26/11/2020 11:38:20

«Θα μ’ αγαπάς όταν δεν θα σε θυμάμαι;»: Η κατάθεση ψυχής της δημοσιογράφου Ρένας Κουβελιώτη (απόσπασμα βιβλίου)

«Θα μ’ αγαπάς όταν δεν θα σε θυμάμαι;»: Η κατάθεση ψυχής της δημοσιογράφου Ρένας Κουβελιώτη (απόσπασμα βιβλίου) - Media

 

Στη μάχη που δίνει με τη συρρίκνωση εγκεφάλου, πρόδρομο στάδιο της άνοιας, αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου της «θα μ’ αγαπάς όταν δε θα σε θυμάμαι;» η Ρένα Κουβελιώτη.

Η δημοσιογράφος του Alpha λέει: «Αν ήμουν μόνη στη ζωή μπορεί και να μη με ένοιαζε, τώρα όμως…» Σύμφωνα με την ίδια, όλα ξεκίνησαν το 2015 με κάποια κενά μνήμης. «Τα blackout άρχισαν να κυριαρχούν την καθημερινότητά μου. Στη δουλειά με πείραζαν συνάδελφοι όταν ξεχνούσα τα ρεπό μου, ονόματα συνεντευξιαζόμενος και συνεργατών. Τα χρωματιστά αυτοκόλλητα σημειώματα έγιναν ο καλύτερος σύμμαχος μου: Μην ξεχάσω να πληρώσω τη ΔΕΗ, τσακ κόλλημα στην ατζέντα, που πάλευε να μη σκάσει από το χαρτάκια. Μην ξεχάσω να απλώσω τα ρούχα, τσακ κόλλημα στον καθρέφτη του μπάνιου. Μην ξεχάσω να αγοράσω γάλα όταν σχολάσω, τσακ κόλλημα στον υπολογιστή του γραφείου. Λίστες υποχρεώσεων παντού. Κόκκινα λαχανί πορτοκαλί και κίτρινα χαρτάκια έγιναν βήματα της ζωής μου.»

Η δημοσιογράφος αναφέρει ότι έγραψε το βιβλίο της ουσιαστικά για τα παιδιά της το 15χρονο γιο της και τη 10χρονη κόρη της.

«Δεν πεθαίνει το σώμα μου, πεθαίνει όμως το μυαλό μου, σιγά, σιγά. Τι αξία έχει η ζωή χωρίς μνήμη; Θα τα ξεχάσω όλα μαζί ή σταδιακά; Δηλαδή θα ξεχάσω ποια είμαι; Τι έχω; Τι θέλω; Τα όνειρά μου; Θα ξεχάσω τα παιδιά μου; Απόγνωση, αγωνία, φόβος και μάχη με το χρόνο. Θα μπορέσω να τους μάθω τη ζωή; Τι να προσέξουν. Τι να αποφύγουν. Να μην να επαναλάβουν τα δικά μου λάθη. Θα προλάβω; Τι περιθώρια έχω; Και τι να τους πω; Επειδή σε λίγο δεν θα σας θυμάμαι πάρτε αυτές τις οδηγίες για τη ζωή σας; Να τα αφήσω σαν Διαθήκη; Μία πολύτιμη Διαθήκη είναι αυτό το βιβλίο», σημειώνει στην Καθημερινή.

Η δημοσιογράφος ωστόσο δε χάνει τις ελπίδες της, αναφέροντας ότι σύντομα θα εξεταστεί από ακόμα έναν ειδικό ενώ την έχει αναλάβει: «Τώρα, βρέθηκε και ατελής ο Ιππόκαμπος του εγκεφάλου που θεωρείται υπεύθυνος για επιληψία. Έτσι, εξετάζουμε και αυτό το ενδεχόμενο. Σε λίγες μέρες θα υποβληθώ σε ένα ακόμη ηλεκτροεγκεφαλογράφημα από έναν ειδικό. Παράλληλα, με έχει αναλάβει ιατρική σχολή για γονιδιακό έλεγχο. Αν βρούμε το αίτιο ίσως με κατάλληλη αγωγή να καθυστερήσουμε την εξέλιξη».

