27/02/2021 02:49:02

ΤτΕ-Έκθεση Χρημ/κής Σταθερότητας: Υψηλού κινδύνου ένα στα τρία δάνεια

ΤτΕ-Έκθεση Χρημ/κής Σταθερότητας: Υψηλού κινδύνου ένα στα τρία δάνεια  - Media

 

Η υγειονομική κρίση του COVID-19 ανέτρεψε πλήρως τις προηγούμενες αισιόδοξες μακροοικονομικές προβλέψεις για το 2020, επηρεάζοντας καταλυτικά την οικονομική δραστηριότητα, ωθώντας την οικονομία σε βαθιά ύφεση και διαταράσσοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αναφέρει η ΤτΕ μέσω της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η Έκθεση επικεντρώνεται στις εξελίξεις που έλαβαν χώρα στον τραπεζικό τομέα κατά τη διάρκεια του 2020 με βάση τα μεγέθη του τραπεζικού συστήματος το γ΄ τρίμηνο του 2020, ενώ για όλους τους άλλους τομείς των τραπεζών οι αναφορές γίνονται με μεγέθη α΄ εξαμήνου.

Έτσι προβλέπει αύξηση του αποθέματος των κόκκινων δανείων των τραπεζών εξαιτίας της πανδημίας κατά 8 έως 10 δισ. ευρώ.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου στα 58,7 δισ. ευρώ από 68,5 δισ. που ήταν στο τέλος του 2019. Ωστόσο διατηρούνται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο που φθάνει το 35,8%, έναντι 2,3% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ.

Η μείωση των δανείων αυτών, σύμφωνα με την ΤτΕ, συνιστά τη σοβαρότερη πρόκληση του τραπεζικού συστήματος, καθώς μετά τη σταδιακή άρση των μέτρων αναστολής καταβολής δόσεων των δανείων (moratoria) και των άλλων υφιστάμενων μέτρων προστασίας των δανειοληπτών, τα δάνεια αυτά θα αυξηθούν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει στην Έκθεσή της η ΤτΕ, το ποσό των δανείων σε καθεστώς αναστολής πληρωμών ανέρχεται σε 21,0 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 12% του συνολικού ποσού δανείων στο τραπεζικό σύστημα. Άνω του 80% των δανείων με αναστολή πληρωμών είναι ενήμερα δάνεια (αποτελούν περίπου το 15% των ενήμερων δανείων) και έχουν σχετικά περιορισμένη κάλυψη με προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο (περίπου 3%).

Ένα στα τρία δάνεια σε καθεστώς αναστολής πληρωμών

Ωστόσο το 34% των δανείων που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής πληρωμών ανήκει στην κατηγορία με σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου. Το γεγονός αυτό αυξάνει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί νέος κύκλος ΜΕΔ από δανειολήπτες που δεν θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν στην παρούσα δύσκολη οικονομική συγκυρία. Η τελευταία εκτίμηση των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος με βάση τα μακροοικονομικά μοντέλα της για τον υπολογισμό των νέων ΜΕΔ και τις πρόσφατες μακροοικονομικές παραδοχές, είναι για 8-10 δισ. ευρώ

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η έκθεση ,η λήψη μιας σειράς μέτρων (δημοσιονομικών, νομισματικών και εποπτικών) από τις αρμόδιες αρχές, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ευρωζώνης, άμβλυνε σε μεγάλο βαθμό τις επιπτώσεις από την πανδημία. Στο περιβάλλον αυτό, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας καλείται να αντεπεξέλθει στις προϋπάρχουσες και εντεινόμενες λόγω της κρίσης προκλήσεις και κυρίως να συνεχίσει την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Οι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν εστιάζονται σε τρεις τομείς.

Πρώτον, στο υφιστάμενο ιδιαίτερα μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), το οποίο αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα, αντικατοπτρίζοντας την επιδείνωση στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και επιχειρήσεων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα ως αποτέλεσμα της πανδημίας και της σταδιακής άρσης των μέτρων αναστολής καταβολής δόσεων των δανείων (moratoria) και των άλλων υφιστάμενων μέτρων προστασίας των δανειοληπτών.

Δεύτερον, στην ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών, εξαιτίας του υψηλού ποσοστού συμμετοχής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (Deferred Tax Credit), το οποίο επίσης αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω, καθώς οι τράπεζες προβαίνουν σε ενέργειες μείωσης του αποθέματος των ΜΕΔ.

Τέλος, στη χαμηλή οργανική κερδοφορία των τραπεζών στο υφιστάμενο περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που αναμένεται να διατηρηθεί για μακρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να μη διαφαίνεται πιθανή η δημιουργία εσωτερικού κεφαλαίου.

Τα δάνεια του Ν. Κατσέλη

Επισημαίνεται ότι 7,8 δισ. ευρώ, ήτοι 13,2% των ΜΕΔ εντός ισολογισμού, αφορούν απαιτήσεις που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας και για τις οποίες εκκρεμεί η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Από αυτά 4,7 δισ. ευρώ αφορούν απαιτήσεις που είχαν ήδη καταγγελθεί. Τα δάνεια αυτής της κατηγορίας αφορούν είτε φυσικά πρόσωπα (π.χ. ν. 3869/201018) είτε νομικά πρόσωπα (π.χ. ν. 4307/2014, Πτωχευτικός Κώδικας). Σχετικά με τις επιμέρους κατηγορίες, περίπου το 27,1% των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων έχει υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα καταναλωτικά δάνεια είναι 17,4%.

Το εννεάμηνο του 2020 η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων υποχώρησε αλλά παρέμεινε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 - CET1) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,6% τον Σεπτέμβριο του 2020 από 16,2% τον Δεκέμβριο. Η μείωση αυτή σε συνδυασμό την χαμηλή ποιότητα του κεφαλαίου των τραπεζών συνιστούν εξίσου σημαντική πρόκληση για τις τράπεζες.

Για το λόγο αυτό η ΤτΕ επαναφέρει την πρόταση της για δημιουργία της λεγόμενης «κακής τράπεζας» (Εταιρεία Διαχείρισης Ενεργητικού). Όπως αναφέρει στην Έκθεσή της, εμπειρικά στοιχεία από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαιώνουν ότι Εταιρείες Διαχείρισης Στοιχείων Ενεργητικού (Asset Management Companies - AMC) με άρτιο σχεδιασμό και επαγγελματική διαχείριση μπορούν να επιταχύνουν τη διαδικασία ανάκτησης των ενεχύρων και να αποτρέψουν την περιττή απώλεια πόρων κατά τη διαδικασία εξυγίανσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.