20/11/2018 01:10:07

Ο Χόμπσμπαουμ στα καταγώγια του Σόχο

Ο Χόμπσμπαουμ στα καταγώγια του Σόχο  - Media
 «Γιατί όχι;» είπε μέσα του ο νεοφώτιστος κριτικός της τζαζ. Μπορεί να λάτρευε την ποίηση, ωστόσο η προοπτική να γράψει ένα κειμενάκι σε έγκυρο περιοδικό για κάτι που αγαπούσε, τον συνάρπαζε. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ θα άφηνε για λίγο πίσω του τις σκονισμένες βιβλιοθήκες και τη λενινιστική θεωρία και θα βυθιζόταν τους ρυθμούς της αγαπημένης του Μπίλι Χόλιντεϊ. Το μυαλό του θόλωνε προσπαθώντας να δει πάνω και πέρα από τους κάθε λογής ερμηνευτές του Μαρξ. Ο 40χρονος Έρικ, ο κατοπινός θρύλος του μαρξισμού, άφησε πίσω τις μαύρες σκέψεις και τη μη αναστρέψιμη πορεία των σοβιετικών καθεστώτων και έπεσε με τα μούτρα στο αγαπημένο του «Μέλοντι Μέικερ» (Melody Maker »). Τι κι αν οι πράκτορες ήταν πίσω του; Ήταν καλή εποχή να γράψει για την τζαζ. Η στήλη του στο «New Statesman» θα ήταν μια περιστασιακή ανάπαυλα από τους προσωπικούς και πολιτικούς τριγμούς του 1 956, χρονιά της κομμουνιστικής κρίσης και της περιρρέουσας σκοτεινής ατμόσφαιρας.
Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, λέκτορας Ιστορίας στο Birkbeck College του Λονδίνου, θα κατηφόριζε στο αγαπημένο του στέκι, δυο βήματα από το σπίτι του. Το Ντάουνμπι Κλαμπ, στην οδό Ολντ Κόμπτον, ήταν ένα «καταγώγιο», το οποίο πολλοί μουσικοί του Λονδίνου χρησιμοποιούσαν ως σημείο αναφοράς.
Καθώς κατέβαινε τα σκαλιά, ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, που αρκετές δεκαετίες αργότερα θα τάραζε τα λιμνάζοντα νερά του καπιταλισμού, θυμήθηκε τη συζήτηση που έκανε με την Τζάνετ Σμιθ. Η τρομερή διευθύντρια των πολιτιστικών του «New Statesman» του είχε πει ότι ο τυπικός αναγνώστης του περιοδικού ήταν «ο άντρας δημόσιος υπάλληλος». Έτσι, για δέκα περίπου χρόνια, ο Χόμπσμπαουμ θα υπογράφει τις κριτικές του με το ψευδώνυμο «Φράνσις Νιούτον» (από τον κομμουνιστή τζαζ τρομπετίστα της Μπίλι Χόλιντεϊ).
Αν κάποιος ρωτούσε τον διαπρεπή ιστορικό, που εκείνη την εποχή έπαιζε τη ζωή του κορώνα - γράμματα ως μέλος της αριστερής οργάνωσης «Οι απόστολοι του Κέμπριτζ», τι σήμαινε για εκείνον να γράφει για την τζαζ, θα εισέπραττε την αποστομωτική απάντηση: «Αυτό που με τραβούσε, δεν ήταν τόσο η ευκαιρία να εξετάζω τζαζ παραστάσεις και ηχογραφήσεις. Ήταν η ευκαιρία να καταλάβω τους μουσικούς και τον κόσμο της μουσικής. Διασκέδαζα με την παρέα των μουσικών και εκείνοι με δέχονταν σαν κάτι το αλλόκοτο ή καμιά φορά σαν ένα κινητό βιβλίο, το οποίο μπορούσε να απαντήσει σε μη μουσικές ερωτήσεις. Θυμάμαι μια φιλενάδα ενός μουσικού που με ρωτούσε αν είναι σωστό να πιστεύει κανείς στον Θεό. Αλλά θα μπορούσε ποτέ ένας μη μουσικός να καταλάβει τι είναι στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι δημιουργικοί μουσικοί; Έτσι κι αλλιώς, όπως μου είχε πει ένας από αυτούς, “οι λέξεις δεν είναι το όργανό μου”».
Τα υπόλοιπα χρόνια της δημιουργικής ζωής του, ο Έρικ Χόμπσμπαουμ θα αναπολεί τις νύχτες που μεταμορφωνόταν σε Φράνσις Νιούτον και τριγύριζε στα νυχτερινά «καταγώγια» του Σόχο. Θυμάται με νοσταλγία την πρώτη θορυβώδη επίσκεψη του Ρέι Τσαρλς, τον οποίο είχε πρωτοακούσει σε έναν τεράστιο χορό ροκ στο Όκλαντ. «Ακόμη ανατριχιάζω στη μνήμη αυτού του καμπουριασμένου, λεπτού, θλιμμένου, τυφλού άντρα να καθηλώνει το κοινό με το “Οnce Ι was blind, now Ι see”».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.