Απόσπασμα από το βιβλίο της που δημοσιεύθηκε στο protothema.gr

«Μου είπαν πως σύντομα θα σωπάσει η μνήμη μου… Δεν ξέρουν ακριβώς το πότε, από την ημέρα που το έμαθα εγώ και τα post-it γίναμε… αυτοκόλλητοι… Κολλάω παντού χαρτάκια με υποχρεώσεις για να θυμάμαι… Αν ποτέ το μυαλό μου ρίξει αυλαία, οφείλω στα δύο παιδιά μου να ξέρουν ποιες ήταν οι αξίες της μάνας τους. Το χρωστάω ωστόσο περισσότερο στον γιο μου τον Χρήστο ο οποίος είναι παιδί μονογονεϊκής οικογένειας. Η κόρη μου, η Ηλέκτρα, ακόμη κι αν δεν είμαι μαζί με τον πατέρα της, εκείνος την λατρεύει και μπορεί να την διαπαιδαγωγήσει και να την καθοδηγήσει σωστά. Ο Χρήστος μου όμως είναι η μεγάλη μου αγωνία κι αν κάποτε πάψω να θυμάμαι θέλω να γνωρίζει τι στράτα θα ακολουθούσε η μάνα του, τι είναι δίκαιο και τι άδικο, πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα, πώς να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ανθρωπάκια…». Εκείνη την ημέρα έφυγα από το κανάλι με μία αδιόρατη ζήλεια απέναντι στο πρόσωπο της Ρένας. Μία αδιόρατη ζήλια μπερδεμένη με έναν ορατό θαυμασμό - «αποτυπωμένο» σε μια σφιχτή αγκαλιά: «Σε ζηλεύω ρε φιλενάδα», της είπα. «Για τη δύναμη, για το κουράγιο σου για τον τσαμπουκά σου». Όταν έφτασαν στα χέρια μου κάποια αποσπάσματα του βιβλίου της με τον τίτλο «Θα με αγαπάς όταν δεν θα σε θυμάμαι;» ο θαυμασμός μου μεταλλάχθηκε σε ατόφια υπερηφάνεια για την γυναίκα, συνάδελφο, μάνα και φίλη, Ρένα Κουβελιώτη...

Ξεφυλλίζω διάσπαρτες σελίδες. Στο βιβλίο της, η Ρένα, έχει δανειστεί το όνομα της κόρης της «Ηλέκτρα», στο περιεχόμενο δεν υπάρχει χώρος για «δανεικά» υπονοούμενα. Όλα είναι η αλήθεια της, ακόμη και κάποια στοιχεία μυθοπλασίας υποχωρούν μπροστά στη δύναμή της: «Θα μ’ αγαπάς όταν δεν θα σε θυμάμαι;». Αυτή την πρόταση έγραφε και ξανάγραφε σχεδόν μηχανικά στην κόκκινη δερματόδετη ατζέντα της η Ηλέκτρα, όση ώρα της μιλούσε ο νευρολόγος του διαγνωστικού κέντρου. Εκείνος της μιλούσε για νευρώνες και εκφυλιστικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου κι εκείνη, προσποιούμενη ότι κρατάει σημειώσεις, κωδικοποιούσε τη σκέψη της σε οχτώ λέξεις και ένα ερωτηματικό: «Θα μ’ αγαπάς όταν δεν θα σε θυμάμαι;» Όταν εκείνος έβαλε τελεία μετά τη λέξη «συρρίκνωση», έκλεισε βίαια την ατζέντα της σαν μαθήτρια που θέλει ν’ αποφύγει κάποιον λαθραναγνώστη. «Είστε καλά;» «Απ’ ό,τι λέτε εσείς, όχι...» αποκρίθηκε, σφίγγοντας επιδεικτικά τα χείλη της σαν θυμωμένο παιδί. Τα τακούνια της τώρα δεν την κρατούσαν... η ισορροπία πάνω τους ήταν για κείνη ένα επιπλέον βασανιστήριο, όταν αποφάσισε να αφήσει πίσω της το γυάλινο γραφείο του επιμελητή. Ξαφνικά, κρύωνε... σχεδόν έτρεμε.

Ο εγωισμός της αποδείχτηκε πιο γενναίος και κατάφερε να την οδηγήσει μέχρι το ασανσέρ. Συρρίκνωση εγκεφάλου... για φαντάσου... έλεγε και ξανάλεγε ειρωνικά μέσα της. Κι εκείνη που νόμιζε πως η ζωή της έμοιαζε με φάρσα, ήρθε η στιγμή που διαπίστωσε πως έφερνε σε τραγωδία... Τώρα της ξέφυγε ένα χαμόγελο σαρκασμού. Η σκέψη της επικεντρώνεται στην ανάγκη της για τσιγάρο…». 

«Κάτι μέτρησα λάθος... κάτι μπέρδεψα... Έκανα λάθος...».

