27/06/2019 10:36:48
27.10.2012 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Κόκκινος συναγερμός με ορίζοντα το συνέδριο

Κόκκινος συναγερμός με ορίζοντα το συνέδριο - Media

Εικόνα κόκκινου συναγερμού δίνει εσχάτως ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω τόσο της εσωτερικής συζήτησης στην πορεία προς την Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, που θα προετοιμάσει τις διαδικασίες για το ιδρυτικό συνέδριο του νέου ενιαίου φορέα την ερχόμενη άνοιξη, όσο και των – στρεβλωτικών συχνά – διαστάσεων που δίνονται σε αυτή τη συζήτηση από τα ΜΜΕ.

Μπορεί λοιπόν από διάφορους να δίνεται η εντύπωση «αιματοκυλίσματος», όμως η πραγματική εικόνα είναι πολυδιάστατη.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Μια από τις βεβαιότητες – αλλά και τους φόβους – του ηγετικού επιτελείου την επομένη των εκλογών ήταν ότι κάθε συζήτηση εντός του κόμματος τελεί πλέον υπό τον προβολέα της μεγάλης δημοσιότητας που αναλογεί πλέον στον νέο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο φόβος αυτός, βασισμένος τόσο στην κοινή λογική όσο και στις πρώτες ενδείξεις μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων Μαΐου και Ιουνίου, άρχισε να επιβεβαιώνεται μετά τις εκλογές.

Παρ’ όλα αυτά, στο κατώφλι της επόμενης μέρας για το νέο διευρυμένο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν κρίσιμα διακυβεύματα, που εκ των πραγμάτων τίθενται στο τραπέζι.

Η ηγεσία

Η ηγεσία είναι αποφασισμένη να ισορροπεί και να συνθέτει όλες τις απόψεις που υπάρχουν μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, τα πράγματα δυσκολεύουν γι’ αυτήν από το γεγονός ότι το «νέο» ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται είναι διαφορετικό από αυτό της παραδοσιακής οργανωμένης βάσης της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής Αριστεράς.

Ο μηχανισμός που ανταποκρίνεται στο προ εκλογών ποσοστό 4,6% και αντιστοιχεί στον ΣΥΝ και τις συνιστώσες του, έχει γαλουχηθεί μέσα σε ένα διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο σε σχέση με το ευρύτερο πλέον ακροατήριο του 27% που παρακολουθεί το σχήμα και τις νέες εντάξεις σ’ αυτό. Αυτή η δυσκολία, όμως, δείχνει να κάμπτεται, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Η ηγεσία έχει αποφασίσει να απευθυνθεί στην κοινωνία με τους δικούς της όρους (της κοινωνίας) ως επί το πλείστον, ακόμη κι αν αυτό συχνά την υποχρεώνει να προσαρμοστεί πολιτικά σε θέσεις και πρακτικές που προσομοιάζουν στην παράδοση της Κεντροαριστεράς ή, κατά το πιο «κακόηχο» εντός της Αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας.

Η επιλογή αυτή απορρέει από μια ρεαλιστική ανάγκη: την οικοδόμηση και στεγανοποίηση μιας ευρείας κοινωνικής βάσης, όρος απαραίτητος για τα επόμενα βήματα του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία. Δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να εκφράσει τις ανάγκες και τις αγωνίες της πλειονότητας της κοινωνίας, αναζητώντας προφανώς τη στήριξή της για να μπορεί να προχωρήσει μέσα σε ομολογουμένως αντίξοες συνθήκες. Τα τελευταία χρόνια άλλωστε μιλάει για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας, η οποία δεν θα αποκλείει «κοινό» και από τα αριστερά και από το κέντρο, αλλά και από τα δεξιά.

«Όσοι πιστοί»

Ο Τσίπρας, ήδη από τη μακρά προεκλογική περίοδο που προηγήθηκε της 6ης Μαΐου, είχε ανοίξει το πεδίο της απεύθυνσής του όχι μόνο στην ευρύτατη βάση του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ αλλά ακόμη και στη λαϊκή Δεξιά. Να θυμίσουμε ότι τότε, στελέχη του χώρου παρατηρούσαν ότι κόσμος προερχόμενος από την εκλογική βάση της Ν.Δ. προσερχόταν στις ομιλίες του Τσίπρα ανά την Ελλάδα για να τον ακούσει.

Σε πρώτη φάση, η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ βασίστηκε στη «λεηλασία» ψήφων από όμορους χώρους, δηλαδή τόσο από το ΚΚΕ όσο και – κυρίως – από το ΠΑΣΟΚ. Με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνειρμοί ή να γίνονται συχνά παραλληλισμοί με την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία το 1981 και τις πρακτικές που χρησιμοποίησε.

Στην πορεία αυτή υπάρχουν στραβοπατήματα, λάθη και κακές επιλογές, καθώς και κακώς ή ελλιπώς προετοιμασμένες ή ζυγισμένες κινήσεις.

