20/10/2018 23:57:12
19.4.2010

Ταμίλα Κουλίεβα

Ταμίλα Κουλίεβα - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Μετανάστρια αλλά με άλλους όρους ήρθε στην Ελλάδα πριν από 15 χρόνια, για να μεταγγίσει τις θεατρικές αρετές της μεγάλης ρωσικής παράδοσης στο ελληνικό κοινό και με τη σειρά της να εμβαπτιστεί πλήρως στον ελληνικό πολιτισμό. Ό,τι κι αν περιλαμβάνει αυτός. Ακόμα και την περιβόητη ελληνική χαλαρότητα, η οποία κάποτε την έκανε να αισθάνεται άβολα, αλλά τώρα πια κάνει τη «δική μας» Ταμίλα να εξομολογείται ότι έχει εξοικειωθεί μαζί της. Την αφορμή γι’ αυτόν τον προσωπικό απολογισμό στη θεατρική της πορεία, αλλά και στη ζωή της, έδωσε η νέα συνάντηση με τον ρόλο της αρμένιας μετανάστριας στη Νέα Υόρκη, Σέτα, από το έργο του Ρ. Καλινόφσκι «Κτήνος στο φεγγάρι». Πριν από δέκα χρόνια η Κουλίεβα μας συστηνόταν μ’ αυτό τον ρόλο στο πλευρό του Δημήτρη Τάρλοου. Στην αρχή της φετινής σεζόν, όταν ξανάπιασε στα χέρια της τον ίδιο ρόλο, δεν χρειαζόταν πια καμία σύσταση. Όλο αυτό το διάστημα, η γλυκιά ηθοποιός, η οποία κατάγεται από το Αζερμπαϊτζάν, έχει προσθέσει στο βιογραφικό της μεγάλους ρόλους και σημαντικές επιτυχίες. Άλλος ένας ρόλος την περίμενε στο Θέατρο Πορεία με το που μπήκε ο Απρίλης, όπου η Μάρθα Φριντζήλα ανέβασε την «Υπόθεση της οδού Λουρσίν» του Λαμπίς.

Από τη Σέτα στη Νορίν. Αυτό το γρήγορο πέρασμα από τη μια ηρωίδα στην άλλη πώς είναι;

Τ.Κ.: Είναι μάλλον ακραίο αυτό που συμβαίνει, αλλά έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Και βέβαια θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που υπάρχει τέτοια τεράστια απόσταση αποχρώσεων ανάμεσα στους δύο ρόλους. Καθένας αφορά μια άλλη μορφή, που ανήκει σε έναν άλλο πολιτισμό και εκπροσωπεί ένα διαφορετικό είδος θεάτρου. Κι από μόνο του αυτό κουβαλάει μια πρόκληση. Σαν Νορίν πραγματικά προσπαθώ να συνηθίσω κι εγώ τον εαυτό μου, έτσι μάλιστα όπως έγινε η εικαστική επιμέλεια του Άγγελου Μέντη στα κοστούμια, ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη, με μια ματιά που πάντα μας εκπλήσσει. Και παρότι Νορίν είμαι εγώ η ίδια, τη βλέπω και λίγο απ’ έξω, κάτι που επίσης είναι πολύ δημιουργικό.

Στον ρόλο της Νορίν τι είναι αυτό που σας γοητεύει περισσότερο;

T.K.: Το ότι μου δίνει τη δυνατότητα να κλείσω λίγο το μάτι στην απομυθοποίηση της ντίβας. Η Νορίν κουβαλάει όλα τα στοιχεία της ντίβας. Κι εγώ ως ηθοποιός μπορώ να τα σχολιάσω και να παίξω λίγο με τη σάτιρα και την ειρωνεία.

Δεν είναι προφανώς δεδομένο ότι αγαπάτε όλους σας τους ρόλους. Λ.χ. έχετε πει παλαιότερα ότι μισήσατε τη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Στρίνμπεργκ.

Τ.Κ.: Με τη «Δεσποινίδα Τζούλια» δεν τα βρήκαμε ποτέ. Σας είπα πριν ότι μου αρέσει ένας ρόλος να είναι έξω από εμένα. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως ίσως να ήταν και ο συγγραφέας έξω από εμένα. Ο Στρίνμπεργκ βλέπει και χειρίζεται διαφορετικά τον κόσμο.