Από εκείνη τη στιγμή, η Ρένα ξεκινά γράφει λυσσαλέα, όση δουλειά κι αν έχει στο κανάλι, όσες υποχρεώσεις κι αν «τρέχουν» μέσα στην ημέρα, όσο αργά κι αν επιστρέφει στο σπίτι. Η συγγραφή του βιβλίου έχει γίνει στόχος ζωής και κάπως έτσι αρχίζει να «ρίχνει» μελάνι ξεκινώντας από τα δικά της παιδικά βιώματα. Το παιδί που υπήρξαμε κάποτε είμαστε άλλωστε όλοι μας: «Κανένας δεν αγαπάει πραγματικά εκείνον που φοβάται, Ορφέα μου. Πάντα φοβόμουν μήπως συμβεί στα δικά μου παιδιά ό,τι έζησα εγώ· κανένας δεν ήταν αρκετά τέλειος, ώστε να με πείσει για το αντίθετο. Έτρεμα στην ιδέα του διαζυγίου, της επιμέλειας, των δικηγόρων, των καταθέσεων... «Επόμενος μάρτυρας;» «Το ανήλικο τέκνο, κύριε πρόεδρε». «Πλησίασε, μικρή μου». «...» «Για πες μας τώρα εδώ, μπροστά στη μαμά και στον μπαμπά, με ποιον είναι καλύτερα;» «...» «Με ποιον θέλεις να είσαι; Ποιον αγαπάς πιο πολύ;» Ακόμα θυμάμαι το χρώμα της πίκρας στη μορφή του πατέρα μου· ήταν κάτι μεταξύ μαύρου του θυμού, μπλε της αδικίας και κόκκινου της έκρηξης. Τα ξέρω καλά αυτά τα χρώματα, γιατί με σημάδεψαν σ’ όλη μου τη ζωή... Πλάι στη λέξη «πατέρας»... μπροστά στην αγκαλιά του μπαμπά... και πίσω από τον ψίθυρο του πατερούλη... Πολύ αργότερα έμαθα πως καταργήθηκε αυτή η ανατριχιαστική διαδικασία – το κακό, φυσικά, για τη δική μου μήτρα ενοχών είχε γίνει... Βέβαια, η αλήθεια ήταν πιο μεγάλη· υποσυνείδητα, δεν εμπιστευόμουν πια κανέναν. Αν θα αποφασίσω να κατέβω στα βρύα θα το κάνω, εγώ, για μένα... και δεν θα λυπηθώ για τα βρεγμένα από τη θάλασσα ρούχα. Θα κατέβω, θα βραχώ και θα φωνάξω: «Ζήτω, τα κατάφερα!» Δεν θα τα ξανακάνω πάνω μου... τουλάχιστον, όχι από φόβο... Κόντρα στην υποψία του φόβου θα βουτάω σε ό,τι φαντάζει δύσκολο... Μόνη μου· για μένα... Εκεί γεννήθηκε ο εγωισμός μου· το νόθο παιδί της ανοησίας και του κακού... Πολλά χρόνια μετά, το βάφτισα «αξιοπρέπεια» - τι σημασία έχουν, όμως, οι λέξεις; Έτσι μπήκα στη διαδικασία πλέον τα πάντα να τα κάνω μόνη· σπουδές, επαγγελματική σταδιοδρομία - ακόμα κι εσένα πήρα την απόφαση να σε φέρω στη ζωή μόνη μου... Κακό πράγμα η υπερβολή, παιδί μου. Το να μη θέλεις να ανήκεις στους βολεμένους, στους προσκυνημένους της ζωής, είναι άλλο· και το να ψάχνεις τον βράχο που θα κοπανίσεις το κεφάλι σου με φόρα -για ν’ αποδείξεις ότι μπορείς-, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Κάτι μέτρησα λάθος... κάτι μπέρδεψα... Έκανα λάθος...».

