24/10/2018 09:30:47

Όλια Λαζαρίδου: «Ξαφνικά γίναμε όλοι άσχημοι και αγενείς»

Όλια Λαζαρίδου: «Ξαφνικά γίναμε όλοι άσχημοι και αγενείς» - Media

Πέρα από ρόλους, θεατρικούς και κινηματογραφικούς, για μένα η Όλια Λαζαρίδου είναι μία εικόνα: ξυπόλυτη, ηλιοκαμένη και χαλαρή, καλοκαίρι του ’97 στην Ανάφη. Να βοηθά φίλους της σε ένα νησιώτικο μπαρ της Χώρας, ανεπιτήδευτη και χαμογελαστή. Γιατί έτσι είναι η Όλια. Είναι πάντα εκεί για τους φίλους της. Αλληλέγγυα. Δοτική. Χωρίς καλλιτεχνικίζοντες εγωισμούς και απωθημένα προβολής. Χαράσσοντας τη δική της ιδιαίτερη καλλιτεχνική πορεία, μακριά από μεγάλες παραγωγές, δίνοντας γενναιόδωρα «πάσα» σε νεότερους συναδέλφους της, υποστηρίζοντας θαρραλέα ευγενείς κοινωνικούς αγώνες, όπως αυτόν της Κατερίνας Μάτσα και της ομάδας της απεξάρτησης από τις ουσίες «18 Άνω» στο Δαφνί. Φέτος, αφού συνέπραξε πριν από λίγες μέρες με τους Lost Bodies για να παρουσιάσει την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη στο «BIOS», συνεργάζεται τώρα με τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τον νεαρό σκηνοθέτη Ευριπίδη Λασκαρίδη για να ανεβάσουν τις «Καρέκλες» του Ευγένιου Ιονέσκο στις «Ροές»

Στις «Καρέκλες» του Ιονέσκο υποδύεσαι μια γυναίκα 98 ετών. Ως γυναίκα - ηθοποιό σε απασχολεί ο χρόνος που περνά, η φυσική φθορά του σώματος;

Με απασχολεί ένα πράγμα. Εάν θα μπορέσω να διατηρήσω τον ερωτισμό μου για τη ζωή και τους ανθρώπους όταν θα είμαι γριούλα. Ελπίζω να είμαι σε θέση να βρω νέους τρόπους να ζω με έρωτα τη ζωή, γιατί χωρίς αυτόν μου μοιάζει πολύ χλιαρή. Είναι πυρηνική κινητήρια δύναμη. Για παράδειγμα, το να είσαι ευγνώμων, βαθιά μέσα σου, για αυτό που ζεις, για ό,τι έχεις ζήσει, είναι ένα συναίσθημα ερωτικό.

Ο κόσμος του θεάματος, όμως, σε Ελλάδα και εξωτερικό, παρουσιάζει μια εμμονή με τη νεότητα.

Και ο κόσμος της ψυχής έχει επίσης μια εμμονή με τη νεότητα, με εντελώς διαφορετικούς όρους. Και εμένα αυτός ο κόσμος με εμπνέει.

Δηλαδή πόσων ετών αισθάνεσαι;

Συχνά, όπως και οι ήρωες του έργου μας – οι οποίοι είναι αρχετυπικοί κλόουν –, αισθάνομαι κάπου μεταξύ έξι και εκατόν έξι ετών. Τις περισσότερες φορές, όμως, νομίζω ότι νιώθω μικρή σε έναν κόσμο μεγάλων. Και ίσως αυτό δεν θα αλλάξει μέχρι να πεθάνω.

