26/02/2021 02:25:25
18.1.2021 / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2160 στις 14-1-2021

Ο Τραμπ ως... σύμπτωμα

Ο Τραμπ ως... σύμπτωμα - Media

 

Τα γεγονότα της περασμένης Τετάρτης, όταν διαδηλωτές οπαδοί του απερχόμενου Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η κορύφωση μιας πορείας που άρχισε μερικούς μήνες πριν από τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου για τον νέο Πρόεδρο της χώρας.
Ήδη πριν από τις εκλογές ο Τραμπ αμφισβητούσε την εγκυρότητα της επιστολικής ψήφου, μέσω της οποίας ένα μεγάλο μέρος των Αμερικανών ψήφισε το 2020 προκειμένου να αποφύγει συνωστισμό στα εκλογικά κέντρα, καθώς η πανδημία της Covid-19 συνέχιζε – και συνεχίζει – να σαρώνει τις ΗΠΑ.
Φυσικά μετά τις εκλογές, τις οποίες έχασε, ο Τραμπ κλιμάκωσε την επίθεσή του μιλώντας για νοθεία και για παρατυπίες στις εκλογές, ιδίως σε Πολιτείες όπως η Τζόρτζια, το Μίσιγκαν και η Πενσυλβάνια, οι οποίες εν πολλοίς έκριναν το αποτέλεσμα δίνοντας τις ψήφους των εκλεκτόρων τους στον Τζο Μπάιντεν.
Πολλοί αναλυτές περιγράφουν τις εικόνες χάους και καταστροφών της Τετάρτης 6 Ιανουαρίου ως το φυσικό παρελκόμενο της τακτικής του Τραμπ από την ώρα που ανέλαβε την Προεδρία των ΗΠΑ, μιας τακτικής που έμοιαζε να στρέφει σημαντικό μέρος ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος όλο και πιο δεξιά, όλο και πιο ακραία.

Η σκληρή στροφή στα δεξιά
Ωστόσο μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει ότι ο Τραμπ δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα μιας συνολικής αλλαγής της στρατηγικής του κόμματος εδώ και πολλά χρόνια, της οποίας τα επεισόδια στο Καπιτώλιο μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως ένα είδος «κορύφωσης».
Ήδη, από τη δεκαετία του 1960, ο Μπάρι Γκολντγουότερ, γερουσιαστής της Νεβάδα και υποψήφιος Πρόεδρος των ΗΠΑ το 1964, απέρριψε την πολιτική του «New Deal» του Ρούσβελτ – μέσω της οποίας οι ΗΠΑ ανέκαμψαν από το κραχ του 1929. Ο Γκολντγουότερ υπέστη τεράστια ήττα το 1964 από τον Λίντον Τζόνσον, ωστόσο η πολιτική του αντήχησε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, υπό τις ευλογίες του Ρόναλντ Ρίγκαν, διάφοροι συντηρητικοί ακτιβιστές άρχισαν να ζητούν συρρίκνωση του κράτους στις ΗΠΑ, εννοώντας κυρίως το κράτος πρόνοιας και τα διάφορα προγράμματα στήριξης των φτωχότερων Αμερικανών. Η τάση αυτή σταδιακά κυριάρχησε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με τους περισσότερους πολιτικούς του κόμματος να υπογράφουν όρκους για μείωση των φόρων.

Η κληρονομιά του Γκίνγκριτς
Τα πράγματα αγρίεψαν ακόμα περισσότερο στη δεκαετία του 1990, όταν οι Ρεπουμπλικάνοι πήραν τα ηνία της Βουλής των Αντιπροσώπων. Με πρόεδρο του σώματος τον Νιουτ Γκίνγκριτς, το κόμμα κατάφερε να «κλείσει» την ομοσπονδιακή κυβέρνηση το 1995 και το 1996 και να κινήσει διαδικασία αποπομπής του Προέδρου Μπιλ Κλίντον για την υπόθεση της Μόνικα Λιουίνσκι.
Πολιτικοί αναλυτές και επιστήμονες χαρακτηρίζουν την περίοδο Γκίνγκριτς ως ιδιαίτερα κρίσιμη για την πολιτική ζωή των ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι ήταν ένα κρίσιμο βήμα για τη σκληρή πόλωση που θα ακολουθούσε. Για την ιστορία, ο Γκίνγκριτς παραιτήθηκε από πρόεδρος της Βουλής το 1999, όταν αποκαλύφθηκε εξωσυζυγική σχέση του με εργαζόμενη στο Κογκρέσο.
Η περίοδος Μπους του νεότερου σημαδεύτηκε από την άνοδο των «neocons» στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, από φράσεις όπως «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας», από νέο κύμα υπερσυντηρητικής προσέγγισης στα οικονομικά και τελικά από την κατάρρευση, το 2007 και το 2008, του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας.