Μπορείτε να αποστασιοποιείστε τόσο ώστε να παίξετε εξαίρετα ένα ρόλο που απεχθάνεστε;

Τ.Κ.: Σ’ αυτή την περίπτωση θα προσπαθούσα να αιτιολογήσω τις πράξεις του χαρακτήρα. Ο δάσκαλός μου Μιχαήλ Τσέχοφ μας έλεγε πάντα: «Όταν υποδύεστε έναν κακό χαρακτήρα, ψάξτε τα καλά του στοιχεία. Και όταν κάνετε έναν καλό, τα κακά του χαρακτηριστικά». Είχε δίκιο, γιατί κανέναν άνθρωπο δεν μπορείς να τον ζωγραφίσεις με ένα μόνο χρώμα. Χρειάζεσαι ολόκληρη παλέτα.

Η σκηνοθετική άποψη της Μάρθας Φριντζήλα στον Λαμπίς είναι, όπως διαβάσαμε, να συνδυάσει μεταξύ άλλων το έργο με μερικά δημοφιλή ελληνικά τραγούδια, λ.χ. της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Τ.Κ.: Μα το vaudevile (σ.σ.: βαριετέ) είναι ένα είδος που χωράει ούτως ή άλλως πολλά πράγματα. Τραγούδια, αυτοσχεδιασμούς και ό,τι άλλο μπορεί να προσφέρει η φαντασία. Έχει όμως και μια ακόμα βασική απαίτηση, ότι όσα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή πρέπει να είναι αναγνωρίσιμα. Με τα τραγούδια γίνεται άμεση αναφορά σε μια εποχή. Και εφόσον το θεατρικό είδος προσφέρεται για να το κάνεις αυτό, θεωρώ ότι είναι σωστό. Σε άλλα είδη, όταν οι συντελεστές, προσπαθώντας να κάνουν τα πράγματα αναγνωρίσιμα, τα φορτώνουν με σύγχρονα στοιχεία που δεν στέκονται, το αποτέλεσμα είναι κακό.

Υπάρχει γενικώς μια τάση εκσυγχρονισμού στο θέατρο...

Τ.Κ.: Ναι, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τον Αριστοφάνη vaudevile. Και δεν το λέω επειδή είμαι υπέρ του να κάνουμε «είδωλο» το αρχαιοελληνικό δράμα, αντιμετωπίζοντάς το ως ένα υλικό που δεν επιδέχεται καμία διαφορετική προσέγγιση. Ο Αριστοφάνης όμως είναι άλλο είδος θεάτρου και χρειάζεται άλλο είδος αισθητικής, γούστου κι εξυπνάδας. Σαφώς το θέατρο γίνεται «εδώ και τώρα» και πρέπει να μας μιλάει για όσα συμβαίνουν σήμερα. Αλλά αυτό δεν μπορεί να επιδιώκεται με άγαρμπο τρόπο.

Ας επιστρέψω στο «Κτήνος στο φεγγάρι», το οποίο για σας σηματοδότησε φέτος μια διπλή επέτειο. Πέρα από τα δέκα χρόνια που πέρασαν από τότε που το πρωτοπαίξατε με τον Τάρλοου αυτός ο ρόλος ήταν και το θεατρικό σας ντεμπούτο επί ελληνικού εδάφους. Κάνατε φέτος τον απολογισμό σας;

Τ.Κ.: Με την επανάληψη της παράστασης ήρθε αβίαστα ο απολογισμός. Μπήκα δηλαδή αυτομάτως στη διαδικασία να αναρωτηθώ τι έκανα, να ξετυλίξω αναμνήσεις, να σκεφτώ τι έγινε στη διάρκεια αυτών των δέκα χρόνων.

