23/09/2018 03:01:56

Πέγκυ Τρικαλιώτη: Μαθαίνω να ανοίγω πόρτες και να πηγαίνω στην επόμενη πίστα

Πέγκυ Τρικαλιώτη: Μαθαίνω να ανοίγω πόρτες και να πηγαίνω στην επόμενη πίστα - Media

Φαίνεται πιο ήρεμη και γαλήνια από ποτέ. Δεν την ήξερα, βέβαια, από πριν. Πρώτη φορά τη συνάντησα. Κι όμως. Είναι τόσο εμφανές στην κινησιολογία, στο πρόσωπο, στη συμπεριφορά, στη χαρά της, ότι έγινε πρόσφατα μητέρα. Μου δείχνει φωτογραφίες από το μωρό της. Είναι χαζομαμά; Εντελώς. Ζει στον αστερισμό της απόλυτης δοτικότητας, της απόλυτης υπέρβασης του εγώ. Στη δική της ευτυχή συγκυρία τη «διάλεξε» ένας σκληρός ρόλος, μια μητρική σχέση γεμάτη διφορούμενα συναισθήματα, σκληρότητα και σκοτεινιά. Μαζί με τη Ρένη Πιττακή πρωταγωνιστούν στο «Μ’ αγαπάς. Δε μ’ αγαπάς» που σκηνοθετεί ο Πέτρος Ζούλιας στο Θέατρο Βασιλάκου. Πρόκειται για μεταφορά της πραγματικής αλληλογραφίας μεταξύ της συγγραφέως Μαργαρίτας Λυμπεράκη και της κόρης της Μαργαρίτας Καραπάνου που κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τη Φωτεινή Τσαλίκογλου. Μέσα από μια χούφτα εξομολογητικά γράμματα «ζωντανεύουν» οι παραδοξότητες της μητρικής αγάπης, τα φαντάσματα του παρελθόντος, η εγκατάλειψη ενός παιδιού, οι έρωτες και η μποέμικη ζωή στο Παρίσι, η αρρώστια της μανιοκατάθλιψης, ο φόβος για ζωή της κόρης και η λαχτάρα για ζωή της μάνας.

Ο ρόλος αυτός σας βρίσκει σε μια φάση που έχετε γίνει πρόσφατα μητέρα. Πιστεύετε ότι αν δεν είχατε γίνει, ίσως θα παίζατε αλλιώς; Ή, τέλος πάντων, θα ήταν κάτι διαφορετικό;
Δεν ξέρω. Αυτό, όμως, που καταλαβαίνω είναι ότι, παρά την κούραση – γιατί ακόμα θηλάζω το μωρό, που είναι έξι μηνών και ξυπνάει το βράδυ –, είμαι πιο ήρεμη. Σε αυτή την παράσταση θα μπορούσα να είμαι τρομερά νευρωτική, αλλά δεν είμαι. Η μητρότητα, πάντως, έχει αλλάξει δισεκατομμύρια πράγματα στη ζωή μου.

Μπορείτε να γίνετε πιο συγκεκριμένη;
Από την καθημερινότητά μου, που είναι το πιο απλό, μέχρι τις προτεραιότητές μου, τον τρόπο που βλέπω τα πάντα γύρω μου, την Αθήνα και την Ελλάδα, μέχρι μια ζητιάνα στον δρόμο και ένα σκυλάκι, τον τρόπο που βλέπω ταινίες ή τις ειδήσεις. Είμαι ευαισθητοποιημένη σε βαθμό κακουργήματος. Δεν θέλω πια να βλέπω πράγματα που με ταράζουνε. Είμαι πάρα πολύ ευαισθητοποιημένη με τα παιδιά που υποφέρουνε και τους μεγάλους ανθρώπους. Βλέπω γυναίκες που ζητιανεύουνε για να ταΐσουν τα μωρά τους και τρελαίνομαι.