Η περίοδος Ομπάμα
Η άνοδος του Μπάρακ Ομπάμα στην εξουσία αποτελεί σημείο στο οποίο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μπαίνει σε περίοδο «φρενίτιδας», καθώς:
● Ο κατά γενική ομολογία αξιοπρεπής υποψήφιος του κόμματος για την προεδρία των ΗΠΑ Τζον Μακ Κέιν αποδέχεται ως υποψήφια αντιπρόεδρό του την κυβερνήτη της Αλάσκα Σάρα Πέιλιν, η οποία, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι ξέρει από εξωτερική πολιτική επειδή η Αλάσκα βρίσκεται απέναντι από τη Ρωσία.
● Ο Μακ Κέιν αναγκάζεται να υπερασπιστεί δημοσίως τον Ομπάμα εξηγώντας σε πολίτες ότι ο υποψήφιος – και μετέπειτα Πρόεδρος των ΗΠΑ – δεν είναι μουσουλμάνος ούτε έχει αντιαμερικανικές τάσεις.
● Ο επίσης αξιοπρεπής Μιτ Ρόμνεϊ καταγγέλλει ως υπερβολικό τον νόμο για την ασφάλιση του Ομπάμα (Affordable Care Act), ενώ ο ίδιος ως κυβερνήτης της Μασαχουσέτης είχε περάσει ακόμα πιο ρηξικέλευθο αντίστοιχο νόμο.
● Εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αναπτύσσεται το κίνημα των «Birthers», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Μπάρακ Ομπάμα δεν έχει γεννηθεί στις ΗΠΑ και τον καλούν να δημοσιοποιήσει το πιστοποιητικό γέννησής του (μεταξύ αυτών και ο Τραμπ).
● Οι υποστηρικτές του «μικρού κράτους» και της μείωσης της φορολογίας ανασυντάσσονται και επιστρέφουν δυναμικά ως TEA Party (από τα αρχικά των λέξεων Taxed Enough Already, δηλαδή «Φορολογήθηκα Ήδη Αρκετά») και προωθούν υποψηφίους εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος οι οποίοι αντιδρούν στις ομοσπονδιακές δαπάνες και, σε πολλές περιπτώσεις, προκαλούν τοπικούς «εμφυλίους» με πιο μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς.

Το «κόλπο» του Ντόναλντ
Αυτά είναι μόνο μερικά συμπτώματα της στροφής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, την οποία ο Τραμπ αξιοποίησε το 2016 προκειμένου αρχικά να ισοπεδώσει τους πιο «παραδοσιακούς» υποψηφίους του κόμματος και στη συνέχεια να νικήσει τη Χίλαρι Κλίντον αξιοποιώντας τον πιο «παγκοσμιοποιημένο» λόγο της για να τον αντιπαραβάλει με τις δικές του υποσχέσεις για μια Αμερική επικεντρωμένη στον εαυτό της.
Η επιτυχία του Τραμπ ήταν ότι κατόρθωσε να συσπειρώσει γύρω του με τη ρητορική του όλα τα ακραία ρεύματα που είχαν αναπτυχθεί τα προηγούμενα χρόνια εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, υποσχόμενος τα πάντα στους πάντες, αλλά και διευρύνοντας την ακραία ρητορική («βιαστές» οι Μεξικανοί, «τρομοκράτες» οι antifa, «πατριώτες» οι διάφοροι ένοπλοι ακροδεξιοί κ.λπ.) για να συμπεριλάβει διάφορες παραφυάδες της Δεξιάς στις ΗΠΑ.
Καθώς οι ισχυρισμοί του για νοθεία στις εκλογές και «κλοπή» της νίκης έφθαναν σε επίπεδα παροξυσμού, ο «βρασμός» μέσα στην αμερικανική Δεξιά γινόταν όλο και πιο έντονος και όλο και πιο βίαιος. Η εισβολή στο Καπιτώλιο ήταν – για τους προσεκτικούς παρατηρητές – ένα περιστατικό προδιαγεγραμμένο, για το οποίο το μόνο ερώτημα 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.