Ετών εννέα με… ξυρισμένο κεφάλι

Το βλέμμα μου δεν μπορεί να φύγει από τις σελίδες του βιβλίου που με μπούσουλα τα γράμματα της αλφαβήτου _ Α όπως αγάπη – Β όπως βόλεμα και βία – Γ όπως γενναιότητα, γέννηση και γενναιοδωρία _ κ.λπ., συνθέτουν μία ολόκληρη ζωή. Σταματώ στο γράμμα «Δ όπως δίκαιο» και διαβάζω: «Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, φόβος μου ήταν το αντάμωμα με την κυρα-Βούλα. Η γυναίκα αυτή με τα τρία παιδιά της έμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας και είχε βαλθεί να «σώσει» όλα τα παιδιά της γειτονιάς από μένα. Μεγάλη μάρκα κι εγώ, εξαγόραζα τη φιλία των παιδιών με διάφορα ζαχαρωτά που μου ’φερνε ο πατέρας μου από τα ταξίδια του... Αυτή έδιωχνε, εγώ μάζευα. Αυτή ξερνούσε μίσος, εγώ άπλωνα τα δίχτυα της αγάπης μου. Τότε ήταν, θαρρώ, που επινόησα τη φράση: «Επίθεση αγάπης». Λάθος μεγάλο μου. Χαντάκωσα μόνη μου την αυτοεκτίμησή μου. Δεν μ’ ένοιαζε να είναι μαζί μου από συμφέρον, μ’ ένοιαζε να είναι απλώς μαζί μου. Μέγα λάθος, σου λέω· το λούστηκα κι αυτό χρόνια μετά και σε γενναία δόση... Ένα απόγευμα κατέβηκα στην αλάνα με μια σακούλα μεγαλύτερη από το μπόι μου γεμάτη με κάθε λογής σοκολάτες και ζαχαρωτά. Για μερικά λεπτά ένιωσα μια μικρή θεά... Είχα αφήσει και τα μαλλιά μου ξέπλεκα και με περισσή γαλαντομία άφησα τα παιδιά να μοιραστούν όλο τον «γλυκό» θησαυρό μου. Ύστερα από ώρα, έσκασε μύτη η κυρα-Βούλα. Αφού μου πέταξε στα μούτρα τις μισοφαγωμένες σοκολάτες που είχαν πάρει οι κόρες της, αφέθηκε σ’ ένα παραλήρημα βωμολοχίας και προσβολών. Σκιάχτηκαν και τα υπόλοιπα παιδιά και ένα ένα άρχιζαν να επιστρέφουν στη μεγάλη σακούλα τις ανοιχτές λιχουδιές... Σαν έφυγε η κακούργα με τα παιδιά της, η τσαούσα η Βαγγελιώ έριξε την ιδέα: «Θα σε παίξουμε αλλά θα τα φυλάξεις πρώτη». Έτσι κι έγινε... Πέντε, δέκα, δεκαπέντε... Και τα μάτια σφιχτά κλειστά, μην και «κλέψω», μην και δεν παίξω τίμια... Μέχρι το εκατό, τα μακριά μου μαλλιά είχαν γεμίσει κολλιτσίδες, κάτι αγκαθάκια τόσα δα που δυσκολεύεται κανείς να τα
ξεκολλήσει από πλεκτά ρούχα – φαντάσου από τα μαλλιά...

Μόλις άνοιξα τα μάτια κανείς δεν ήταν κρυμμένος. Όλα τα παιδιά ήταν εκεί μπροστά μου περιμένοντας το σύνθημα από τη Βαγγελιώ: Στο «τώρα» της, το κεφάλι μου γέμισε από χέρια που ανακάτευαν τα μαλλιά μου με μανία... Έκανα πολλούς μήνες να ξανακατέβω στην αλάνα· τόσους, όσους χρειάζεται ένα κεφάλι να αποκτήσει έστω και τρεις πόντους μαλλί. Τα παιδιά δεν έφταιγαν. Αν δεν ήταν τόσο κακιά αυτή η γυναίκα, εγώ δεν θα ξύριζα το κεφάλι μου σε ηλικία εννέα ετών...

Ήμουν διαφορετική, ναι· όμως όχι γιατί οι γονείς μου δεν ζούσαν μαζί, αλλά γιατί μ’ έκαναν να πιστέψω πως είμαι ακρωτηριασμένη. Και γω, από διαστροφή, το πίστεψα. Μάζεψα το ένα πόδι και άρχισα να πιστεύω πως έτσι σακάτισσα θα βγω πρώτη μαραθωνοδρόμος... Και δώσ’ του τρέξιμο· και δώσ’ του μάζεμα το πόδι· και δώσ’ του κούτσαμα – χωρίς να είμαι κουτσή· και δώσ’ του τρέξιμο ξανά... Και το τέρμα αργεί... και γω πρέπει να βγω πρώτη...

