15/11/2018 09:44:09

Ο έρωτας είναι πόλεμος

Ο έρωτας είναι πόλεμος - Media
Με σαρκασμό, χιούμορ και αβάσταχτη νοσταλγία για τη γυναίκα που έρχεται και φεύγει από τη ζωή του, ο Μπάρτον θα καταγράψει ωμά και ρεαλιστικά τα συναισθήματα που τον κατακλύζουν, το πάθος που τον κυριεύει κάθε φορά που αντικρίζει την πανέμορφη Λιζ: «Ξύπνησα στις 7 το πρωί. Την κοιτούσα για πολλή ώρα. Της κράτησα το χέρι και τη φίλησα απαλά. Καμία γυναίκα δεν κοιμάται με τόση παιδική ομορφιά όσο η αγαπημένη, άτακτη, μισαλλόδοξη γυναίκα μου».

Μέσα στις 670 σελίδες των ημερολογίων που καλύπτουν μία μεγάλη περίοδο της ζωής του, από το 1939 ώς το 1983, o Ρίτσαρντ Μπάρτον περιγράφει πολύ προσωπικές στιγμές από την κοινή ζωή με την Τέιλορ, καταγράφει τις σχέσεις του με συναδέλφους του όπως ο Γουόρεν Μπίτι, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι και εξομολογείται – ξανά και ξανά – τον έρωτα για την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στην πιο σκοτεινή εκδοχή του: έτσι όπως τον ενσάρκωσαν στο αριστουργηματικό «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» ως μεσόκοπο αλκοολικό ζευγάρι που τρώει τις σάρκες του.
Βουτηγμένος στο αλκοόλ και στις απιστίες, φλερτάροντας με την κατάθλιψη, γεμάτος ενοχές για την αδυναμία του να μείνει νηφάλιος, ο Μπάρτον καταγράφει τις καθημερινές στιχομυθίες τους, τις ατελείωτες σιωπές, τα τρελά του μεθύσια: «Χθες ήταν άλλη μια απαίσια μέρα. Φέρθηκα (ούρλιαζα) με τέτοιον τρόπο που μια σειρήνα θα ακουγόταν πιο ευγενική, καλή και γλυκιά από μένα. Έβρισα την Ελίζαμπεθ, μέθυσα, έδωσα μια άθλια δικαιολογία στον εαυτό μου, και μετά ξανάρχισα τα ίδια (…) Μερικές φορές είμαι τόσο γιος του πατέρα μου, που επιτρέπω στον εαυτό μου να σέρνεται. Είχε το ίδιο χάρισμα να καταστρέφει τα πάντα, είχε την ίδια βίαιη συμπεριφορά ώρες - ώρες και ήταν το ίδιο πιστός στη μαμά όσο εγώ στην Ελίζαμπεθ».

Αγρίως συναρπαστική ερωμένη
Ποιος θα πίστευε ότι το ερωτικό σκάνδαλο που ξέσπασε στα γυρίσματα της επικής ταινίας «Κλεοπάτρα», το 1962, και έκανε τον σκηνοθέτη Τζόζεφ Μάνκιεβιτς να δηλώσει: «κάθομαι πάνω σε ηφαίστειο», θα ήταν η αρχή ενός μεγάλου έρωτα που θα κρατούσε για πάντα. Στις 5 Μαρτίου του 1964 λήγει τυπικά ο γάμος της Τέιλορ με τον Φίσερ. Το επόμενο βράδυ, ο Μπάρτον θα ανεβάσει τη Λιζ πάνω στη θεατρική σκηνή του Τορόντο, όπου έπαιζε «Άμλετ», για να της κάνει πρόταση γάμου. Παρέμειναν παντρεμένοι για έντεκα χρόνια πριν πάρουν διαζύγιο το 1974, αλλά λίγο μετά ξαναπαντρεύτηκαν, για να χωρίσουν οριστικά το 1976. Μέσα στις σημειώσεις που έγραφε όπου έβρισκε, ακόμα και σε χαρτοπετσέτες, ο Ουαλός ηθοποιός δεν σταματούσε να μιλάει για τη σεξουαλική έλξη που ένιωθε για τη Λιζ. «Δεν μπορώ να πάρω τα χέρια μου από πάνω της» εξομολογείται και την περιγράφει ως «αγρίως συναρπαστική ερωμένη», δηλώνοντας την αδυναμία του να μείνει μακριά της. «Είναι μια υπέροχη ηθοποιός, όμορφη πέρα από τα όρια της πορνογραφίας, είναι αλαζονική και πεισματάρα, τρυφερή και γλυκιά, δέχεται τις αδυναμίες μου, με ανέχεται όταν μεθάω. Νιώθω έναν πόνο στο στομάχι όταν είναι μακριά μου…».
Το τελευταίο γράμμα του στη Λιζ το έγραψε λίγο προτού πεθάνει από εγκεφαλική αιμορραγία το 1984,σε ηλικία 58 ετών. «Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει κι άλλη μια ευκαιρία;» τη ρωτούσε. Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ έλαβε το γράμμα πολύ αργά. Είχε μόλις επιστρέψει από την κηδεία του.

Πότης, γυναικάς και βιβλιοφάγος
Ένας χείμαρρος λέξεων και συναισθημάτων ξεχειλίζει από το χαρτί και φανερώνει έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, «ο οποίος βρισκόταν σε μια συνεχή αναζήτηση», επισημαίνει ο Κρίστοφερ Γουίλιαμς, ο καθηγητής που μελέτησε τις εκατοντάδες χειρόγραφες σημειώσεις, τις οποίες που παρέδωσε το 2005 η τελευταία σύζυγος του ηθοποιού, Σάλι Μπάρτον, στο Πανεπιστήμιο του Σουάνσι στην Ουαλία.
Πότης, γυναικάς και βιβλιοφάγος, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον μάγευε στη σκηνή και στο πανί και βυθιζόταν στα πάθη του με την ίδια ευκολία που ενσάρκωνε τους ρόλους του. Έπινε και κάπνιζε, διάβαζε μανιωδώς, από τη βιογραφία του Μουσολίνι ώς τη δολοφονία του Τρότσκι, και μπορούσε να χαθεί με τις ώρες στις σελίδες του «Μόμπι Ντικ» ή στον αγαπημένο του Ντίλαν Τόμας. Ο γοητευτικός ηθοποιός, με τη χαρακτηριστική άρθρωση και τις υψηλές υποκριτικές ικανότητες, μπορεί να μην έζησε μια συμβατική ζωή, ωστόσο γεύτηκε, άγγιξε, μύρισε την προσωποποίηση του απόλυτου έρωτα. Γιατί ο Μπάρτον έζησε τόσο έντονα, ώστε κάθε του ταινία δεν ήταν παρά ένα μικρό διάλειμμα σε μια ζωή που έτρεχε με χίλια.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.