22/09/2019 22:47:03
17.12.2012 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART

Έλα να δουλέψεις τζάμπα

Έλα να δουλέψεις τζάμπα - Media

Ηθοποιοί, μουσικοί, τραγουδιστές, εκδότες, συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, μοντέρ, φωτιστές συχνά δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται. Πολλές φορές, ακόμα και η ελάχιστη αμοιβή τους δεν έρχεται  ποτέ…Τα επαγγέλματα στον χώρο του πολιτισμού απαξιώνονται καθημερινά και είναι απορίας άξιο πώς θα επιβιώσουν

Βάζουν κι απ’ την τσέπη τους

Στον χώρο του βιβλίου εκδότες, συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές όχι μόνο δεν αμείβονται για τη δουλειά που κάνουν, αλλά συχνά πληρώνουν και από την τσέπη τους! «Βεβαίως και θα βγάλουμε το βιβλίο σας! Αλλά δώστε μας και… τόσα ευρώ (2.000 ώς 5.000)» είναι αυτό που έχουν ακούσει από υπευθύνους εκδοτικών οίκων αρκετοί συγγραφείς των οποίων τα μυθιστορήματα κυκλοφόρησαν το τελευταίο διάστημα. Και δεν είναι μόνο αυτό: Στο συμβόλαιο πρέπει και να υπογράψουν ότι, αν το βιβλίο ανέβει στο θέατρο, αν παιχτεί στην τηλεόραση, αν γίνει δίσκος, τα χρήματα της αμοιβής θα ανήκουν στον εκδοτικό οίκο, αφού οι συγγραφείς πρέπει να παραχωρήσουν τα δικαιώματα για κάμποσα χρόνια, όπως είπε εκδότης σε δημιουργούς παιδικών βιβλίων.

«Έχω τελειώσει ένα βιβλίο δύο χρόνια σχεδόν, έχω κόψει, όπως υποχρεούμαι να κάνω προκαταβολικά, απόδειξη για την αμοιβή μου, έχω αποδώσει τον ΦΠΑ που αναλογεί σε αυτήν, έχω φορολογηθεί, έχω πληρώσει τον φόρο και… ακόμα περιμένω να πάρω τα λεφτά για τα οποία δούλεψα» μας λέει γνωστή μεταφράστρια.

Μια από τις καλύτερες επιμελήτριες του χώρου παρέδωσε τη δουλειά που της είχε ανατεθεί, έκοψε απόδειξη για τα χρήματα που είχε συμφωνήσει και πήρε επιταγή… οκτάμηνη. Μια μέρα πριν λήξει την πήραν από το λογιστήριο για να της πουν να την πάει πίσω! Δεν είχαν να την καλύψουν, της έδωσαν μια άλλη, τρίμηνη αυτήν τη φορά. Πέρασε και αυτό το διάστημα και… πάλι τα ίδια. Σε άλλη περίπτωση, εκδότης ξέχασε ότι είχε δώσει επιταγή, με αποτέλεσμα αυτή να σφραγιστεί και έκτοτε να μην έχει δικαίωμα να κόψει άλλες. Πλέον οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν δουλεύουν στηριζόμενοι σε προφορικές υποσχέσεις…

Από την άλλη πλευρά, οι εκδότες πηγαίνουν δεκάδες βιβλία στα βιβλιοπωλεία, μαθαίνουν πως αρκετά από αυτά πωλούνται, αλλά οι ίδιοι δεν εισπράττουν. «Παίρνουμε και ξαναπαίρνουμε τηλέφωνα στους βιβλιοπώλες, αλλά τίποτα. Το περισσότερο που καταφέρνουμε είναι να μας δίνουν κάτι “έναντι”, όποτε έχουν την ευχαρίστηση».

Το σύστημα που ισχύει πια στην αγορά βιβλίου είναι: Μου χρωστάνε, σου χρωστάω, θα χρωστάς και εσύ, δηλαδή θα δουλεύεις τζάμπα. Ή σχεδόν τζάμπα, όπως μας εξηγούν οι επαγγελματίες του χώρου: «Οι αμοιβές, ακόμα και όταν δίνονται, έχουν πέσει γύρω στο 40%, δηλαδή έχουν φτάσει σχεδόν σε επίπεδα του 1980. Και δεν μπορείς να διαπραγματευτείς. Σου λένε ότι θα βρουν άλλον. Ξέρουν πως αυτός “ο άλλος” ίσως δεν είναι τόσο καλός, αλλά δεν τους πολυενδιαφέρει. Υπάρχουν μάλιστα εκδοτικοί οίκοι που προσλαμβάνουν νέα παιδιά χωρίς καμιά εμπειρία και συχνά με ελάχιστες γνώσεις, αλλά διατεθειμένα να τα κάνουν όλα έναντι ενός ελάχιστου μισθού, και βολεύονται με αυτά. Με αυτήν την κατάσταση, λοιπόν, είμαστε αναγκασμένοι να παίρνουμε όποια δουλειά μας προταθεί και… απλώς να ελπίζουμε».