Και πώς εξηγείται το ότι νιώθεις άβολα να «στήνεσαι» και να φωτογραφίζεσαι, στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, για τα διάφορα έντυπα;

Δεν νιώθω άβολα. Για να είμαι ειλικρινής, είναι κάτι που το βαριέμαι απίστευτα και απλώς το έχω αποδεχτεί ως ένα μέρος και αυτό της δουλειάς. Η ενασχόληση με την εικόνα (κι όλοι – ας μην παριστάνουμε τους αγίους – κάποιο πάρε - δώσε έχουμε με τον εαυτούλη μας, δεν μπορεί...) έχει κάτι που σκλαβώνει και κουράζει την ψυχή. Ευτυχώς, το μαγικό που έχει το θέατρο, σε αντίθεση με το σινεμά, είναι ότι η εικόνα σου εκεί υπάρχει μόνο ως ενδεχόμενο μνήμης στα μάτια ή την καρδιά ενός θεατή. Αυτό έχει κάτι το ανακουφιστικό.

Έχοντας διανύσει πολλά χιλιόμετρα πάνω στη σκηνή και στο σελιλόιντ, θα έλεγες ότι ισχύει η επικρατούσα αντίληψη ότι οι ηθοποιοί χαρακτηρίζονται από υπερτροφικό Εγώ;

Στον χώρο του θεάτρου καταφεύγουν συχνά άνθρωποι με τραυματισμένο Εγώ, οι οποίοι χρειάζονται μεγαλύτερη δόση αυτοπεποίθησης από έναν μέσο άνθρωπο. Όμως, στη διάρκεια αυτής της πορείας, αναγκαστικά, αν τουλάχιστον διαλέξει κανείς να ακολουθήσει το «δύσβατο», ας πούμε, μονοπάτι, δεν υπάρχει άλλη διαδρομή από το Εγώ στο Εμείς. Γιατί η μεγάλη τέχνη την έχει αυτήν την ιδιότητα: να σε πηγαίνει στα βαθιά.

Συμμερίζεσαι την άποψη ότι ο ηθοποιός ή ο σκηνοθέτης βρίσκονται εκ προοιμίου σε θέση ισχύος απέναντι στο κοινό, μια και μέσω αυτών επικοινωνεί ο συγγραφέας με τον θεατή;

Υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο στη σχέση καλλιτέχνη και θεατή. Έχουμε όντως έναν άσο στο μανίκι μας. Θα σου μιλήσω όμως όχι ως ηθοποιός εδώ, αλλά ως θεατής. Και ναι, το έχω νιώσει αυτό που λες. Έχω δει ηθοποιούς να εκμεταλλεύονται κατά κόρον τη θέση τους πάνω στη σκηνή. Να λειτουργούν σαν υπνωτιστές κι όχι ως ηθοποιοί. Έχει να κάνει με το ήθος που φέρει κανείς, σε όποια δουλειά κι αν βρίσκεται. Υπάρχουν, όμως, και ηθοποιοί που θεωρούν τους εαυτούς τους φορείς του λόγου του συγγραφέα και τον υπηρετούν ταπεινά. Όσον αφορά εμένα ως ηθοποιό, κάνω ό,τι έχω να κάνω στη σκηνή και μετά θέλω να βγαίνω έξω, μόνη και ελεύθερη – και ει δυνατόν και αόρατη! Ό,τι κι αν κάνω πάνω στη σκηνή, όσο διαρκεί το έργο, δεν νιώθω ότι μου ανήκει μετά. Μια δουλειά, άλλωστε, είναι κι αυτή του ηθοποιού. Και έχει πολύ κουπί. Και για κάποιον απ’ έξω, αντίθετα με ό,τι ίσως πιστεύεται, θα μπορούσε να μοιάζει ανιαρή. Να επαναλαμβάνεις τα ίδια, ξανά και ξανά, να εκτελείς οδηγίες. Είτε το θες είτε όχι, αυτή η διαδικασία σε ταπεινώνει και δεν το λέω «ηθικοπλαστικά» αυτό, αλλά ουσιαστικά. Και φυσικά το ίδιο ισχύει και από την πλευρά των σκηνοθετών. Το πώς δηλαδή θα διαχειριστούν την «εξουσία» που έχουν στα χέρια τους: δημιουργικά ή σαδομαζοχιστικά. Γενικά, νομίζω ότι οι άνθρωποι πολύ συχνά ταυτιζόμαστε με τα κεκτημένα μας και κάνουμε το λάθος να νομίζουμε ότι είμαστε αυτά. Δεν είμαστε, όμως, τα κεκτημένα μας, αλλά μονάχα το δυναμικό παρόν μας.

