22/01/2019 17:44:23
29.3.2010

Cine Ποντίκι

Σε τεντωμένο σκοινί

Βραβευμένο με το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ πέρυσι, το φιλμ του Τζέιμς Μαρς αφηγείται, με τον πιο κινηματογραφικό τρόπο που θα μπορούσατε να φανταστείτε, ένα αληθινά εντυπωσιακό κατόρθωμα. Στις 7 Αυγούστου του 1974, ένας γάλλος ισορροπιστής, ο Φιλίπ Πετίτ, με τη βοήθεια μιας ομάδας ανθρώπων κι ενός καλά οργανωμένου σχεδίου, περπάτησε πάνω σε ένα συρματόσκοινο ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους του World Trade Center της Νέας Υόρκης. Η πράξη του δεν ήταν μια από εκείνες που αλλάζουν τον κόσμο, αλλά από αυτές που με κάποιο τρόπο αλλάζουν όσους τις βιώνουν και η παράτολμη γοητεία της, η ονειρική σχεδόν μαγεία της παραμένουν ζωντανά στην εξιστόρησή της στο σινεμά. Ο Φιλίπ Πετίτ είναι, όπως εύκολα μπορείς να αντιληφθείς ακόμη κι από τον τρόπο που μιλάει στην κάμερα, ένας άνθρωπος που δεν έχει σχεδόν ποτέ και τα δυο πόδια του στη γη. Τα ύψη τον γοήτευαν από μικρό, η καρδιά του λαχταρούσε να σταθεί πάνω από το κενό, κάτι που πέτυχε αρκετές φορές πριν το μεγάλο του κατόρθωμα το καλοκαίρι του ’74. Οι Δίδυμοι Πύργοι όμως, που τότε δεν είχαν ακόμη παραδοθεί σε χρήση, ήταν κάτι περισσότερο από δυο ψηλά κτίρια και μια ευκαιρία να περπατήσει ανάμεσά τους. Ήταν ένα σύμβολο της ίδιας της αμερικανικής υπεροχής, ένα μνημείο στο χρήμα και τις επιχειρήσεις. Ο Πετίτ ήταν ένας λεπτεπίλεπτος Γάλλος, ένας αιθεροβάμων χορευτής του αέρα και η πράξη του να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα δύο κτίρια και να σταθεί ανάμεσά τους ήταν κάτι παραπάνω από ένα ακόμη κατόρθωμα. Με τους Πύργους να μην υπάρχουν πια, το ντοκιμαντέρ του Μαρς αποκτά ένα ακόμη επίπεδο σημειολογίας, η απουσία τους δίνει στην εικόνα τους και στην εικόνα του Πετίτ να περπατά στο ενδιάμεσό τους μια σχεδόν στοιχειωμένη, μελαγχολική υφή. Όμως το φιλμ δεν στέκεται μόνο στον συμβολισμό της πράξης αλλά μετρά τον ίδιο τον «πυρετό» της, την περιγράφει σαν μια σχεδόν κατασκοπική επιχείρηση ή σαν μια ληστεία και της δίνει ανάλογους κινηματογραφικούς ρυθμούς, τη γεμίζει με τους αληθινούς αλλά τόσο ιδιαίτερους χαρακτήρες και σε κάνει να τη ζεις, ακόμη κι αν τώρα, για πρώτη φορά, μαθαίνεις ότι κάτι τέτοιο είχε πράγματι συμβεί. Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μαρς. Χώρα: Μεγάλη Βρετανία. Διάρκεια: 102΄

