15/11/2018 15:34:59

«Ο επιθεωρητής έρχεται»

«Ο επιθεωρητής έρχεται» - Media

Εβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά τη συγγραφή του, το έργο του Τζον Πρίσλεϋ «Ο επιθεωρητής έρχεται» ανήκει πλέον στην παρακαταθήκη του καλού εγγλέζικου θεάτρου. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1912, στην ακμή του βρετανικού ιμπεριαλισμού και πριν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, που κατέστρεψαν το όνειρο μιας ευρωπαϊκής συνοχής στηριγμένης στην αποικιακή εκμετάλλευση.

Η αυλαία ανοίγει στο σαλόνι του Άρθουρ Μπέρλινγκ, με τη γιορτή των αρραβώνων της κόρης του, που εξελίσσεται σε ατμόσφαιρα μεγαλοαστικού καθωσπρεπισμού, με μόνο δυσοίωνο προμήνυμα τις αλκοολικές παρεκτροπές του νεαρού γόνου της οικογενείας. Η κατά τα άλλα ανέφελη βραδιά διακόπτεται όμως επεισοδιακά από την απροσδόκητη έλευση ενός επιθεωρητή της αστυνομίας.

Ο νυχτερινός, λιγάκι αλλόκοτος και αρκούντως πιεστικός επισκέπτης, ερευνά τα αίτια της αυτοκτονίας μιας νεαρής, για την οποία ο οικοδεσπότης και οι υπόλοιποι δηλώνουν πλήρη άγνοια.

Κατά την πρόοδο, εντούτοις, μιας καθ’ όλα ανεπίσημης ανάκρισης καταδεικνύεται ότι κάθε μέλος της οικογένειας συνέβαλε στην αυτοκτονία και η πολλαπλασιαστική επίδραση όλων μαζί υπήρξε καθοριστική για τη μοιραία απόφαση του νεαρού τους θύματος. Ακολουθεί η απογύμνωση των ενεχομένων και ο δίσκος της περιφερόμενης ενοχής γεμίζει διαφοροτρόπως, ανάλογα με το ψυχικό απόθεμα του καθενός: τύψεις και αναλγησία, οργή και πανικό, αυτοοικτιρμό και υποκρισία. Καθώς ποινικές ευθύνες δεν προκύπτουν ευθέως, είναι φανερό ότι το έργο του Πρίσλεϋ αφορά την ηθική ευθύνη της αστικής τάξης στον κατακερματισμό της κοινωνικής συνείδησης και το ατομικό μέρισμα των ολίγων στη δημόσια δυστυχία των πολλών.

Πρώτιστη σκηνοθετική μέριμνα του Γρηγόρη Βαλτινού ήταν η ισορροπία του μηχανισμού της αστυνομικής πλοκής με το κοινωνικό δράμα, που έρχεται από τον βούρκο στην επιφάνεια. Η τυπική αστική βιτρίνα που έστησε ο σκηνογράφος της παράστασης Γιάννης Μετζικώφ και οι λεπτές φωτιστικές διακυμάνσεις της Μελίνας Μάσχα επέτρεψαν στον Βαλτινό να εγκαταστήσει πίσω από την προφάνεια της συμβατικής υποκριτικής γραμμής μια δεσπόζουσα ακαμψία, στα δίχτυα της οποίας σπαρταρούν ανέλπιδα όλοι οι ήρωες του έργου. Έτσι, αποτελούν, μαζί με τους θεατές, το ακροατήριο των συνεπειών που προκύπτουν από τις ενέργειες ή τις παραλείψεις τους. Παγωμένος και ο ίδιος κάτω από τη μάσκα της αστικής εγκαρδιότητας, απέδωσε τον Άρθουρ σε γκρίζους τόνους προσβεβλημένης ευπρέπειας, διανθισμένης με ολίγες νότες αυτοειρωνικών νύξεων. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος ενσάρκωσε τον επιθεωρητή, με τα στοιχεία ενός διαχρονικού ηθικού κατήγορου υπογραμμισμένα από το εκτός εποχής ντύσιμο και την απειλητικά ανορθόδοξη συμπεριφορά του. Η Κερασία Σαμαρά βύθισε τη σύζυγο του Άρθουρ, τη Σύμπιλ, σε σκιρτήματα νευρωτικής απελπισίας, πυρετώδους άμυνας και τρομώδους, αυτοκαταγγελτικής εν τέλει, κρίσεως. Ο Κώστας Βασαρδάνης κατέδειξε τη συνειδησιακή απεξάρθρωση του αλκοολικού Έρικ με τρεμάμενο ήθος και λυγμικό ύφος. Ο Μάνος Ζαχαράκης φιλοτέχνησε το κυνικό προσωπείο του Τζέραλντ με την έπαρση ενός αμετανόητου γαμπρού που επιμένει να αψηφά τις ρωγμές του. Η Ευτυχία Γιακουμή χρωμάτισε την κόρη της οικογένειας, τη Σίλα, με λείο αισθηματισμό, άγουρη επίγνωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Μια παράσταση που στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από άρτια επαγγελματική ποιότητα, μεστές ερμηνείες και περιεχόμενο επίκαιρο και σήμερα στη δική μας χώρα, χωρίς δογματικά κλισέ και εισαγγελικού τύπου διδακτισμό.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.