Κόντρα στην κόντρα... Και στο τέρμα, έπαθλο. Ποιος; Τι; Ο πατέρας; Η οικογένεια; Η αυτοεκτίμηση; Ο αυτοσεβασμός; Δεν ξέρω... Βλέπεις, δεν τερμάτισα ακόμη. Χρόνια μετά, χτύπησε το τηλέφωνο της δουλειάς μου· της πρώτης μου ως δημοσιογράφος . Στην άλλη άκρη της γραμμής, μια παλιά γειτόνισσα. «Τι κάνεις, Ηλέκτρα μου; Σε βλέπουμε στην τηλεόραση και σε θαυμάζουμε». «Να ’στε καλά, κυρία Μαρία, προσπαθώ... Πώς αυτό και με θυμηθήκατε;» (Ποτέ δεν ξέχασα πως ούτε εκείνη είχε αφήσει την κόρη της την Αντωνία να έρθει σ’ ένα πάρτι γενεθλίων μου...) «Αχ, βρε Ηλέκτρα μου, η κυρία Βούλα... Τη θυμάσαι έτσι δεν είναι;» «Ναι». (Πώς θα μπορούσα να την ξεχάσω, άλλωστε· είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια.) «Είναι άρρωστη βαριά, κοριτσάκι μου. Την έχουν παρατήσει και τα παιδιά της... τα έχει χάσει... Δε θέλεις να ξέρεις τι τρώει...» «Όχι, όχι, δεν με αφορά». «Καλό μου κορίτσι, πρέπει να έρθεις να τη δεις». «Παρακαλώ; Εγώ; Από πού κι ως πού;» «Ξέρεις, έχει κακό πράγμα στο κεφάλι· όταν δεν τα ’χει χαμένα καταλαβαίνει... Είπε στον άντρα της πως θέλει να ξεκουραστεί, να πεθάνει· καταλαβαίνεις, ε;» «Προσπαθώ». «Ε, και δεν βγαίνει η ψυχή της». «Και μένα τι με θέλετε; Να της τη βγάλω εγώ;» Ομολογουμένως, το μπλακ χιούμορ μου εκείνη τη χρονική στιγμή ήταν αχρείο – ευτυχώς που δεν το ’πιασε η κυρα-Μαρία. «Τι είπες, παιδί μου;» «Λέω, και γω πώς μπορώ να βοηθήσω;» Τουλάχιστον άστοχο το ρήμα, αλλά τέλος πάντων... Όση ώρα η παλιά γειτόνισσα περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια τη βασανιστική καθημερινότητα της κυρα-Βούλας, εγώ έβαζα παραπέτασμα στον οίκτο μου μνήμες:

Όταν πέρασαν τα χρόνια κι έγινα κοπελίτσα, ερχόταν σπάνια ο πατέρας μου από το σπίτι και χτυπούσε το κουδούνι για να κατέβω. Κι αν τύχαινε να τον δει η κυρα-Βούλα, κρεμιόταν από το μπαλκόνι και ούρλιαζε: «Κοιτάξτε μπομπές! Έρχονται οι αγαπητικοί και χτυπούν τα κουδούνια των ξεδιάντροπων!» Ευτυχώς για κείνη, ο πατέρας μου ποτέ του δεν κατάλαβε πως όλος αυτός ο διασυρμός αφορούσε εμάς. Μιαν άλλη φορά, ήμασταν στο μπαλκόνι με τη φίλη μου από την απέναντι πολυκατοικία και διαβάζαμε ένα περιοδικό. Ένα άρθρο για το φιλί μάς φάνηκε αστείο και βάλαμε τα γέλια. Για κακή μου τύχη, από κάτω περνούσε η Θώμη, η μία της κόρη, κάνοντας ποδήλατο. Η εμμονική μαζί μου γυναίκα συνδύασε το γέλιο μας με την κόρη της και ξεκίνησε από το μπαλκόνι της τη σταύρωσή μου, απευθυνόμενη όμως στη φίλη και συμμαθήτριά μου: «Μαρία... Μαρία, εδώ, εδώ, κοίταξέ με...» Με τα χέρια της να χτυπούν την κουπαστή του μπαλκονιού και τη διαπεραστική φωνή της, δύσκολα η Μαρία θα μπορούσε να υποκριθεί πως δεν την άκουγε... «Ορίστε, κυρία Βούλα». «Καλά, Μαρία, δεν ντρέπεσαι να μπαίνεις σ’ αυτό το σπίτι; Ντροπή σου, να κοροϊδεύεις τη Θώμη μου. Καλά η άλλη... είναι παιδί χωρίς οικογένεια· αλλά εσύ; Επιτρέπεται;» Ήταν καλοκαιράκι και οι περισσότεροι κάθονταν στα μπαλκόνια τους. Η κυρία Τζένη, η μαμά της Μαρίας, η Νατάσα, ο κύριος Σπύρος και η μαμά του Μιχάλη από τον πρώτο όροφο... Μαζί με όλους αυτούς, τσαλακωμένο κουβαράκι και η ντροπή μου πάνω στο καλαθάκι με τα μανταλάκια – αυτή, άλλωστε, ήταν και η μοναδική παρέα μου για το υπόλοιπο του καλοκαιριού... «Ηλέκτρα παιδί μου, με ακούς;» «Ορίστε; Ναι, ναι... προσπαθώ...» «Το ζήτησε εκείνη. Είπε πως αν δεν σου ζητήσει συγγνώμη για... ξέρεις, μωρέ, που καμιά φορά σε μάλωνε στη γειτονιά, επειδή... να... ο κόσμος είναι κακός... Εσύ όμως πρόκοψες· πήγες και πανεπιστήμιο... Πάνε αυτά, περασμένα ξεχασμένα. Γι’ αυτό σε λέω...» «Τι μου λέτε δηλαδή; «Να έρθεις να της δώσεις συγχώρεση, μπας και τη λυπηθεί ο Θεός και την πάρει και της βγει η ψυχή...» Ντρέπομαι πολύ σήμερα που δεν πήγα ποτέ στην κυρα-Βούλα – ίσως οι πληγές να ήταν τότε ακόμα νωπές· ίσως να ήθελα να πάρω εκδίκηση για όλα τα όνειρά μου που εξαιτίας της είχαν μετατραπεί σε εφιάλτες· ίσως απλά να ήθελα να απαντήσω στην κακία της με κακία... Μέγα λάθος, σου λέω σήμερα. Μ’ αυτή μου την πράξη έγινα το ίδιο κακιά μ’ εκείνη. Τότε θυμάμαι αυτό το είχα βαφτίσει «δίκαιο». Όμως έκανα λάθος... Δεν υπάρχει καμία ελπίδα να φτιάξει ο κόσμος μας, αν στον
βίαιο απαντάμε με βία, στον ψεύτη με ψευτιά, στον κακό με κακία και στον άδικο με αδικία. Στο κάτω κάτω, οι θύελλες κάνουν τις βελανιδιές να απλώνουν βαθύτερες ρίζες. Έτσι, κάπου βοήθησε και η κυρα-Βούλα στις δικές μου ρίζες...Θεός σχωρέσ’ τη...»
Υ... όπως «υπερηφάνεια».

