18/10/2018 11:37:11

Κι όμως, έχουμε ανάγκη το χαβιάρι

Κι όμως, έχουμε ανάγκη το χαβιάρι - Media
Παρ’ όλο που η ταινία «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών, μια ελληνική ταινία που τα «σπάει» στα ταμεία μόνο κέρδος είναι για το ελληνικό σινεμά. Γιατί δίπλα σ’ αυτή θα μπορούν να γυρίζονται και οι «άλλες», οι πιο μικρές, αυτές που τα τελευταία χρόνια ταξιδεύουν στα ξένα φεστιβάλ και δρέπουν δάφνες. Η μικρή μας κινηματογραφική βιομηχανία - μάλλον για βιοτεχνία πρόκειται -, που ούτως ή άλλως υπέφερε και προ κρίσης, έχει ανάγκη από όλα τα κινηματογραφικά είδη. «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» του Γιάννη Σμαραγδή βγήκε στις ελληνικές αίθουσες και έκοψε στο πρώτο τετραήμερο προβολής 86.000 εισιτήρια (Πέμπτη έως Κυριακή), αποτελώντας το δεύτερο καλύτερο άνοιγμα της σεζόν μετά το «Σκοτεινός Ιππότης: Η επιστροφή» του Κρίστοφερ Νόλαν, σε μια εποχή μάλιστα που η κρίση έχει χτυπήσει και την πόρτα των κινηματογραφικών αιθουσών, κι ας παραμένει το σινεμά μια σχετικά φτηνή διασκέδαση.
Δικαιολογημένο το δυναμικό ξεκίνημα: λίγο τα «παράσημα» του «Ελ Γκρέκο» που κουβαλά το όνομα του σκηνοθέτη Σμαραγδή, λίγο το ελληνικό θέμα της ταινίας - η ζωή του ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη -, λίγο και το διεθνές καστ - με τον εξαιρετικό Σεμπάστιαν Κοχ, την ντίβα Κατρίν Ντενέβ και τον Χουάν Ντιέγκο Μπότο που κέρδισε τις εντυπώσεις στον «Ελ Γκρέκο». Μια ελληνική παραγωγή, η οποία διαφημίζεται ως η πιο πολυαναμενόμενη ταινία της χρονιάς, που φέρνει στο ελληνικό σινεμά ξένα ονόματα και ποντάρει στο τσακισμένο σήμερα εθνικό συναίσθημα, ξεκινάει με πολλούς άσους στο μανίκι.
Η ταινία απογοήτευσε πολλούς. Όχι μόνο κριτικούς. Κι ο «Ελ Γκρέκο», άλλωστε, δεν είχε αγαπηθεί από τους ειδήμονες, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να κόψει τη φόρα του στα εισιτήρια. Και το κοινό, όμως, είναι διχασμένο με την καινούργια ταινία του Σμαραγδή. Την είδα σε έναν κινηματογράφο της γειτονιάς στη Νέα Σμύρνη. Η αίθουσα ήταν τίγκα. Δεν κρατήθηκα και μετά το τέλος της ταινίας έπιανα σχεδόν από το μανίκι τον κόσμο και τον ρωτούσα πώς του φάνηκε. Τα συμπεράσματα είναι τα εξής: οι νεότεροι (έως 30) δεν συγκινήθηκαν. Η μέση ηλικία (έως τα 50) είχε ενστάσεις ιστορικές και βρήκε επιφανειακή την ταινία. Και η μεγαλύτερη ηλικία συγκινήθηκε. Ας αφήσουμε, όμως, το ρεπορτάζ κατά μέρος. Ας αφήσουμε και την αξιολόγηση της ταινίας, που κατά τη γνώμη μου είναι απογοητευτική. Πλασάρεται ως ακριβή παραγωγή κι όμως, όταν τη βλέπεις, φαίνεται σαν να έχει γυριστεί σε 3-4 δωμάτια όλα κι όλα. Αν εξαιρέσεις τον Σεμπάστιαν Κοχ, που και σε τηλεπαιχνίδι να τον βάλεις πάλι θα δώσει μια ωραία ερμηνεία, το καστ δεν κάνει τη διαφορά. Η δε Κατρίν Ντενέβ παίζει με ύφος μπλαζέ, όχι επειδή είναι ο ρόλος της η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, αλλά μάλλον επειδή θεωρεί ότι μας κάνει χάρη. Το μεγάλο πρόβλημα της ταινίας, βέβαια, είναι σεναριακό. Η αντιφατικότητα της προσωπικότητας του Βαρβάκη, που ξεκίνησε παρτάκιας πειρατής και κατέληξε εθνικός ευεργέτης, δεν υποστηρίζεται επαρκώς.
Το κέρδος, όμως, για το ελληνικό σινεμά είναι ότι όσο γυρίζονται ταινίες σαν αυτή, η εθνική μας κινηματογραφία παραμένει ζωντανή. Από κοντά και οι αίθουσες, που συντηρούνται από το εμπορικό σινεμά. Και μόνο όσο γίνονται τέτοιες παραγωγές μπορούν να γίνουν «Κυνόδοντες». Πλέον στις καλλιτεχνικές ταινίες είναι πάγια τακτική να συνδράμουν όλοι αφιλοκερδώς, από μεράκι και πάθος. Απλήρωτοι ή κακοπληρωμένοι τεχνικοί, ηθοποιοί και κάθε είδους συντελεστές παλεύουν με νύχια και με δόντια για να υποστηρίξουν αυτό που βαφτίστηκε νέο κύμα του ελληνικού σινεμά. Και καλώς ή κακώς, αυτό μπορεί να επιζήσει μόνο χέρι-χέρι με το «εμπορικό» ελληνικό σινεμά.
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.