Ξέρω ότι ταλαιπωρηθήκατε για να κάνετε παιδί. Σας εξοργίζει όταν βλέπετε μια μητέρα «λίγη», όπως τη Λυμπεράκη;
Μου φαίνεται απλά αδιανόητο. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι μια γυναίκα που έζησε την εγκυμοσύνη, ένιωσε το μωρό μέρα με τη μέρα να μεγαλώνει μέσα της, το πήρε στα χέρια της, το θήλασε, μετά του φέρθηκε έτσι. Με εκπλήσσει οποιοσδήποτε άνθρωπος βάζει τον εαυτό του πάνω από το παιδί του.

Όταν παίζετε στη σκηνή την κόρη της Λυμπεράκη έχετε απέναντί σας μια αντιπαθητική μάνα;
Δεν μου φαίνεται αντιπαθής, αλλά μάλλον δεν έπρεπε να γίνει μητέρα. Το έχει πει η Καραπάνου σε μια συνέντευξή της, λίγο πριν φύγει από τη ζωή: «Η μαμά δεν έπρεπε να έχει γίνει μαμά». Στην παράσταση προσπαθήσαμε να δικαιολογήσουμε και τις δύο πλευρές. Η μάνα δεν ήταν ικανή να μεγαλώσει το παιδί της. Ζούσε σε μια περίοδο όπου ο φεμινισμός ήταν σε έξαρση και απαιτούσε απόλυτη ελευθερία. Κυριαρχούσε η λογική: οτιδήποτε με κρατάει πίσω, ακόμα κι ένα παιδί, μπορεί να περιμένει. Ήταν, άλλωστε, μέλος ενός κύκλου που έλεγε «ζούμε τους έρωτες που είναι να ζήσουμε και κάνουμε τέχνη».

Πιστεύετε ότι η μητρική αγάπη έχει ούτως ή άλλως και μια σκοτεινιά;
Δεν μπορώ να μιλήσω εκ πείρας, γιατί ακόμα είμαι πολύ καινούργια μαμά. Έχω, όμως, αντιληφθεί ότι η σχέση μάνας - κόρης έχει ένα σκοτεινό κομμάτι. Αλλά θέλει μεγάλη ωριμότητα από την πλευρά της μητέρας να αφήσει ελεύθερο το παιδί της. Να μην το κρατάει πάντα πίσω από το μπουφανάκι του…

Όταν διαβάζατε για τον ρόλο και σκάβατε βαθύτερα στον ψυχισμό αυτών των δύο γυναικών, τι σας σόκαρε περισσότερο;
Όλη η ιστορία της Μαργαρίτας. Γεννήθηκε από δυο γονείς που ήταν απόντες, έζησε σε μια δύσκολη εποχή της Ελλάδας, στη χούντα, ο μοναδικός άνθρωπος που τη στήριζε πέθανε, αμέσως μετά η ίδια αρρώστησε – έπαθε μανιοκατάθλιψη –, είχε λάθος εραστές. Ο μοναδικός άνθρωπος που παντρεύτηκε και αγάπησε αυτοκτόνησε. Αναρωτιέσαι, λοιπόν, πώς γίνεται να συμβαίνουν όλα αυτά σε έναν άνθρωπο; Ξέρετε, η μανιοκατάθλιψη είναι μια βιολογική αρρώστια. Δηλαδή ακόμα κι αν η Μαργαρίτα είχε την τέλεια μάνα και τον τέλειο πατέρα, πάλι θα είχε αυτή την αρρώστια. Έπειτα, η αυτοκτονία του άντρα της την κυνηγούσε σαν μια κακιά μοίρα. Αυτό με σοκάρει: κάθε πόρτα που άνοιγε, κάθε βήμα που έκανε, ήταν πιο δύσκολο από το προηγούμενο. Μια δύσκολη σωματικά αρρώστια μπορεί να σου δώσει καλύτερη ποιότητα ζωής από μια ψυχική αρρώστια. Αυτή δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα. Και η Μαργαρίτα έζησε 30 χρόνια με την αρρώστια.