Ενδεχομένως, η μεγαλύτερη ενόχληση για την αριστερή βάση του σχήματος να αφορά τη «θεσμική προσαρμογή» που ακολουθεί η ηγεσία. Η οποία όμως απορρέει και από την πολιτική και στρατηγική θέση που το σχήμα έχει συναποφασίσει, αυτή της παραμονής στην Ε.Ε. με στόχο την «επανίδρυσή» της και όχι της ρήξης με αυτή, οπότε συνεκδοχικά η αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες επιλογές κινείται στη γραμμή μνημόνιο - αντιμνημόνιο.

Εν ολίγοις η προσέγγιση που υπακούει στην επιλογή της «διαπραγμάτευσης με τους εταίρους στο πλαίσιο μιας ισότιμης βάσης» προφανώς οδηγεί σε αυτό που ο Γιάννης Δραγασάκης ονόμασε «βίαιη ωρίμανση», η οποία παραπέμπει στη λογική των «αναγκαίων συμβιβασμών». Κάτι που στην πράξη σημαίνει την αναζήτηση μιας αναβαθμισμένης θεσμικής φυσιογνωμίας που θα του επιτρέπει να συνομιλεί απευθείας με θεσμικούς παράγοντες ανεξαρτήτως από το αν διαφωνεί μαζί τους, με σκοπό την πληροφόρηση, την ενημέρωση απευθείας για τις θέσεις του και εν γένει την «ανταλλαγή απόψεων».

Υπό αυτά τα δεδομένα, η ηγεσία αναζητεί να διαμορφώσει μέσα από τον ενιαίο φορέα ένα σχήμα με ενιαία πολιτική έκφραση, παρά τις ιδεολογικές διαφορές, οι οποίες είναι δύσκολο να συγκεραστούν κι ενδεχομένως εξίσου δύσκολο να «αποσοβηθούν» διά των… καρατομήσεων αλά Ανδρέας Παπανδρέου, όπως έμμεσα ή και άμεσα υποδεικνύουν από συστημικής πλευράς διάφοροι κοντυλοφόροι των μεγάλων μιντιακών συγκροτημάτων.

Βεβαίως το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι εντελώς απίθανο, ωστόσο θα τεθεί σε πολύ μελλοντικό χρόνο και δεν αφορά το σήμερα. Δεν παύει πάντως να είναι κάτι που έχουν κατά νου όλοι οι σχηματισμοί εντός του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς από το ιδρυτικό συνέδριο και μετά θα μπουν σε μια νέα διαδικασία συνύπαρξης, η οποία θα ορίζεται από τη λεγόμενη «αυτοδιάλυση» των συνιστωσών και τη μορφοποίηση νέων ομαδοποιήσεων στη βάση ιδεολογικών ρευμάτων. Εκ των πραγμάτων πολλοί αναζητούν τρόπους να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους, πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά, μέσα σε μια κατάσταση όπου μελλοντικά οι σημερινές συνιστώσες δεν θα έχουν τη σημερινή «αυτονομία». Μεταφράζοντας λίγο περισσότερο αυτή την προοπτική, κάποιοι ανησυχούν περισσότερο για το αν θα μπορούν στο μέλλον να επηρεάσουν τις επιλογές της ηγεσίας, άρα και να ελέγχουν τη δημοκρατική της λειτουργία, παρά βλέπουν την προοπτική διαγραφής τους.

Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να ιδωθούν και διάφορες εσωτερικές διαφοροποιήσεις ή αντιπαραθέσεις.

Από αριστερά

Οι βασικότεροι εκφραστές της «διαφορετικής άποψης» εντός του ΣΥΡΙΖΑ είναι τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος του ΣΥΝ με επικεφαλής τον  Παναγιώτη Λαφαζάνη, οι οποίοι κινούνται σε διαφορετική πολιτικο-ιδεολογική γραμμή από την πλειοψηφία του ΣΥΝ. Στην ουσία το Αριστερό Ρεύμα εκπροσωπεί τη «συγκρουσιακή» με την Ε.Ε. θέση και το σύστημα, για την έξοδο από το ευρώ και τη διαγραφή του χρέους, ως βάση επανεκκίνησης της εθνικής οικονομίας (θέση υπαρκτή και σε μια αυξανόμενη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας), καθώς πλην της εξωκοινοβουλευτικής ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν υπάρχει αυτόνομος πολιτικός σχηματισμός με κεντρική θέση την άμεση έξοδο από το ευρώ κι ενδεχομένως και την Ε.Ε.

Η θέση αυτή είναι εξαιρετικά μειοψηφική εντός του ΣΥΝ (δεν πρόκειται δηλαδή για θέση που «διχάζει»), τουλάχιστον σε στελεχιακό επίπεδο, και παρουσιάζει τάσεις αποδυνάμωσης, ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ εκφράζεται πιο μετριοπαθώς, μέσα από τη θέση «καμιά θυσία για το ευρώ», την οποία υποστηρίζουν συνιστώσες όπως η ΔΕΑ, η ΑΚΟΑ, η ΑΠΟ, το Κόκκινο κ.ά. Από την άλλη, το Αριστερό Ρεύμα, παρά το χαμήλωμα των τόνων στις πρόσφατες εκλογές, επαναφέρει δυναμικά τη θέση του αυτή στο προσκήνιο, διεκδικώντας να καλύψει μεγαλύτερη εμβέλεια στην κομματική βάση, την παραδοσιακή αριστερόστροφη αλλά και τη νεοεισερχόμενη, μεγάλο μέρος της οποίας στηρίζει την ηγεσία, ωστόσο εκδηλώνει και τον προβληματισμό «τι μέλλει γενέσθαι» σε περίπτωση που το σχέδιο περί διαπραγμάτευσης δεν αποδώσει.