Ένα παρόν, μια εποχή που κινείται στην γκρίζα ζώνη. Τίποτα δεν είναι πια μόνο άσπρο ή μόνο μαύρο, ενώ βρισκόμαστε συνέχεια αντιμέτωποι με διλήμματα. Είμαστε μέρος του διλήμματος.

Λέμε πολύ εύκολα «ναι» και «όχι» στα «μικρά» της ζωής, που δεν τα εννοούμε. Νομίζοντας ότι έτσι γινόμαστε κύριοι της ζωής μας, ότι την ελέγχουμε, πράγμα που είναι μια απάτη, μια αυταπάτη. Είμαστε, όμως, εντελώς ανέτοιμοι για τα μεγάλα «ναι» και «όχι», αυτά για τα οποία μιλούν οι ποιητές, αυτά που κρίνουν τη ζωή μας και την αλλάζουν. Το απόλυτο μέγεθος δεν χωράει ούτε στην κοινωνία ούτε στην καθημερινότητά μας. Όμως, χωρίς αυτό, η ζωή μοιάζει πολύ επιφανειακή, πολύ ανούσια. Αγαπώ τους ανθρώπους που μπορούν να λένε «ναι» και «όχι», και να το εννοούν χωρίς να φοβούνται τη δέσμευση που αυτό συνεπάγεται.

Και κάπου εδώ μπαίνει και ο ρόλος της φαντασίας, της δημιουργικής μετάλλαξης του κόσμου, στο παιχνίδι της ζωής;

Ζωή χωρίς να είσαι δημιουργικός σε οποιονδήποτε τομέα, δεν βγαίνει. Η φαντασία βοηθά στο να βρεις με ποιον τρόπο μπορείς να είσαι δημιουργικός. Να οραματίζεσαι πράγματα, τα οποία δεν υπάρχουν αναγκαστικά μέσα στην καθημερινότητά σου. Εάν σε όλα όσα ζούμε δεν προσθέσουμε και αυτά που μπορεί η έμπνευση να μας αποκαλύψει, η ζωή μπορεί να γίνει πολύ στενή.

Όπως και η έλλειψη χιούμορ μπορεί να «στενέψει» και να «μικρύνει» την οπτική μας στη ζωή.

Μεγάλη σοφία το χιούμορ! Σου επιτρέπει να βλέπεις τις σχετικότητες της ζωής και του εαυτού σου.

Κάποιες φορές όμως, όλο το χιούμορ του κόσμου δεν μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε μια απολύτως παράλογη και συχνά βίαιη καθημερινότητα, όπως έχει εξελιχθεί να είναι η δική μας. Για παράδειγμα, εσένα τι σε θυμώνει στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;

Το ότι δεν έχουν πληρώσει ισάξια όλοι στην κοινωνία το κόστος που τους αναλογεί. Ότι – από την άλλη – όλοι πολύ εύκολα ρίχνουμε τις ευθύνες στους άλλους και πολύ δύσκολα συνειδητοποιούμε το ποσοστό της ευθύνης που κι εμείς μπορεί να έχουμε. Ότι δεν νιώθουμε καθόλου την ανάγκη να ακουμπήσουμε στα δύσκολα στον διπλανό μας, αλλά νομίζουμε πως, αν τον εξαφανίσουμε από το πεδίο, θα είναι αυτό προς όφελός μας σε κάτι. Είναι σαν – μόλις ζοριστήκαμε – να γίναμε ξαφνικά όλοι άσχημοι και αγενείς. Αρκετά απογοητευτικό.