Νιάτα σ’ έξαψη

Η ιστορία γνωστή: δεκαεξάχρονος νεαρός αποφασισμένος να χάσει την παρθενιά του ερωτεύεται με πάθος συνομήλική του. Όπως σε κάθε ιστορία όμως, έτσι κι εδώ δεν είναι μόνο τι λες, αλλά κι ο τρόπος που το αφηγείσαι. Ο Μιγκέλ Αρτέτα, μεταφέροντας στην οθόνη ένα καλτ βιβλίο της αμερικανικής εφηβικής λογοτεχνίας, το κάνει με την αίσθηση ενός παράξενου χιούμορ και με ένα κωμικό timing που μοιάζει να υποφέρει από λόξιγκα. Τα «Νιάτα σ’ έξαψη» δεν θα μπορούσαν να βρίσκονται πιο μακριά από τη σεξοκωμωδία του «American Pie», αλλά απέχουν το ίδιο κι από τα ευκολοχώνευτα αστεία που συναντά κανείς στα multiplex. Ξεκινώντας από τους ήρωές του, που ακόμη κι αν ζουν στην πιο... αμερικανική Αμερική που μπορείτε να φανταστείτε ακούνε Σερζ Γκενσμπούργκ και βλέπουν Γιασουχίρο Όζου και καταλήγοντας στον τρόπο με τον οποίο κοιτάζει τις ζωές τους, το φιλμ του Αρτέτα είναι τουλάχιστον ιδιαίτερο. Το ύφος του μεταβάλλεται σχεδόν σε κάθε σκηνή όπως και η ιστορία του, πηδώντας από την καθαρή κωμωδία σε κάτι παλιομοδίτικα ρομαντικό και από τις ερωτικές εξερευνήσεις των ηρώων του στην πιθανότητα μιας εφηβικής τραγωδίας. Αυτό που δεν χάνει ποτέ όμως είναι το χιούμορ του, το οποίο κατά στιγμές είναι αθώο, πικρό, κυνικό, βαθύ, πονεμένο. Από την επιθυμία για το σεξ μέχρι τις διαψευσμένες ελπίδες, το φιλμ του Αρτέτα και οι λαμπροί νεαροί πρωταγωνιστές του ζωγραφίζουν μια αυθεντική εικόνα της εφηβείας, των προβλημάτων και της δόξας της, δίχως ποτέ να υψώνουν, δίχως να χρειάζεται, τους τόνους. Σκηνοθεσία: Μιγκέλ Αρτέτα. Πρωταγωνιστούν: Μάικλ Σερά, Ζακ Γαλιφιανάκης, Στιβ Μπουσέμι, Ρέι Λιότα, Τζιν Σμαρτ. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 90΄

Τέσσερα μαύρα κοστούμια

Η τέταρτη ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη από τη θέση του σκηνοθέτη είναι αυτή που περισσότερο απ’ όλες τις προηγούμενες κάνει φανερές τις αδυναμίες του αντί για τις αρετές του. Οι ταινίες του Χαραλαμπίδη ήταν πάντα «προσωπικές υποθέσεις», φιλμ που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις από τον ίδιο, όχι μόνο γιατί τα έγραφε, τα σκηνοθετούσε και πρωταγωνιστούσε σ’ αυτά, αλλά γιατί οι ήρωές τους δείχνουν να «γνωρίζονται» μεταξύ τους κι όλοι μαζί να κάνουν «παρέα» με τον Ρένο. Στα «Τέσσερα μαύρα κοστούμια» ο ήρωας και μαζί κι ο δημιουργός τους φαίνεται πως απομακρύνονται από την περιοχή που γνωρίζουν καλά και δοκιμάζουν να περπατήσουν σε χωράφια κυριολεκτικά ξένα. Ο μοντέρνος αέρας ενός σκηνοθέτη, ο οποίος στο παρελθόν ήθελε να κάνει αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά στην Αθήνα, αυτή τη φορά μυρίζει περισσότερο ελληνικό σινεμά του ’50 και του ’60. Η ιστορία τεσσάρων αποτυχημένων νεκροκομιστών που πιστεύουν ότι θα πιάσουν την καλή πηγαίνοντας τη σορό ενός μετανάστη με τα πόδια ως τη Βοιωτία, θα μπορούσε να ανήκει σε μια ταινία του Λογοθετίδη ή του Βέγγου, ωστόσο στην καινούργια της ενσάρκωση μια τέτοια παλιομοδίτικη ιδέα δεν λειτουργεί στ’ αλήθεια. Όχι επειδή ο Χαραλαμπίδης δεν προσπαθεί. Το φιλμ έχει και χιούμορ και πίκρα και «μαγικό ρεαλισμό», αλλά δεν καταφέρνει ποτέ να βρει τον κατάλληλο συνδυασμό για να κάνει τα επιμέρους στοιχεία της να δουλέψουν. Ίσως γιατί η ιστορία δεν γίνεται εύκολα πιστευτή ή γιατί το χιούμορ δεν είναι πετυχημένο, ίσως γιατί οι χαρακτήρες είναι περισσότερο καρικατούρες απ’ ό,τι θα έπρεπε ή γιατί ο Ρένος ως σκηνοθέτης δεν μπορεί να βρει τον σωστό ρυθμό σε αυτή την ταινία δρόμου –γεωγραφικού και συναισθηματικού–, κάνοντας την ιστορία να μοιάζει αποσπασματική και το φιλμ να χάνει συχνά το βήμα και τον προορισμό του. Σκηνοθεσία: Ρένος Χαραλαμπίδης. Πρωταγωνιστούν: Ρένος Χαραλαμπίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Τάκης Σπυριδάκης, Άλκης Παναγιωτίδης, Δημήτρης Πουλικάκος, Τιτίκα Σαριγκούλη. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 98΄