Ενδεχομένως το ανέβασμα των τόνων σε αυτή τη φάση να αξιοποιείται κατά το δοκούν από τα συστημικά ΜΜΕ εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τον παρουσιάζουν ως έρμαιο σφοδρών εσωτερικών συγκρούσεων με επίδικο τη «νομή της εξουσίας» ή για να του χρεώσουν πότε το «λόμπι της δραχμής», πότε ανίατο αριστερισμό, από τον οποίο εμμέσως του ζητούν να απαλλαγεί προκειμένου να τον αναγνωρίσουν ως συνομιλητή.

Ωστόσο, όσοι δικαίως ή αδίκως βλέπουν νέες διασπάσεις στον ορίζοντα παραγνωρίζουν μερικά στοιχεία. Όταν ο Τσίπρας λέει «δεν περισσεύει κανείς», το εννοεί, τουλάχιστον με σημερινούς όρους: ο ίδιος ενσωματώνει στη ρητορική του θέσεις και απόψεις του Λαφαζάνη, όπως ότι διακυβεύεται η εθνική κυριαρχία της χώρας, η οποία εξελίσσεται σε «προτεκτοράτο», ή τη λογική ενός «εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης». Ταυτόχρονα το Αριστερό Ρεύμα «ελέγχει» σημαντικό κομμάτι της συνδικαλιστικής έκφρασης του ΣΥΡΙΖΑ – και να μην ξεχνάμε ότι ο συνδικαλιστικός χώρος είναι κομβικό εργαλείο (και εμφανής στόχος) αυτή τη στιγμή στα χέρια του ΣΥΡΙΖΑ και στο «χτίσιμο» της νέας κοινωνικής του βάσης με έρεισμα στις δυνάμεις της εργασίας.

Από την άλλη, ο ίδιος ο Λαφαζάνης μέχρι σήμερα έχει υπάρξει συνεπής κομματικά, δεν εκδηλώνει «αποσχιστικές» τάσεις, παρόλο που διατηρεί γέφυρες με την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, αλλά ακόμη και με τον «πρώην» Αλέκο Αλαβάνο (ο οποίος εσχάτως έχει ανεβάσει τα ντεσιμπέλ της αντι-ευρώ ρητορικής), ενώ έχει το βλέμμα στραμμένο και προς το ακροατήριο του ΚΚΕ.

«Πασοκογενείς»

«Νέοι» παράγοντες στη «σκακιέρα» του ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, είναι οι λεγόμενοι «πασοκογενείς», από τους οποίους τόσο οι Σοφία Σακοράφα, Παναγιώτης Κουρουμπλής όσο και τα στελέχη του «Νέου Αγωνιστή» φαίνεται να είναι απολύτως αποδεκτοί από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ΣΥΝ (και από το Αριστερό Ρεύμα). Προβλήματα ωστόσο έχουν παρουσιαστεί από μια υποβόσκουσα διαμάχη μεταξύ, κυρίως, του εργατολόγου Αλέξη Μητρόπουλου και του Αριστερού Ρεύματος, μεταξύ των οποίων οι σχέσεις φαίνεται να είναι τεταμένες, καθώς ο πρώτος φαίνεται να διεκδικεί την εδραίωση της επιρροής του στον συνδικαλιστικό χώρο.

Πάντως, η κομματική βάση στην πλειονότητά της φαίνεται να βρίσκεται σε φάση «ομογενοποίησης», καθώς, όπως τουλάχιστον μεταφέρεται από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζει έντονη συσπείρωση. Ναι μεν προβληματίζεται και ασκεί κριτική σε κινήσεις της ηγεσίας που προδίδουν «κυβερνητισμό» και διεκδικεί μια πιο σθεναρή αντιπολιτευτική τακτική, σε γενικές γραμμές όμως στηρίζει το εγχείρημα, χωρίς να στέκεται στις εσωτερικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Άλλωστε, τα μέλη της βάσης έρχονται καθημερινά σε επαφή με τα φλέγοντα προβλήματα σε ολόκληρες περιοχές και κοινωνικές ομάδες σε όλη τη χώρα, επομένως είναι σε θέση να υπερβούν τις όποιες διαφορές προκειμένου να αντιμετωπίσουν ζητήματα όπως οι διάφορες μορφές αλληλεγγύης σε όσους δεινοπαθούν καθώς και το ανησυχητικό φαινόμενο της Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια: ο λαός θέλει, η ηγεσία μπορεί;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.