24/09/2018 21:36:35

Στράτος Τζώρτζογλου: «Όλοι περίμεναν τη συντριβή μου»

Στράτος Τζώρτζογλου: «Όλοι περίμεναν τη συντριβή μου» - Media

Τον χαρακτηρίζουν ως ένα ίνδαλμα που ξέφτισε γρήγορα. Έναν ζεν πρεμιέ που έκανε τον κύκλο του, ίσως όσο διαρκούσε η νιότη του. Ένα αστέρι της μεταβατικής δεκαετίας του ’80, που, αφού διέγραψε την εντυπωσιακή τροχιά του στον σκοτεινό ουρανό του ελληνικού θεάματος, έσβησε σχεδόν άδοξα. Εντοιχίστηκε στο σύστημα και αφομοιώθηκε ανούσια κι αδιάφορα. Ο Στράτος Τζώρτζογλου, που χρίστηκε σούπερ σταρ χάρη στον Κάρολο Κουν και το έργο «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη και αμέσως μετά πρωταγωνίστησε σε ταινίες του Βούλγαρη και του Αγγελόπουλου, αυτό το λαϊκό αγόρι από τον Πειραιά, έπειτα από μια μακριά και κάπως φθίνουσα καλλιτεχνική πορεία, κάνει το πλέον θριαμβευτικό come back. Ερμηνεύοντας εξαιρετικά έναν άπαιχτο μονόλογο του Γιώργου Ιωάννου, μέρος της παράστασης της ομάδας Bijoux de Kant «Είσαι σκοπός και γύρω σου χορεύουν τσοπανόσκυλα», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σκουρλέτη, στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης». Πίσω από ένα κοτετσόσυρμα…

Τι κοινά βιώματα ανίχνευσες στον Γιώργου Ιωάννου που φέρει εντός του ολόκληρη τη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη;
Το γεγονός ότι μεγάλωσα στον Πειραιά και στη φτωχολογιά της Κοκκινιάς. Από παιδί έπρεπε να μάθω να επιβιώνω στο Πασαλιμάνι. Ήμουν το πολύ επτά χρόνων όταν ο πατέρας μου με πήρε και μου έδειξε την Τρούμπα, τις πουτάνες, τους νταβατζήδες, τις αδερφές, τα τραβεστί, όλο το περιθώριο της εποχής. Δεν είχαμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Η περίπτωση των γονιών μου, ξέρεις, θυμίζει λίγο «Ευδοκία». Εκείνος ναυτικός στα 19 του όταν με έκανε, εκείνη μόλις 14.

Έλειπε συχνά;
Αρκετά, αλλά κι όταν ήταν σπίτι έμπλεκε με μικροδουλειές. Παλιατζής, έπαιρνε πράγματα από τα σκουπίδια και τα πουλούσε στο Μοναστηράκι. Πήγαινε στα ψυχιατρεία και βοηθούσε τους αρρώστους και με έπαιρνε μαζί του. Αναγκαστικά ωρίμασα γρήγορα. Αλλά τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πατέρας μου. Βοηθούσε τους πάντες, ακόμα κι όταν δεν είχαμε τίποτα να φάμε στο σπίτι, για «ένα φιλότιμο» που λέω και στην παράσταση, μια έννοια τελείως άγνωστη στη νέα γενιά. Θυμάμαι μια από τις τελευταίες φορές που τον είδα, γιατί δυστυχώς έφυγε νωρίς, τον παρακολουθούσα, χωρίς να το ξέρει, να βγάζει μια σακούλα από τον κάδο απορριμμάτων και με χειρουργική τρυφερότητα να την ανοίγει για να βρει κάτι πολύτιμο. Φαίνεται κάτι βρήκε, γιατί προχώρησε σχεδόν χαρούμενος…

Μου περιγράφεις έναν ρακοσυλλέκτη.
Ήταν. Σε συνδυασμό με τις αναμνήσεις από τη μάνα μου, νιώθω ότι έρχεται και δένει το όλο πράγμα σήμερα σ’ αυτό το έργο. Δεν χρειάστηκε πολύ για να βρω τα προσωπικά μου βιώματα. Επίσης, λιμάνι ο Πειραιάς, λιμάνι και η Θεσσαλονίκη.