Τι έγινε λοιπόν αυτή τη δεκαετία;

Τ.Κ.: Ένιωσα σαν να βρισκόμουν όλα αυτά τα χρόνια σ’ ένα τρένο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Και ξαφνικά είδα το βιογραφικό μου και συνειδητοποίησα ότι έγιναν πράγματα όμορφα και αξιόλογα. Ότι υπήρξαν σημαντικοί σταθμοί στη ζωή μου και ότι κάθε ρόλος που πέρασε δεν αντιπροσωπεύει για μένα μόνο μια σεζόν, αλλά μια ολόκληρη εποχή. Η ζωή πάντα συμβαδίζει με ό,τι μας προκύπτει στο σανίδι. Σαφώς υπήρξαν και κάποιες λιγότερο καλές στιγμές. Αλλά είναι ελάχιστες. Και όλα μαζί είναι μια εμπειρία. Στο θέατρο άλλωστε ενδιαφέρον έχει η διαδρομή. Κι εγώ συνάντησα έργα τα οποία πιστεύω ότι με έκαναν να αναρωτηθώ για πολλά, να μάθω πολλά, να ανακαλύψω πράγματα για τον εαυτό μου και να εξελιχθώ πρώτα απ’ όλα ως άνθρωπος.

Προερχόσασταν από μια μεγάλη υποκριτική παράδοση, τη ρωσική, που έχει μεγάλη πειθαρχία. Ήρθατε σε ένα πιο «άναρχο» θεατρικό τοπίο. Πώς προσαρμοστήκατε;

Τ.Κ.: Μερικές φορές μια τέτοια «αναρχία» μπορεί να αποκτά και μεγάλη γοητεία. Άλλωστε, έτσι είναι η νοοτροπία του ελληνικού λαού. Κι ύστερα σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι αποκτούν πειθαρχία όταν υπάρχει ανάγκη. Πιστεύω ότι παρότι η εποχή μας μάς επιβάλλει άλλους ρυθμούς ζωής, οι Έλληνες κουβαλούν γενικά αυτή τη χαλαρότητα και την επιθυμία να είναι έξω από αυστηρά όρια και καλούπια. Ίσως γιατί θέλουν να αφήνουν χώρο και για άλλα πράγματα.

Αυτό δεν σας έχει ενοχλήσει ποτέ;

Τ.Κ.: Στην αρχή με ενοχλούσε. Τώρα πια, νομίζω ότι κι εγώ έχω πάρει πάρα πολλά στοιχεία από αυτό. Έτσι γίνεται. Και τώρα θέλω να πιστεύω ότι έγινα πλέον κι εγώ κομμάτι αυτού του πολιτισμού.

Από την άλλη, λέγεται ότι οι άνθρωποι που έχουν άλλη καταγωγή και φτιάχνουν αλλού τις ζωές τους νιώθουν καμιά φορά μετέωροι, μεταξύ δύο πατρίδων ή και καμιάς. Το έχετε αισθανθεί;

Τ.Κ.: Μεγάλωσα στη Μόσχα, αλλά η καταγωγή του πατέρα μου είναι από το Αζερμπαϊτζάν, όπου πάντα συνυπήρχαν πολλές διαφορετικές εθνικότητες. Κουβαλώντας συνεπώς το καυκασιανό μου κομμάτι αλλά μεγαλώνοντας στη Μόσχα, είχα εξαρχής μέσα μου αυτή τη σύνθεση πολιτισμών. Δεν μπορώ να πω ότι νιώθω άπατρις ή ξεριζωμένη. Αισθάνομαι όμως ότι εμπλουτίζομαι, κουβαλώντας όσα ήδη υπάρχουν: Τα «πολύτιμα» που έζησα στο Μπακού ή αργότερα στη Μόσχα. Πέρα από το DNA, παίζει ρόλο κι η εμπειρία της ζωής. Χωρίς αυτήν καμία τεχνική δεν μπορεί να σταθεί.

Τώρα που το επισημάνατε συνειδητοποιώ ότι έχετε καταγωγή από το Αζερμπαϊτζάν, αλλά ένας ρόλος-σταθμός της καριέρας σας είναι η Αρμένια Σέτα. Είναι γνωστή η χρόνια διαμάχη Αζέρων - Αρμενίων...

Τ.Κ.: Μα το θέατρο ακριβώς αυτό τον ρόλο παίζει. Κι όχι μόνο αυτόν. Η τέχνη γενικά ενδιαφέρεται να ενώνει τα πράγματα, να λειαίνει τις γωνίες και όχι να δημιουργεί ρήξεις. Όταν λοιπόν μια τέτοια επιλογή γίνεται συνειδητά, είναι και μια πολιτική πράξη. Θεωρώ άλλωστε πολύ οδυνηρό ό,τι γίνεται στο Καραμπάχ. Και δεν ξέρω και πού θα καταλήξει.