Σίσσυ Παπαδάκη

Οι νέοι πληρώνουν τα σπασμένα

 Στους χώρους της μουσικής η κατάσταση είναι χαώδης. Από τη μια, καλλιτέχνες με μεγάλη ιστορία κατακεραυνώνουν την κρίση και τη δισκοπειρατεία, αρνούμενοι όμως να βάλουν νερό στο κρασί τους ρίχνοντας το κασέ τους. Κι από την άλλη, υπάρχουν οι νέοι συνάδελφοί τους, που μπορεί να στερούνται «ιστορίας», δεν στερούνται όμως ταλέντου και παίζουν σε μουσικές σκηνές με ανύπαρκτη αμοιβή.

Το ότι καινούργιες μουσικές σκηνές ξεπετάγονται σαν μανιτάρια και οι μπουάτ χωρητικότητας 30 ατόμων επαναλειτουργούν, είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει. Εκεί, οι νέοι μουσικοί υποχρεώνονται τακτικά να… αποχωριστούν την μπάντα τους, λόγω αδυναμίας πληρωμής των συνεργατών τους, με αποτέλεσμα να υποκύπτουν στην καλλιτεχνική έκπτωση. Όλο και συχνότερα από ’δώ και στο εξής θα βλέπουμε λάιβ μουσικούς οι οποίοι, ενώ είχαν ηγηθεί κάποιου συγκροτήματος και είχαν ξεχωρίσει μέσω του ήχου τους, τώρα θα βγαίνουν σόλο με την κιθάρα ανά χείρας σαν… αναγεννησιακοί τροβαδούροι. Υπάρχει βέβαια και η πιο αισιόδοξη άποψη της Αρλέτας: «Ένα τραγούδι που δεν μπορεί να σταθεί με μία κιθάρα δεν είναι τραγούδι». Σωστά, κάποιος όμως πρέπει να μεριμνήσει και για τους δύσμοιρους μουσικούς, που σε λίγο δεν θα μπορούν να σταθούν όρθιοι από την πείνα! Η κατάσταση είναι ακόμη πιο σκληρή για καλλιτέχνες που προσφέρονταν αφιλοκερδώς σε συναυλίες πολιτικού χαρακτήρα και δράσεις διαμαρτυρίας. Πολλοί απ’ αυτούς δηλώνουν σήμερα πως αδυνατούν να αντεπεξέλθουν πλέον στις προσκλήσεις, εφόσον το «τζάμπα» έχει αντικαταστήσει πλήρως την κανονική εργασία τους και ουδείς μιλάει καν για τη στοιχειώδη αμοιβή τους.

Τα αποτελέσματα της κρίσης φαίνεται να επηρεάζουν εντονότερα τους νέους μουσικούς, οι οποίοι ποτέ δεν ζούσαν από τα υψηλά μεροκάματα, αλλά έψαχναν εναλλακτικούς τρόπους έκφρασης. Το ίδιο συμβαίνει και στους μουσικούς μεγαλύτερης γενιάς που αρνήθηκαν φύσει και θέσει να παίξουν με τους όρους του συστήματος. Αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που κάθονται επάνω στις δάφνες τους επί δεκαετίες και βρίσκουν τρόπους να παίρνουν ακόμα και σήμερα υψηλές αμοιβές.

Είναι άραγε μεμπτό ένας καλλιτέχνης με μεγάλη προσφορά να βγάζει χρήματα; Στην Ελλάδα που λιμοκτονεί και ο πολιτισμός της απαξιώνεται καθημερινά, μπορεί να κριθεί απαράδεκτη η μη δίκαιη κατανομή του λιγοστού πλέον χρήματος.