Στο χώρο όπου κινούμαστε νομίζουμε πως είμαστε κάτι. Αστειότητες… Η αλήθεια είναι πως μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι κάποιοι που αποτελούν τελικά τους ελάχιστους που αξίζουν θαυμασμό. Οι αληθινοί σταρ αυτής της ζωής δεν φοράνε τουπέ ούτε πουλάνε τζάμπα σταριλίκι. Κινούνται συνήθως πίσω από τα πλατό, με τα φώτα σβηστά και με πατημένα τα γκάζια της επιβίωσης: «Όταν ήμουν μαθήτρια είχα πειστεί πως ήμουν χαζή. Δεν μπορούσα με κανέναν τρόπο να καταλάβω τη λογική της ορθογραφίας· ήταν αδύνατον να μάθω απέξω ένα κείμενο. Από την άλλη, ήμουν πολύ εγωίστρια για να δεχτώ μια μέτρια επίδοσή μου στο σχολείο. Έτσι, διάβαζα... διάβαζα... κι έγραφα χιλιάδες φορές όλα τα μαθήματα. Πώς μαθαίνει ένα παιδί μια προσευχή χωρίς να καταλαβαίνει λέξη απ’ όσα ζητά από τον Θεό; Ε, έτσι μάθαινα και γω τα μαθήματά μου. Μιλάμε για τρελό διάβασμα, ολονύκτιο τις περισσότερες φορές. Τα κατάφερα όμως μια χαρά. Στο δεύτερο έτος της σχολής μου έμαθα πως είμαι δυσλεκτική. Ακόμα θυμάμαι το γέλιο που έκανε ο καθηγητής μου, όταν του είπα αυθόρμητα: «Αχ, ευτυχώς... Και γω που νόμιζα πως ήμουν απλώς χαζή!» Από τον παιδικό σταθμό έψαχνα τα σημάδια στη γραφή σου... Ε, ναι λοιπόν, και αυτό το χαρακτηριστικό του εγκεφάλου μου το ξεπατίκωσες. Από το νηπιαγωγείο σού μιλούσα για τη διαφορετικότητα όλων των ανθρώπων· τώρα που το σκέφτομαι, είμαι σίγουρη πως σε κούραζα αφάνταστα αλλά τι να σου κάνω, δεν έμαθα να σ’ αγαπώ πιο λίγο... Σου είχα τόσο πολύ μιλήσει για τα αβαντάζ των δυσλεκτικών, που όταν πήραμε και επίσημα την πιστοποίηση της δυσλεξίας εσύ αναφώνησες κατεβάζοντας κάθετα τη γροθιά σου: «Yes! Yes! Yes!» Θυμάσαι; Παρά τη Βεβαίωση, δεν ήθελα να εξετάζεσαι προφορικά. Γιατί να αισθάνεσαι λιγότερο ικανός; Άλλωστε, ήξερα από πρώτο χέρι πως εμείς οι δυσλεκτικοί μπορούμε πολλά περισσότερα από τους υπολοίπους· όχι στα ασήμαντα, όπως η αποστήθιση, αλλά στα σημαντικά, όπως είναι η ενσυναίσθηση. Το καλοκαίρι πριν από το γυμνάσιο, αποφάσισα πως έπρεπε να φροντίσω να κάνεις ιδιαίτερα, και μάλιστα με εκπαιδευτικό εξειδικευμένο στη δυσλεξία. Αν και το κόστος ήταν άκρως απαγορευτικό για τα οικονομικά μας, ξεκινήσαμε. Για να μπορέσω, όμως, να τα καταφέρω έπρεπε να βρω και μια δεύτερη δουλειά και με συνοπτικές διαδικασίες έπιασα, χάρη στη Δέσπω, δουλειά ως υποδοχή και γκαρνταρόμπα σ’ ένα ακριβό ρεστοράν. Από τις οχτώ το βράδυ μέχρι τις τρεις το πρωί καλωσόριζα τον κόσμο και τακτοποιούσα τα παλτό τους στην γκαρνταρόμπα. Ό,τι αποθέματα υπερηφάνειας είχα, τα κρέμασα μαζί με τα νουμεράκια των παλτό σ’ εκείνο το καμαράκι...