Σκέφτομαι και κάτι άλλο σχετικό με τον ρόλο της Σέτα. Εσείς που υπήρξατε μετανάστρια, με άλλους όρους βέβαια, υποδύεστε μια αρμένια μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, παίζοντας σε ένα θέατρο που βρίσκεται σε μια γειτονιά όπου πλειοψηφούν οι μετανάστες. Πώς το βιώνετε αυτό καθημερινά;

Τ.Κ.: Πιστεύω ότι είναι σαν να επαναλαμβάνεται η ιστορία συνεχώς. Όταν παίζαμε στο ίδιο έργο πριν από δέκα χρόνια στο Από Μηχανής Θέατρο, ήταν δίπλα η πλατεία Κουμουνδούρου όπου μαζεύονταν οι Κούρδοι. Πότε πότε τους πηγαίναμε φαγητό ή τα γλυκά που μας έφερναν. Μετά από δέκα χρόνια, το θέμα των μεταναστών μας έχει απασχολήσει όλους πάρα πολύ. Έχει φτάσει πια στο όριό του. Η Ελλάδα βέβαια, καθώς γεωγραφικά βρίσκεται σε ένα πέρασμα, θα δέχεται πάντα κύματα μεταναστών. Αλλά δεν ήταν έτοιμη να τους δεχτεί. Και γιατί να ’ναι δηλαδή; Αυτό δεν έχει ωστόσο να κάνει με το πώς οι Έλληνες αντιμετωπίζουν το θέμα. Ήταν πάντα φιλόξενοι και εξακολουθούν να είναι. Κάποια γεγονότα όμως αρχίζουν να τους φοβίζουν. Να «μας» φοβίζουν. Γιατί δεν εξαιρώ τον εαυτό μου.

Τι σκέφτεστε γι’ αυτό το πρόβλημα;

Τ.Κ.: Σκέφτομαι μήπως πρέπει να πάρει θέση και η κυβέρνηση. Πιστεύω πως πρέπει. Υπάρχουν πολλά συμφέροντα στη μέση κι έτσι δεν μπορούμε να σχολιάσουμε αυτή την υπόθεση επιφανειακά, διαπιστώνοντας απλώς ότι οι μετανάστες μεταφέρονται από τη μια περιοχή στην άλλη. Το θέμα είναι αν και τι μπορεί να προσφέρει το κράτος σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αν δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα, τότε γιατί τους δέχεται; Είναι ένα θέμα πολύ περίπλοκο και δεν ασχολούμαστε με την ουσία. Μένουμε στην επιφάνεια. Για μένα η αλήθεια είναι κάπου στη μέση.

Εσείς αντιμετωπίσατε ποτέ ρατσισμό; Υπήρξε π.χ. κάποιος που να είπε «γιατί ήρθε αυτή στο θέατρό μας;», όταν αρχίσατε να γίνεστε γνωστή κι επιτυχημένη;

Τ.Κ.: Μα σε ποιο επάγγελμα δεν υπάρχει αυτό; Απλώς στο δικό μας ίσως να υπάρχει λίγο περισσότερο, επειδή εκτιθέμεθα και περισσότερο.

Έβλεπα ότι είστε από τα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Κινηματογράφου. Τι ελπίζετε γι’ αυτήν;

Τ.Κ.: Πιστεύω ότι έγινε μια σοβαρή προσπάθεια να ιδρυθεί μια σωστή Ακαδημία Κινηματογράφου. Ελπίζω ότι θα έχει έναν δημοκρατικό τρόπο ως προς τη λειτουργία της. Και καταρχάς θεωρώ ότι στην Ελλάδα μπορεί να ζούμε σε κομμουνισμό και να μην το ξέρουμε: όλα είναι κρατικά. Το όνειρο των περισσότερων Ελλήνων είναι να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, είναι αναγκαίο να υπάρχει κρατική συμμετοχή και υποστήριξη. Ειδικά ο χώρος του κινηματογράφου δεν μπορεί να επιβιώσει διαφορετικά. Καλό θα ήταν όμως να υπάρχει και μια πανεπιστημιακού επιπέδου κινηματογραφική εκπαίδευση. Ούτε αυτό είναι εύκολο να συμβεί χωρίς την κρατική υποστήριξη.