Το εισιτήριο, λόγου χάριν, σε πρόσφατες παραστάσεις δημοφιλούς ερμηνευτή κόστιζε 35 ευρώ χωρίς ποτό, την ίδια στιγμή που άλλος συνάδελφος της γενιάς του, λιγότερο διάσημος, εμφανιζόταν σε μικρότερο χώρο με αμοιβή μόλις 150 ευρώ! Εννοείται πως το εν λόγω ποσό μοιράστηκε μεταξύ του καλλιτέχνη και των έξι μουσικών του…

Αντώνης Μποσκοΐτης

Ταινίες με υποθήκες και άδειες τσέπες

 Ίσως ο κινηματογράφος να είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου η πρακτική του τζάμπα τείνει τελευταία να γίνει κανόνας, πάγια πολιτική και άγραφος νόμος. Ανέκαθεν το γύρισμα μιας ταινίας σήμαινε συχνά… υποθήκη ενός σπιτιού. Του σκηνοθέτη, βέβαια. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις καλλιτεχνών που έφτασαν σε αυτό το σημείο για να καταφέρουν να κάνουν μια ταινία, ακόμα και σε εποχές που το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου μοίραζε επιχορηγήσεις. Αλλά το σινεμά ήταν πάντα ένα ακριβό… σπορ για αυτούς που το εξασκούσαν.

Δεν χρειάζονται απαραίτητα πολλά χρήματα για να γίνει μια καλή ταινία, αντιτείνουν κάποιοι. Μπορεί να ισχύει και αυτό. Το απέδειξαν ταινίες όπως ο «Κυνόδοντας», που έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ, με ένα μπάτζετ μόλις 250.000 ευρώ. Και πολλές ακόμα, όμως, από αυτές που τα τελευταία χρόνια δρέπουν δάφνες στα ξένα φεστιβάλ, όπως το «Attenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, η «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα, το «Παιδί τρώει το φαγητό του πουλιού» του Έκτορα Λυγίζου ή η «Χώρα προέλευσης» του Σύλλα Τζουμέρκα κ.ά., έγιναν με εντελώς low profile προϋπολογισμούς. Το νέο κύμα του ελληνικού κινηματογράφου συνέπεσε με μια ιστορική συγκυρία όπου το κράτος έχει… άδειες τσέπες. Από την όλη κατάσταση δεν εξαιρούνται οι παλιές καραβάνες. Βετεράνοι σκηνοθέτες, όπως ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ή ο Γιώργος Τσεμπερόπουλους, γυρίζουν ταινίες με χαμηλότατο μπάτζετ. Πάνε οι εποχές που το πάλαι ποτέ ΥΠΠΟΤ έδινε απευθείας επιχορηγήσεις – σε συγκεκριμένους βέβαια ανθρώπους.

Αυτή είναι η μία διάσταση, ότι δηλαδή για να κάνεις ταινία πια πρέπει να χάσεις τον ύπνο σου για να βρεις μερικές χιλιάδες ευρώ.

Η άλλη, όμως, είναι ότι πλέον πολλές ταινίες γυρίζονται… εκ των ενόντων, χάρη στην όρεξη και το μεράκι, τις φιλίες και τη συμπαράσταση της οικογένειας.

Πλέον οι ηθοποιοί συμμετέχουν αφιλοκερδώς ή έστω με μία υποτυπώδη αμοιβή – εννοείται ότι το τσεκ δεν φτάνει ποτέ στην ώρα του. Οι τεχνικοί προσφέρουν τις γνώσεις και τα – στην κυριολεξία – φώτα τους από την καλή τους την καρδιά.
Ο ένας σκηνοθέτης συμμετέχει και βοηθάει στην ταινία του άλλου. Στην καλύτερη περίπτωση, κάποιοι από τους συντελεστές μπαίνουν συμπαραγωγοί στην ταινία, που σημαίνει ότι, αν το ταμείο φέρει έσοδα, θα πάρουν κι αυτοί ένα μέρος.

Όταν όμως μιλάμε για καλλιτεχνικές ταινίες, αυτό είναι όνειρο θερινής νυκτός.
Πώς βγαίνουν, λοιπόν, τα «σπασμένα» για όλους αυτούς τους επαγγελματίες του κινηματογραφικού χώρου; Πώς θα ισοφαρίσει η τσέπη τους; Για τους ανθρώπους που δουλεύουν στο τεχνικό κομμάτι υπάρχει η… πίσω πόρτα του εμπορικού κινηματογράφου. Το μεροκάματο βγαίνει από ταινίες όπως «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι» του Γιάννη Σμαραγδή ή το «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, που ξεκινάνε με γερό μπάτζετ. Υπάρχει, βέβαια, πάντα και η διαφήμιση, όπως και η τηλεόραση. Αμφότεροι οι χώροι, όμως, έχουν πληγεί από την κρίση, και ειδικά η τηλεόραση έχει πάψει να αποτελεί «σιγουράκι».

Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Οι μισοί χρωστούν στους άλλους μισούς

Ο κόσμος όλος αναρωτιέται τι γίνεται με το ελληνικό θέατρο και σε καιρούς μεγάλης οικονομικής ύφεσης υπάρχει τέτοια ανήκουστη (πάνω από 500 παραστάσεις μέχρι στιγμής!) πληθώρα θεατρικών παραγωγών. Η απάντηση είναι απλή: το τζάμπα δεν κοστίζει. Ή, μάλλον, κοστίζει – και πολύ μάλιστα – σε ηθικό, υπαρξιακό, εργασιακό και πρακτικό επίπεδο επιβίωσης στον εργαζόμενο καλλιτέχνη και δεν κοστίζει – τουναντίον, πριμοδοτεί – καλλιτεχνικά και οικονομικά στον θεατρικό επιχειρηματία.

Με άλλα λόγια, στο ελληνικό θέατρο επικρατεί η εργασιακή κατάσταση που ισχύει σε όλη τη χειμαζόμενη από την οικονομική κρίση και εργοδοτική αλητεία Ελλάδα: «έλα να μου δουλέψεις τζάμπα – ή για ψίχουλα –, για να με κάνεις επιχειρηματία». Είναι κοινό μυστικό ότι στην παρούσα οικονομική συνθήκη το μισό ελληνικό θέατρο χρωστάει στο άλλο μισό. Όχι, βέβαια, πως προ κρίσης τα πράγματα ήταν θεαματικά καλύτερα. Απλώς, τότε υπήρχε το κρατικό χρήμα εν είδει επιχορηγήσεων και «έτρεχαν» και τα τραπεζικά δάνεια. Οι νέες θεατρικές ομάδες όμως πένονταν και προ και κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης. Δούλευαν εκ των ενόντων και, αν η παράστασή τους πήγαινε καλά και έκοβε εισιτήρια, τότε έβγαζαν κάποιο χαρτζιλίκι.

Εν έτει 2012, τα θεατρικά επαγγέλματα τείνουν να πάψουν να θεωρούνται «επαγγέλματα», αλλά «χόμπι», καθώς οι εργαζόμενοι καλλιτέχνες συχνά δεν αμείβονται και αντιμετωπίζονται ως «χομπίστες». Οι θεατρικοί επιχειρηματίες γνωρίζουν την κάψα ή τη ματαιοδοξία των ηθοποιών να βγουν στο σανίδι και συχνά ποντάρουν πάνω σε αυτό για να αυθαιρετήσουν εργοδοτικά πάνω τους.

Οι πρόβες πλέον δεν πληρώνονται σχεδόν πουθενά, εκτός από το Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ και κάποιες μεγάλες παραγωγές του ελεύθερου θεάτρου, οπότε μιλάμε εξαρχής για 2-3 απλήρωτους μήνες εργασίας, και στη συνέχεια αυτό που «παίζει» είναι το «βλέποντας και κάνοντας»: αν η παράσταση πάει καλά, ο κόσμος που εργάζεται, πληρώνεται. Αν όχι, το μαγαζί κατεβάζει ρολά και… τρέχα βρες το δίκιο σου.

Μέσα σε αυτό το κλίμα βέβαια υπάρχουν και φωτεινά παραδείγματα, όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος, ο οποίος πληρώνει πάντα τα προσυμφωνηθέντα.

Πάντως, συχνά - πυκνά ακούγονται τρελές ιστορίες κακής εργοδοσίας, όπως πριν από δύο χρόνια που μεγάλη εταιρεία θεατρικών παραγωγών, σε παράσταση που δεν πήγαινε τόσο καλά όσο αναμενόταν, δεν έστελνε καν σε καθαριστήριο τα κοστούμια των ηθοποιών και οι ηθοποιοί έπρεπε να αναλάβουν οι ίδιοι το κόστος καθαρισμού αν ήθελαν να βγαίνουν καθαροί στη σκηνή! Εκεί βέβαια που γίνεται σφαγή είναι στους νέους και άγνωστους στον χώρο ηθοποιούς, οι οποίοι κυριολεκτικά είναι βορά στα χέρια επίδοξων θεατρώνων. Με μισθούς που δεν ξεπερνούν τα 400-500 ευρώ μεικτά, αν είναι τυχεροί, εκτός από τον ρόλο τους, ασκούν και χρέη φροντιστή και καθαριστή του θεάτρου.

Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, όμως, υπάρχει το Εθνικό Θέατρο, που και πληρώνει τους καλλιτέχνες στην ώρα τους – αν και με πολύ μειωμένους μισθούς – και πληρώνει και τις πρόβες τους, σε αντίθεση με το ΚΘΒΕ που χρωστά ήδη μισθούς από τον Οκτώβριο (αυτήν τη βδομάδα αναμένεται η εκταμίευση της δόσης της επιχορήγησης των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου, οπότε οι καλλιτέχνες θα πληρωθούν ώς και τους μισθούς Δεκεμβρίου συν το δώρο Χριστουγέννων).

Ιωάννα Μπλάτσου

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.