Πάντως, το κυρίαρχο θέμα στον μονόλογο «Μεγάλη Άρκτος» είναι η μάνα.
Ναι, είναι ο ομφάλιος λώρος που πρέπει να κόψει ο ήρωας από τη μάνα του, για να μην τον πνίξει. Ποιος άντρας δεν νιώθει αυτό το θέμα να επανέρχεται στη ζωή του, και πόσοι καταφέρνουν να τον κόψουν τελικά; Η μάνα μου έρχεται συνεχώς στον νου μέσα από τα χρώματα και την παλέτα της παράστασης. Για να αγγίξεις το κοινό, χρειάζεται να έχεις άμεση επαφή με το παρελθόν σου. Χρειάζεται να νιώσεις ένωση με τον πόνο του ήρωα για τη δική του μάνα, και την ανεπάρκεια και τη μοναξιά του. Είμαι καθιστός δύο ώρες και είναι πιο εξαντλητικό από το να έτρεχα Μαραθώνιο. Κάθομαι μόνος μου με το κεφάλι ακίνητο και εκφράζω όλα αυτά τα συναισθήματα μέσω του στόματος σαν να είμαι φυλακισμένος μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Μιλάω με τον εαυτό μου, και αυτό θέλει απίστευτη αλήθεια. Πολλές φορές θέλω να κλάψω και φεύγουν τα δάκρυα από μόνα τους. Σ’ αυτό συνέβαλε πάρα πολύ ο Γιάννης Σκουρλέτης. Κατάφερε να με οδηγήσει στο να μπορέσω να αγγίξω το κοινό μέσα από αυτόν τον ρόλο, που είναι μεγάλη στιγμή για μένα.

Μπορείς να δεις από απόσταση το παρελθόν σου; Καταρχάς, ήξερες ότι ήθελες να γίνεις ηθοποιός από νωρίς;
Από πέντε χρόνων. Το Πειραϊκό Λυρικό Θέατρο υπήρξε για πολλά χρόνια η καθημερινή μου απόδραση. Πήγαινα κάθε βράδυ και έβλεπα παραστάσεις από την ταράτσα του απέναντι εστιατορίου. Φυσικά δεν ήξερα πρόσωπα και πράγματα, έβλεπα ό,τι ερχόταν. Και στον κινηματογράφο τις ταινίες της Φίνος Φιλμ. Δεν ήξερα ούτε τον Κουν ούτε τον Στανισλάφσκι ούτε τον Σαίξπηρ.

Αλλά «την έψαχνες» κάπως. Δεν βρέθηκες τυχαία στο θέατρο.
Έπαιξαν διάφορα πράγματα ρόλο στη ζωή μου. Καταρχάς το ότι βρέθηκα ως φαντάρος σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Είχα εμπλακεί σε έναν καβγά με έναν αξιωματικό στη Λήμνο όπου βρισκόμουν ξεχασμένος χωρίς λεφτά και μ’ έφεραν στην Αθήνα. Εκεί μέσα γινόντουσαν ακόμα ηλεκτροσόκ και είχα δει κάποια. Αργότερα, όταν χρησιμοποίησα την εμπειρία σε αυτοσχεδιασμούς της σχολής, φώναξαν όλους τους σπουδαστές να με δουν. Την ίδια εποχή με τον στρατό, έκανα μπόντι-μπίλντιγκ σε ένα υπόγειο γυμναστήριο και ένας φίλος με πήγε σε μια ερασιτεχνική ομάδα στο Αιγάλεω. Εκεί πρωτογνώρισα και τον Σκουρλέτη. Συμμετείχα στην προετοιμασία μιας παράστασης που δεν έγινε ποτέ. Τότε ήταν που άρχισα για πρώτη φορά να διαβάζω βιβλία και ποίηση. Τότε είδα πρώτη φορά τον Κουν σε μια εκπομπή στην τηλεόραση να μιλάει με τον Μαρωνίτη και μου καρφώθηκε η ιδέα να πάω να τον γνωρίσω, ο κόσμος να χαλάσει. Να πάω στη σχολή του, ακόμα και αν έπρεπε να τον απειλήσω με μαχαίρι για να με βάλει να δουλεύω στα σκηνικά. Δε μ’ ένοιαζε. Μπήκα στη σχολή με υποτροφία. Δραχμή δεν είχα. Ύστερα από δύο μήνες ο Κουν μου έδωσε τον ρόλο του Μιχάλη στον «Ήχο του όπλου».

Κι αμέσως μετά ήρθαν οι ταινίες, τα εξώφυλλα και όλη εκείνη διασημότητα. Τι θυμάσαι από εκείνη την εποχή;
Θυμάμαι να στέλνω λεφτά στη μάνα μου γιατί τα έβγαζε πέρα πολύ δύσκολα. Θυμάμαι να έχω πολύ στενή σχέση με τη γυναίκα μου, τη Μαρία, ηθοποιό στο Θέατρο Τέχνης τότε, η οποία ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ήξερα να έχει τελειώσει πανεπιστήμιο, κάτι που έμοιαζε για μένα σωτηρία. Και τον Μιχάλη Κακογιάννη, που τον είχα σαν πατέρα μου. Τον γνώρισα τη δεύτερη εβδομάδα της παράστασης, είχε έρθει με την Ειρήνη Παπά.