Εσείς τι παιδικά χρόνια είχατε;
Πολύ γλυκά. Έχω δύο υπέροχους γονείς. Κάθε γονεϊκή σχέση έχει τα «θέματά» της, αλλά σε γενικές γραμμές είναι δύο άνθρωποι πολύ ζεστοί, υπερπροστατευτικοί θα έλεγα, είναι πάντα εκεί, είναι ακόμα εδώ. Για παράδειγμα, σήμερα που έχω τη μέση μου, με έφερε στο θέατρο ο πατέρας μου και μου κουβάλησε την τσάντα. Είναι πάντα δίπλα μου. Ό,τι έχω να τους προσάψω είναι αποτέλεσμα της ψυχοθεραπείας που κάνω, πράγματα δηλαδή εκβιασμένα που έπρεπε οπωσδήποτε να βρω.

Κάνετε πολλά χρόνια ψυχοθεραπεία; Σας έχει βοηθήσει;
Τρία χρόνια και με έχει βοηθήσει πολύ. Με έχει μαλακώσει σε κάποια πράγματα. Όταν, για κάποιον λόγο, ανεβάζω παλμούς, ξέρω ότι θα τελειώσουν. Πλέον κάθε φορά που αντιμετωπίζω μια δυσκολία, έναν πανικό, ξέρω γιατί συμβαίνει και ότι θα περάσει. Όταν ξέρεις από πού σου έρχεται, του κλείνεις και λίγο το μάτι. Παλιά με έπιανε φόβος. Τώρα όταν μου συμβαίνει κάτι, όταν βρίσκομαι σε ένα αδιέξοδο, περνάω στο επόμενο στάδιο, δηλαδή ανοίγω μια πόρτα και βλέπω ένα άλλο δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Αυτό είναι η ψυχοθεραπεία: μαθαίνω να ανοίγω πόρτες και να πηγαίνω στην επόμενη πίστα.

Τα τελευταία χρόνια έχετε μια τάση στους ακραίους ρόλους…
Έχω αυτή την τάση εδώ και είκοσι χρόνια. Αλλά οι ακραίοι ρόλοι έρχονται καταπάνω μου. Το έχω πάρει απόφαση ότι μάλλον τέτοιους ρόλους θα παίζω πάντα. Όλα τα άλλα τα βαριέμαι κιόλας. Βαριέμαι να πηγαίνω στο θέατρο κάθε μέρα και να μην έχω ένα βουνό. Κι ας γκρινιάζω καμιά φορά με το… βουνό.

Αυτή η σχέση με το θέατρο αντανακλά και τη σχέση σας με τη ζωή; Βαριέστε εύκολα; Σας γοητεύουν τα ακραία;
Δεν μου αρέσουν τα ακραία, ούτε η περιπέτεια. Και όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο δεν με τραβάνε. Θέλω να ξέρω τι μου γίνεται. Να νιώθω ασφάλεια. Μπορεί να βαριέμαι εύκολα, αλλά δεν χρειάζομαι περιπέτειες για να ξεβαρεθώ. Μια ενδιαφέρουσα καθημερινότητα μου αρκεί για να μην βαριέμαι. Δεν τα πάω καλά με αυτά που με ταράζουν. Παθαίνω πανικό. Έχω μια εντελώς πειθαρχημένη καθημερινότητα: τι ώρα θα ξυπνήσω, τι θα κάνω, τι πρόγραμμα έχω. Σκέφτομαι καμιά φορά ανθρώπους που έχουν παράλληλες σχέσεις και τρελαίνομαι. Δεν θα μπορούσα με τίποτα να διαχειριστώ κάτι τέτοιο.

