19/09/2018 03:34:04

Αλούς Αβντούλι: Ο Αλβανός λαχειοπώλης που μεταφράζει Δημουλά

Αλούς Αβντούλι: Ο Αλβανός λαχειοπώλης που μεταφράζει Δημουλά - Media

Ο Αλούς Αβντούλι είναι Αλβανός που ζει στην Ελλάδα από το 1991. Τον πετυχαίνεις να πουλάει λαχεία στον δρόμο. Του αρέσει να αυτοπροσδιορίζεται ως ένα «κοπρόσκυλο που αγαπάει τους ανθρώπους και όχι τσοπανόσκυλο που τους επιτίθεται, αφού φυλάει τα κοπάδια τους». Δεν σου γεμίζει το μάτι για διανοούμενος, η αποκάλυψη όμως είναι μεγάλη. Λίγη ώρα μαζί του φτάνει για ν’ ακούσεις με τη σπαστή προφορά του ένα σωρό ονόματα ποιητών: από τον Ρίτσο και τη Δημουλά μέχρι τον Έλιοτ και τον Έζρα Πάουντ.
Για τον Αλούς το φιλοσοφείν είναι ταυτόσημο με το ζην. Και δεν το έμαθε αυτό τα 20 χρόνια στη χώρα μας, αλλά στη δική του χώρα, δίπλα μας, όταν σε νεαρότατη ηλικία ήρθε σε επαφή με τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς. Γεννήθηκε το 1954 μέσα σ’ ένα κοιμητήριο και μεγάλωσε σε μια οικογένεια που γνώρισε για τα καλά τη σκληρότητα του καθεστώτος. Έτσι, μπορεί να σταμάτησε νωρίς το σχολείο, το 1989, όμως, ήδη παντρεμένος και με παιδιά, έδωσε εξετάσεις και ακολούθησε τον δρόμο των σπουδών. Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1992, μετά την πτώση του Χότζα, αλλά και την εγκατάστασή του στην Ελλάδα. Ο Αλούς δεν περιχαρακώνει την ποίηση με σύνορα και χαρακτηρίζει εχθρούς της τους κριτικούς και αναλυτές της.
Το 1973, σε ηλικία 19 ετών, έπεσε στα χέρια του μία συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη, μεταφρασμένη στα αλβανικά. Ύστερα «ήρθε ο μέγας Ρίτσος, ο ωκεανός», που του άλλαξε τη ζωή. Σήμερα συνηθίζει να δανείζεται φράσεις του Επίκουρου, του Καβάφη, του Χατζιδάκι και του Ελύτη. Ο τελευταίος τον τρομάζει λίγο, γιατί «το φως που φέρει μέσα του τυφλώνει, άρα είναι χειρότερο από το σκότος άλλων ομότεχνών του».
Ο Αλούς συγχωρεί έως και τους ρατσιστές Νεοέλληνες, εφόσον «μέσα σ’ έναν άνθρωπο εμπεριέχεται ολόκληρη η ανθρωπότητα», με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έχει μεταφράσει στη γλώσσα του ποιήματα της Κικής Δημουλά, της Κατερίνας Γώγου, του Γιώργου Σεφέρη, αλλά και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Αλούς είναι γνωστός ποιητής στην Αλβανία, ενώ εδώ, όποτε δεν πουλάει λαχεία, απολαμβάνει την παρέα του μουσικού Τζίμη Πανούση, του ηθοποιού Αντώνη Καφετζόπουλου, του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη ή του σκηνοθέτη συμπατριώτη του Μπουγιάρ Αλιμάνι.
Δεν τον ενδιαφέρει η φήμη και ασπάζεται τη φράση ενός ομοεθνούς ποιητή του που λέει: «Θεέ μου, άφησέ με να είμαι ένας άγνωστος ποιητής». Ασπάζεται επίσης αυτό που ’χε πει κάποτε ο Ραφαηλίδης: «Οι μισοί Αλβανοί ζουν στην Ελλάδα και οι μισοί Έλληνες στην Αλβανία», δίνοντας μια επιπλέον διάσταση στη γειτονική σχέση των δύο λαών.
«Δώσε μου μια πεντάδα από το Λαϊκό Λαχείο που είναι πάλι τζακ-πότ», του είπα πριν φύγω. «Εντάξει, αλλά ο καφές δικός μου», απάντησε με εκείνο το χαμόγελο που δεν έφυγε στιγμή απ’ το πρόσωπό του. Αν ποτέ τον συναντήσετε, είτε αγοράσετε λαχείο είτε όχι, πιείτε κι εσείς έναν καφέ μαζί του. Το κέρδος θα ’ναι μεγάλο, κυριολεκτικά ουρανοκατέβατο…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.