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η δημόσια έκφραση του θυμού σου;

Αν δεν ήμουνα φοβητσιάρα, θα μπορούσε να φτάσει μακριά. Όμως προσπαθώ να πριμοδοτώ άλλα συναισθήματα. Τον θυμό δεν τον έχω πολύ ψηλά. Μπορεί κάποιες στιγμές να είναι θεαματικός, αλλά προτιμώ συναισθήματα με μεγαλύτερη διάρκεια. Επίσης, ο θυμός έχει πάντα να κάνει αποκλειστικά με το θιγμένο Εγώ. Είναι χρήσιμος μερικές φορές, αλλά εξαντλείται γρήγορα – θυμήσου τους «Αγανακτισμένους», ας πούμε…

Κατανοείς τον οργισμένο έφηβο που καίει την Αθήνα σε μια νύχτα γιατί αισθάνεται ότι αυτή η χώρα τον έχει προδώσει σαρώνοντας ακόμα και το δικαίωμά του να ονειρευτεί;

Τον κατανοώ. Πρόσφατα, όμως, έβλεπα ένα βιντεάκι για κάποιους πιτσιρικάδες που συναντήθηκαν μέσω Ίντερνετ και φτιάξανε μια αυτόνομη κοινότητα στην Εύβοια με βιολογικές καλλιέργειες. Αυτός που είχε πάρει την πρωτοβουλία έλεγε: «Προσπαθήσαμε να γίνουμε εμείς οι ίδιοι η αλλαγή που ονειρευόμασταν». Ε, αυτούς τους πιτσιρικάδες τους θαύμασα.

Όταν η Χρυσή Αυγή και κάποιοι θρησκόληπτοι επιβάλλουν βιαίως τις πεποιθήσεις τους απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό προς αυτές, επιχειρώντας να κατεβάσουν ακόμα και θεατρικές παραστάσεις, όπως στο «Χυτήριο», ποια είδους αντίδραση μπορούμε να έχουμε ως δημοκράτες συνειδητοποιημένοι πολίτες;

Η αληθινή αγάπη και η αληθινή πίστη δεν έχουν ανάγκη από συνηγόρους, ούτε κινδυνεύουν από παραστάσεις. Τώρα, ως πολίτες που με ρωτάς, εννοείται πως πιστεύω ότι πρέπει να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία, άφοβα και δημόσια, αλλά ταυτόχρονα να ασκούμαστε και στο πώς μπορούμε να γίνουμε κι εμείς οι ίδιοι λίγο πιο ελεύθεροι μέσα μας.

Τι θα συνιστούσε νέα πολιτική πρόταση για σένα;

Δεν ξέρω γιατί δεν έχει φανεί ακόμα κάτι. Ούτε ως μακρινή πιθανότητα. Ελπίζω ότι κάποια στιγμή κάτι θα ξεφυτρώσει σαν από το πουθενά και τότε θα μοιάζει σαν αυτονόητο, σαν να προετοιμαζότανε σιωπηλά από καιρό. Έχουν, άλλωστε, συμβεί αυτά στην Ιστορία στο παρελθόν. Αυτή, βέβαια, είναι μια αισιόδοξη προοπτική.

Μια και μιλάς για αισιόδοξες προοπτικές, εσένα τι σου δίνει ελπίδα μέσα σε αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε;

Ελπίδα μου δίνει το ότι κάθε φορά που τα πράγματα φτάνουν σε ένα πραγματικό αδιέξοδο, όπως τώρα, υπάρχει και η δυνατότητα να επινοηθούν καινούργιοι κώδικες για να αντικαταστήσουν αυτούς που δεν λειτουργούν. Κάθε τέλος εποχής, άλλωστε, εμπεριέχει εν δυνάμει και την ανατροπή. Για να δούμε…

INFO «Καρέκλες» του Ευγένιου Ιονέσκο, θέατρο «Ροές» (Ιάκχου 16, Γκάζι,
τηλ.: 210 3479169). Σκηνοθεσία: Ευριπίδης Λασκαρίδης. Διανομή: Όλια
Λαζαρίδου, Αντώνης Καφετζόπουλος.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.