση βιβλίου: Μια διαδικασία διδασκαλίας και άσκησης

Πρόταση βιβλίου: Μια διαδικασία διδασκαλίας και άσκησης - Media

Γράφει ο Παναγιώτης Βούζης

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

Ατλαντίς

Εκδόσεις: Νίκας

Σελ.: 95

Η Ατλαντίδα κατέρρευσε από τη λατρεία του «εγώ». Γι’ αυτό, παρακαλώ να μην χρησιμοποιήσετε αυτά τα κλειδιά για να λατρέψετε τον εαυτό σας. Σας προτείνω, για το δικό σας συμφέρον και για το συμφέρον όλων μας, να επικαλείσθε την Εγώ Ειμί Παρουσία [The I AM Presence], τον θείο σπινθήρα Του Δημιουργού εντός μας. Παραδείγματος χάριν, μπορείτε να λέτε το εξής μάντρα: «Εγώ Ειμί ο εν Εμοί, εγώ ειμί το Φως του Κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου ΜΗ περιπατήσει εν τη σκοτία αλλά έξει το Φως της Ζωής» (σ. 42).

Το 1516 ο Τόμας Μορ εκδίδει το έργο «Ουτοπία», εγκαινιάζοντας ένα λογοτεχνικό είδος που θα ανθίσει στη Δύση για πολλούς αιώνες. Ο Ζαν Σερβιέ – τον παραθέτει ο Τιερύ Πακό στο δοκίμιο «Η ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες» (σ. 29) – αποκωδικοποιεί τα κύρια ονόματα που επινόησε ο συγγραφέας: «απεικονίζουν πράγματι την ιδέα του μη πραγματικού. Η Αμαυρώτη, η πρωτεύουσα, είναι η Πόλη Ομίχλη… Είναι χτισμένη πάνω στον Άνυδρο, τον ποταμό χωρίς νερό. Το Κράτος διοικείται από τον Άδημο, τον πρίγκιπα χωρίς λαό, η χώρα κατοικείται από τους Αλαοπολίτες, τους πολίτες χωρίς πόλη. Οι γείτονές τους, οι Αχώριοι, είναι οι άνθρωποι χωρίς χώρα». Ώστε βρίσκονται παντού στο έργο εγκατεσπαρμένα σήματα, που υποδηλώνουν την αδυναμία για την υλοποίηση ενός τέτοιου ιδεώδους σχεδίου. Από την πρώτη της σύλληψη, η ουτοπική συνθήκη ενέχει τον όρο της αποτυχίας της και καταδικάζεται να παραμένει ανεφάρμοστη.

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας συνειδητοποιεί απολύτως ότι μία ιδανική πολιτεία μπορεί να υφίσταται μόνο ως κειμενική κατασκευή. Έτσι, τη δική του ουτοπία την ονομάζει «Ατλαντίδα» – παραπέμποντας στη «Νέα Ατλαντίδα» του Φράνσις Μπέικον, του 1627 – την τοποθετεί στο απώτατο παρελθόν, τη βάζει να καταστρέφεται, καταποντιζόμενη, δύο φορές και την επενδύει με τόσα παρεπιστημονικά και παράδοξα επιτεύγματα και με τόσα ανθρώπινα ελαττώματα, ώστε δημιουργείται μία μεγάλη ειρωνική απόσταση από την ιδανική κατάσταση. Η κατασκευή του αποδεικνύεται, στην ουσία, μία αντι-ουτοπία. Γιατί; Διότι, απλούστατα, αντιπροσωπεύει μία ετεροτοπική εκδοχή της νεωτερικής και της μετανεωτερικής πραγματικότητας, οι οποίες υποβάθμισαν και υποβαθμίζουν, συστηματικά, την ανθρώπινη αξία και το φυσικό περιβάλλον. Η περιγραφή όμως της Ατλαντίδας συνιστά μόνο το πρόσχημα του βιβλίου, επειδή, εδώ, διαρθρώνεται μία νέα ουτοπική κατάσταση, η οποία διατηρεί το καθεστώς της ανυπαρξίας, αφού δεν έχει υλοποιηθεί στο παρελθόν και δεν πρόκειται να εμφανιστεί ούτε στο μέλλον. Η λειτουργία της είναι ενεστωτική και έγκειται στο να προβάλλει, στο παρόν, στιγμιότυπα της ζωής όπως θα έπρεπε να βιώνεται, μέσω, δηλαδή, της αρμονίας, της φιλότητας, της χαράς, της γιορτής, της ποίησης, προκειμένου αυτές οι προβολές να αποτελέσουν ένα μανιφέστο και έναν προτρεπτικό λόγο. Τα πάντα, εδώ, παροτρύνουν, ώστε να αποκρυσταλλωθεί η επίγνωση ότι η ανθρώπινη υπόσταση απλώνεται σε όρια ασύλληπτα, σε σχέση με το ασφυκτικό πλαίσιο στο οποίο την παγιδεύουν οι καθιερωμένες αντιλήψεις. Το βιβλίο, λοιπόν, ανάγεται σε διαδικασία διδασκαλίας και άσκησης για τη μεταβολή της ζωής προς το άριστο, χάρη στη σύναψη, στον παρόντα χρόνο, σχέσεων με τα πρόσωπα και με τα πράγματα οι οποίες θα θεωρούνταν, κανονικά, ουτοπικές. Η θεϊκή καταγωγή του ανθρώπου τίθεται στο προσκήνιο και η φορά της έκπτωσής του από τον παράδεισο αντιστρέφεται, για να επικαιροποιείται, διαρκώς, το αίτημα της θέωσής του.

Η «Ατλαντίς» έχει τη μορφή μίας performance σε τρία στάδια. Το πρώτο προϋποθέτει την παρακολούθηση και, ιδιαίτερα, την ακρόαση από ένα ενσωματωμένο, δυνητικό κοινό. Το δεύτερο περιλαμβάνει τη διάδραση και το τρίτο στάδιο τη μίμηση, από το κοινό, του ρόλου που εκτελεί ο αφηγητής. Πρόκειται για τη μαθητεία σε έναν ρόλο ο οποίος ταυτίζεται με τη βέλτιστη ζωή. Η ακροαματική διάσταση του κειμένου οφείλεται, εξάλλου, και στο γεγονός ότι το ύφος, εδώ, διακρίνεται για την ηχητική ποιότητα των λέξεων και για τα ρυθμικά μοτίβα στα οποία προσαρμόζονται οι φράσεις. Ο Τσβέταν Τοντόροφ αναφέρεται στους hommes-recits, στους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, όπως η Σεχραζάτ στις «Χίλιες και μία νύχτες», των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από τη συνέχιση της διήγησής τους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας είναι ένας κατεξοχήν homme-recit: H γραφή του ισοδυναμεί με ρυθμική ομιλία και ο ρυθμός εξομοιώνεται με την ύπαρξή του.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.