Γιατί δεν συνέχισες τη σχολή και σταμάτησες αμέσως μετά τον «Ήχο του όπλου»;
Ο ίδιος ο Κουν μου έλεγε ότι ήταν καλύτερα να μη συνεχίσω. Ήθελε να με προστατέψει, ώστε να μη γίνω «θεατρίνος». Του άρεσε αυτή η αμεσότητα που είχα. Είχα όμως και μεγάλη διαφορά με τους συμμαθητές μου. Ξαφνικά βρέθηκα να μιλάω με τον Χατζιδάκι, τον Τσαρούχη, ο οποίος με ήθελε για τον «Ορέστη» που ετοίμαζε και μου έλεγε να με ζωγραφίσει ως Ορέστη πρώτα, μιλούσα με τον Δημήτρη Δημητριάδη. Εγώ, την ίδια στιγμή, δεν ήξερα τίποτα. Ήξερα μόνο τον Κούρκουλο, τη Βουγιουκλάκη και τον Δαλιανίδη. Μ’ αυτά μεγάλωσα. Είχα παντελή άγνοια, αλλά και μια απίστευτη δίψα να μάθω. Ήμουν ένα σφουγγάρι. Τελικά, σχολή έγιναν οι σπουδαίοι σκηνοθέτες με τους οποίους συνεργάστηκα. Και δεν έκανα τηλεόραση για οκτώ χρόνια, κάτι που ήθελε αντίσταση. Παρόλο που ήταν κάτι που το ήθελα, για να λένε οι γειτόνισσες στη μάνα μου ότι με είδαν στο γυαλί. Φυσικά, έτσι έγινε τελικά και έπαιξα στους «Φρουρούς της Αχαΐας», παρ’ όλες τις αντιδράσεις που είχα από το στενό μου περιβάλλον. Επειδή μου το ζήτησε η γιαγιά μου κι αυτό είχε συνέπειες εκείνη την εποχή.

Τι συνέπειες;
Δεν με έπαιρναν σε ομάδες και θέατρα ποιοτικού ρεπερτορίου. Έτσι κατέληξα να γίνω θιασάρχης, επειδή δεν με έπαιρναν. Άλλωστε όλοι περίμεναν τη συντριβή μου. Έλεγαν «περαστικός είναι, θα διαλυθεί». Αλλά, για να συντηρήσεις κεντρικό θέατρο, πρέπει να κάνεις τηλεόραση. Πάντως, όταν μου πρότεινε ο Ευαγγελάτος να παίξω στην παράσταση «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» – και ήταν ο μόνος με δικό του θέατρο που δεν με απέρριψε –, πήγα και δούλεψα με μηνιαίο μισθό που στο εμπορικό θέατρο έπαιρνα σε μια βραδιά. Το ήξεραν οι ποιοτικοί σκηνοθέτες ότι ήμουν διατεθειμένος να δουλέψω και με μισθό κάτω του βασικού προκειμένου να παίξω ρόλους, αλλά δεν με έπαιρναν, για δικούς τους λόγους...

Τώρα κάνεις έναν σπουδαίο ρόλο σε ένα υπόγειο γκαράζ. Σε ενοχλεί που αυτή η επιτυχία δεν γίνεται σε ένα μεγάλο κεντρικό θέατρο ή σε φεστιβάλ ;
Γίνεται, όμως, στο υπόγειο γκαράζ του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης», για το οποίο μου πρωτομίλησε ο Κακογιάννης από το 1987. Καθόλου δεν με ενοχλεί, όμως δεν έπαψα να κάνω επιτυχίες όλα αυτά τα χρόνια κι ας μην καταγράφηκαν ως τέτοιες. Ήμουν στην τελευταία παράσταση του Ανδρέα Βουτσινά, στο «Επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν», με γεμάτο κεντρικό θέατρο. Διδάχτηκα πάρα πολλά από αυτόν τον άνθρωπο. Έκανα έργο με τη Ρούλα Πατεράκη, «Βάκχες» με το ΚΘΒΕ, έμεινα δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Εδώ δεν έγραψαν τίποτα. Αν κάποτε ήταν σημαντικό να δουλέψεις με τον Βολανάκη, τον Ντασέν και τον Βουτσινά, από μια εποχή και μετά δεν θεωρούνταν κάτι ιδιαίτερο. Κι εγώ δεν πέρασα στο σύστημα του νέου είδους θεάτρων, που τώρα, ευτυχώς, μάζεψαν τα φώτα επάνω τους, όπως βλέπουμε στις παραστάσεις του Εθνικού.

Μα σε με μια τέτοιου είδους παράσταση δεν συμμετέχεις αυτήν τη στιγμή; Αν και πάνω από όλα είναι νομίζω ο λόγος του Ιωάννου.
Είναι τόσο μουσικός και βαθύς ο λόγος του, που πολλές φορές πάει μόνος του κι εγώ ακολουθώ. Ακόμα και χωρίς προσωπικές εμπειρίες, λίγο ευαίσθητος να είσαι και να σκεφτείς τι λέει αυτός ο άνθρωπος, πράγματα με τεράστια δύναμη, γίνεσαι θεατής του λόγου του Ιωάννου. Μπορεί να μην είναι Σαίξπηρ, αλλά είναι σαν τα πολύτιμα αντικείμενα που έβρισκε ο πατέρας μου στα σκουπίδια. Γίνονται πολύτιμα απ’ την αγάπη που βγάζουν.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.