ΑΚΟΜΗ

Τα παιδία δεν παίζει, των Άγγελης Ανδρικοπούλου και Αργύρη Τσεπελίκα.

Σε μια γειτονιά της Πάτρας τέσσερα παιδιά που έχουν βαρεθεί να παίζουν ποδόσφαιρο σε πιλοτές και πεζοδρόμια αποφασίζουν να διεκδικήσουν από τον δήμαρχο της πόλης ένα γηπεδάκι και το δικαίωμα στο ασφαλές παιχνίδι. Χωρίς υπερβολικές φιλοδοξίες, δίχως να ωραιοποιεί και να «σκηνοθετεί» υπερβολικά τους μικρούς του ήρωες, το ντοκιμαντέρ αυτό καταγράφει όχι μόνο ένα πρόβλημα για τα σημερινά παιδιά των πόλεων, αλλά κυρίως μια καινούργια γενιά πιτσιρίκων που μεγαλώνουν με τελείως διαφορετικές συνθήκες ζωής. Κι όχι μόνο σε ό,τι αφορά το παιχνίδι.

2019: Νέα φυλή, των Μάικλ και Πίτερ Σπίριγκ.

Περιπέτεια φαντασίας που διαδραματίζεται σε ένα μέλλον όπου η πλειονότητα των κατοίκων της Γης έχει μετατραπεί σε βρικόλακες και τα αποθέματα αίματος εξαφανίζονται. Ενδιαφέρουσα ιδέα, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία, αλλά εν τέλει θρίαμβος των κλισέ σε μια ταινία που δεν μπορεί να ανανεώσει το είδος των vampire movies, παρά τις όποιες προσπάθειές της.

Όταν έρχονται τα σύννεφα, του Ετόρ Ντάλια

Στη Βραζιλία της δεκαετίας του 1980 μια 14χρονη θα ανακαλύψει ότι ο πατέρας της έχει ερωμένη, μια γυναίκα που ζει σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Αυτό θα είναι το πρώτο από μια σειρά μυστικών που θα αποκαλυφθούν και τα οποία αφορούν την ίδια και την οικογένειά της.

T 4 Trouble and the Self Admiration Society, του Δημήτρη Αθυρίδη

Ντοκιμαντέρ για τον Τέρρυ Παπαντίνα, έναν 56χρονο μουσικό που μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη και επέστρεψε για να μεσουρανήσει στην πρωτοεμφανιζόμενη ανεξάρτητη ροκ σκηνή της Ελλάδας του ’70. Ταλαντούχος και γοητευτικός, συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής, έγινε ίνδαλμα, αλλά και φορέας της ροκ υποκουλτούρας, όπου συχνά ενυπάρχουν η αντίδραση και η αυτοκαταστροφή.

Νικαριά μου, του Σπύρου Τέσκου

Ντοκιμαντέρ για την Ικαρία, τους ανθρώπους και τις παραδόσεις της, που όμως δεν πετυχαίνει να αγγίξει τίποτα πέρα από την επιφάνεια.

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.