Και η κρατική στήριξη στο θέατρο;

Τ.Κ.: Από τη μια θεωρώ ότι είναι καλό να υπάρχει. Από την άλλη, η οικονομική κρίση φιλτράρει πια πάρα πολλά πράγματα και αναγκάζει και τους ίδιους τους καλλιτέχνες να ψάχνουν κι άλλους δρόμους και να βλέπουν τα πράγματα πιο καλλιτεχνικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι πολύ δύσκολη η εποχή κι ότι κινδυνεύουν να κλείσουν τα μισά θέατρα. Αλλά όσο κι αν ακούγεται κυνικό, γιατί να μην κλείσουν; Γιατί μια Αθήνα να έχει 400 παραστάσεις το χρόνο; Δεν γίνεται. Δεν συμβαίνει σε καμία πρωτεύουσα του κόσμου. Η Μόσχα, με πληθυσμό 12 εκατομμυρίων, έχει 20 θέατρα. Εδώ ο αριθμός είναι αστρονομικός. Είναι λάθος συνεπώς να λέμε και ότι ο κόσμος στην Ελλάδα δεν αγαπάει το θέατρο και δεν πηγαίνει.

Ωστόσο, οι ηθοποιοί παραδέχονται ότι ζουν μόνο από την τηλεόραση.

Τ.Κ.: Είναι αλήθεια. Εγώ τουλάχιστον προσπαθώ να ισορροπώ προτιμώντας το θέατρο, χωρίς να σνομπάρω την τηλεόραση. Προσπαθώ να συμμετέχω σε δουλειές αξιοπρεπείς και προσεγμένες. Αλλά από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να μην πω ότι η τηλεόραση είναι εκείνη που μου προσφέρει το προνόμιο των επιλογών μου στο θέατρο.

Δεν ανήκετε σε ένα συγκεκριμένο θεατρικό σχήμα. Πόσο ανακουφιστικό αλλά και πόσο αγχωτικό είναι αυτό;

Τ.Κ.: Αυτή είναι η δουλειά μας όμως. Είναι ένα από τα πιο αβέβαια και ανασφαλή επαγγέλματα. Κάθε άνοιξη ξεκινάμε από την αρχή. Το ίδιο συμβαίνει και με κάθε ρόλο. Ξεκινάμε πάντα απ’ την αρχή. Είναι φυσικό κάθε φορά που ξεκινάει η σεζόν να έχει ένας ηθοποιός αγωνία.

Το Εθνικό σας ενδιαφέρει;

Τ.Κ.: Βεβαίως. Ένα Εθνικό έχει άλλες δυνατότητες. Είναι ένας άλλος μηχανισμός, όπως είναι και το ΚΘΒΕ. Εκεί σαφώς μπορούν ν’ ανέβουν μεγάλες παραγωγές, με διαφορετικές προδιαγραφές. Το θέατρο γίνεται θέαμα. Ύστερα, σ’ ένα Εθνικό αγγίζεις αμέσως ένα διαφορετικό ρεπερτόριο. Εγώ βέβαια πάντα αγαπούσα τα οφ-Μπρόντγουεϊ θέατρα. Και το βιογραφικό μου αποτελείται κυρίως από τέτοια. Ή πιο σωστά, μέχρι σήμερα ήμουν μεταξύ «οφ-Μπρόντγουεϊ» και Επιδαύρου.

Όταν επιστρέφετε στη Ρωσία τι θέλετε πριν απ’ όλα να ξαναδείτε, να νιώσετε; Ποια είναι η δική σας Μόσχα που σας λείπει περισσότερο;

Τ.Κ.: Είναι ένα τραπέζι στην κουζίνα όπου μαζεύονται κάθε φορά που πάω όλοι οι συγγενείς για να φάμε μαζί, όλα όσα έχει μαγειρέψει η μητέρα μου. Εκείνη μαγειρεύει ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, για να μου θυμίσει τις γεύσεις και τις μυρωδιές του παρελθόντος μου.

Αντίστοιχα, αν γυρνάγατε εκεί τι θα σας έλειπε από την Ελλάδα;

Τ.Κ.: Μα πώς μπορώ να απομονώσω ένα πράγμα; Εδώ είναι πια το σπίτι μου.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.