Το πρώτο Παρασκευοσαββατοκύριακο ταυτόχρονης δουλειάς ήταν ένα δράμα, σωματικό και ψυχολογικό. Τη Δευτέρα όμως που κάλυπτα μια δίκη, μου τηλεφωνούσες επίμονα. Κάποια στιγμή που βρήκα ευκαιρία βγήκα έξω και σου τηλεφώνησα: «Έλα, παιδί μου, είναι κάτι επείγον;» «Ναι, γράψαμε τεστ στα Αρχαία...» «Εντάξει, μωρό μου, δεν πειράζει... θα προσπαθήσεις...» «Δεν κατάλαβες, μαμά, έγραψα “Άριστα”· μου το είπε η καθηγήτρια». Ούτε μπράβο δεν μπορούσα να σου πω από το κλάμα της ανακούφισης. Έκλεισα το τηλέφωνο και σου έστειλα μήνυμα – το θυμάσαι, άραγε; Για έξι μήνες έκανα υπομονή. Κάθε φορά που ο εγωισμός μου και η περηφάνια μου έρχονταν εκεί, στην πόρτα και μου κουνούσαν περιφρονητικά το κεφάλι, εγώ στύλωνα τα πόδια και σκεφτόμουν αυτό σου το τηλεφώνημα – όχι για το «Άριστα» των Αρχαίων, αλλά για την αυτοπεποίθηση που σου φόρεσε στην ψυχή... Ένα βράδυ κοντά στα Χριστούγεννα ήρθε στο μαγαζί η νονά σου: «Αισθάνθηκα πως δεν είσαι καλά και ήρθα...» «Καλά αισθάνθηκες· ντρέπομαι τόσο πολύ...» «Βλακείες! Έχεις έναν σκοπό, τα μαθήματα του παιδιού... Σε θαυμάζω!» «Σκατά...» Όση ώρα τακτοποιούσα γούνες κυριών στην γκαρνταρόμπα, κατάπινα παράπονα... Εκεί, πλάι στη Δέσπω στεκόταν η μικρή Ηλεκτρούλα που ποτέ δεν πήγε με την οικογένειά της σ’ ένα τέτοιο ρεστοράν· παραδίπλα καθόταν σταυροπόδι η κυρία Ρένα που ποτέ δεν την πήγα για φαγητό σε κάτι αντίστοιχο· και, στο τέλος, θυμωμένος ο πατέρας μου, να ντρέπεται για την κατάντια μου...