Πάντως πριν από λίγα χρόνια είχατε την εικόνα του party animal, σας βλέπαμε συχνά στα μπουζούκια, κυκλοφορούσατε πολύ στα μπαρ, γινόσασταν πρωτοσέλιδο στα περιοδικά...
Ακόμα κι αυτά δεν ήταν περιπέτεια, ήταν διασκέδαση. Είναι αλήθεια ότι έβγαινα πολύ. Τώρα, λόγω της εγκυμοσύνης, έχω να βγω ενάμιση χρόνο. Μου αρέσει πολύ να διασκεδάζω παντού: να πάω σε ένα club και να ακούσω δυνατά μουσική, να φάω παϊδάκια σε μια ταβέρνα, να ακούσω την Άννα Βίσση και τον Αντώνη Ρέμο, να πάω να δω στο Βερολίνο μια θεατρική παράσταση. Δεν μου αρέσει ένα πράγμα, αλλά όλα. Έχω ανάγκη από διαφορετικές εικόνες. Αν δεις τους κολλητούς μου φίλους, είναι η μέρα με τη νύχτα. Είναι τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, σε ηλικία, κουλτούρα, τρόπο σκέψης. Όπως είναι οι φίλοι μου, έτσι είναι και η ζωή μου. Δηλαδή τη μια μέρα μπορεί να πάω να δω μια «off Broadway» παράσταση και την άλλη να βγω στα μπουζούκια.

Απ’ ό,τι φαίνεται, έχετε απενοχοποιήσει το τι σημαίνει εμπορικό, τι καλλιτεχνικό, τι είναι τέχνη και τι όχι.
Δεν είχα ποτέ τέτοια διλήμματα. Και στο θέατρο έχω παίξει με πολύ εμπορικούς ηθοποιούς, αλλά και με πολύ κουλτουριάρηδες. Δεν έχω βρεθεί ποτέ σε ομάδες, γιατί θα ασφυκτιούσα. Παίζω σε «εμπορικά θέατρα», δηλαδή σε πιο κεντρικά θέατρα, γιατί δεν μπορώ αυτό που δημιουργείται καμιά φορά μέσα στις ομάδες, ότι «εμείς είμαστε και κανένας άλλος, και όλα τα άλλα είναι λάθος». Δεν λέω ότι αυτό ισχύει για όλες τις ομάδες, βέβαια.

Η τηλεόραση σας λείπει; Πώς σας φαίνονται αυτά που βλέπετε;
Δεν μου λείπει καθόλου. Δεν προλαβαίνω για να πω την αλήθεια, αλλά ακόμα κι όταν την ανοίγω δεν έχει τίποτα, παρά επαναλήψεις και τούρκικα. Δεν έχω τίποτα εναντίον των τούρκικων, παλιά ήταν τα βραζιλιάνικα και τα αργεντίνικα. Σε λίγο καιρό μπορεί να παρακολουθούμε ισραηλίτικα. Περισσότερο παρακολουθώ ειδήσεις και καμιά σειρά στο ίντερνετ.

Η κρίση έχει αλλάξει τη ζωή σας;
Δεν έκανα ποτέ έξαλλη ζωή, ούτε ψώνιζα ιδιαίτερα. Έχω τα ίδια ρούχα εδώ και πολλά χρόνια. Καμιά φορά βλέπω φωτογραφίες μου και φοράω το ίδιο φουστάνι στην τάδε πρεμιέρα το 2002 και μετά σε μια άλλη το 2007 και με βρίζουν, βεβαίως, σε όλα τα blogs. Δεν ασχολούμαι με το μαλλί μου, δεν το έχω βάψει ποτέ, δεν πηγαίνω στο κομμωτήριο. Αγοράζω ένα παντελόνι, μια μπλούζα και ένα φουστάνι τον χρόνο.

Υπάρχει κάποια πολυτέλεια που επιτρέπετε στον εαυτό σας;
Το μοναδικό πράγμα που ήθελα να κάνω και χρειάζεται λεφτά είναι τα ταξίδια. Πήγαινα δύο φορές τον χρόνο στο εξωτερικό. Τώρα, λόγω εγκυμοσύνης και παιδιού, έχω να ταξιδέψω 2,5 χρόνια.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.