«Μου κάνεις κακό που σε βλέπω, και θέλω να βάλω τα κλάματα», είπα στη Δέσπω. «Ντρέπομαι που με βλέπεις να κάθομαι σαν χαζογκόμενα στην πόρτα...» «Καλά, θα φύγω· αλλά να ξέρεις πως σκέφτεσαι λάθος...» «Ξέρεις τι με πειράζει περισσότερο;» «Που σε αναγνωρίζουν;» «Όχι... Που θα με βλέπει από εκεί ψηλά ο Πολίτης και θα ντρέπεται για μένα». Επειδή μ’ έπιασαν τα ζουμιά και έτρεξα στο μπάνιο, δεν θυμάμαι αν πρόλαβε να απαντήσει η Δέσπω· η απάντηση, ωστόσο, ήρθε δυο ώρες αργότερα: «Είστε η κυρία Ηλέκτρα Πολίτη;» Η αλήθεια είναι πως μ’ ενοχλούσε που κάποιοι, όταν με αναγνώριζαν, έμπαιναν στη διαδικασία για επιβεβαίωση. Κάποιοι μάλιστα το συνέχιζαν: «Σας βλέπουμε στις ειδήσεις· εδώ τι κάνετε;» «Εργάζομαι». «Γιατί;» Έλα μου ντε! Γιατί; Έτσι, βρε, για πλάκα· δεν ξέρω τι να κάνω τα βράδια που γυρίζω πτώμα ύστερ’ από ένα δωδεκάωρο, κι έρχομαι εδώ να σε υπηρετώ για να γεμίζω την ώρα μου! Αυτά σκεφτόμουν· στους πελάτες απλώς έλεγα πως η ζωή είναι απαιτητική... Εκείνος ο κύριος, όμως, με κοιτούσε κάπως διαφορετικά. «Μάλιστα». «Είσαι η κόρη του Ορφέα, σωστά;» Τώρα μπορούσα να διακρίνω τα δάκρυα στα δικά του μάτια... «Θέλω μόνο να σου πω ότι ο πατέρας σου είναι πολύ περήφανος για σένα... Σ’ το λέω εγώ, ο Γιώργος Αλμυρός, ένας από τους καλύτερους φίλους του». Δεν μ’ ένοιαζε που είχα μουντζουρωθεί από τη μάσκαρα· δεν μ’ ένοιαζε που το αφεντικό μ’ έβλεπε να αγκαλιάζω σφιχτά έναν πελάτη· δεν μ’ ένοιαζε τίποτα. Είχα πάρει την απάντησή μου... έστω και ανορθόδοξα. Μην κολλάς σε στεγανά του νου, μην προσπαθείς να εξηγείς τα πάντα, απλώς αφουγκράσου τους ψίθυρους της ζωής όσο απόκοσμοι κι να είναι. Μην πιστέψεις ποτέ πως είσαι μόνος, πως είσαι αδύναμος, πως όλα χάθηκαν. Κάθε τέλος έπειτα από μια βαθιά ανάσα είναι μια νέα αρχή. Πίστεψε πως μέσα σου υπάρχει ένας μικρός Θεός, έτοιμος να οργώσει το πιο στέρφο χωράφι και να του δώσει ζωή. Δες την κάθε δυσκολία μόνο ως πρόκληση που θα σε πάει πιο πέρα... Να θυμάσαι τα λόγια του Αριστοτέλη: «Η ευτυχία μας εξαρτάται από εμάς τους ίδιους». Από τότε, τίποτα δεν μ’ ενοχλούσε στη βραδινή μου δουλειά. Ακόμα και όταν το αφεντικό μού είπε πως οι τουαλέτες ήταν χάλια, εγώ τον κοίταξα στα μάτια και του απάντησα ξερά: «Ναι, το ξέρω! Τι σκέφτεσαι να κάνεις γι’ αυτό;»

Ένα βράδυ καλωσόρισα μια σιδηρά κυρία της δημοσιογραφίας: «Τι κάνεις εσύ εδώ;» με ρώτησε. «Δουλεύω». «Γιατί;» «Γιατί μπορώ», της είπα και μετά της ζήτησα συγγνώμη και επέστρεψα στο πόστο μου. Ξέρεις, αγαπημένε μου, παλιά επέτρεπα στον θυμό να με πνίγει, ο θυμός όμως, όπως είπε ο Βούδας, είναι ένα αναμμένο κάρβουνο που ενώ μας δίνει την ψευδαίσθηση πως θα το πετάξουμε σε κάποιον, τελικά το κρατάμε στη δική μας ψυχή και καιγόμαστε εμείς οι ίδιοι... Από εκείνο το κρύο βράδυ του Δεκέμβρη, έπαψα να θυμώνω με τις κακομαθημένες κόρες, τις γκόμενες που έψαχναν χορηγό και όχι σύντροφο, τους κυριούληδες που διψούσαν για «φρέσκο κρέας». Τι με νοιάζει εμένα· εγώ είμαι αλλιώς – και χαίρομαι γι’ αυτό. Κοίταξα στον καθρέφτη και αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη για μένα, για τη δύναμή μου, για την επιμονή και την υπομονή μου· και –γιατί όχι;– για την υπερηφάνειά μου, που την κρέμαγα κάθε βράδυ στην κρεμάστρα με τον αριθμό 12... όσα και τα χρόνια σου, παιδί μου...»

Info: Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιανός

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.