17/10/2018 21:55:03

Γιώργος Τσεμπερόπουλος: Ζω τη βία της ανεργίας

Γιώργος Τσεμπερόπουλος: Ζω τη βία της ανεργίας - Media

Έχουν περάσει δεκατρία χρόνια από την τελευταία ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, την «Πίσω πόρτα». Και να που τώρα επέστρεψε στο σινεμά με μία νέα ταινία, «Ο εχθρός μου». Το κυριότερο είναι ότι γύρισε
στον τόπο του εγκλήματος, δηλαδή στο σινεμά που υπηρετεί χρόνια τώρα, το ανθρωποκεντρικό, αυτό που καταπιάνεται με τα «μικρά», τα προσωπικά, τα ερωτικά ή οικογενειακά, για να μιλήσει για τα μεγαλύτερα, τα κοινωνικά, αυτά που τρώνε σαν σαράκι τον σύγχρονο άνθρωπο («Ξαφνικός έρωτας», «Άντε γεια»).
Αυτήν τη φορά βάζει στο μικροσκόπιο της κάμεράς του τη βία. Ξεκινά από μια υπόθεση οικογενειακής βίας όταν στο σπίτι μιας οικογένειας μπουκάρουν κάποιοι άγνωστοι, για να καταλήξει στη μεταστροφή
των ανθρώπων που υφίστανται μια αγριότητα. Με μότο τη φράση «ο χειρότερος εχθρός μου είναι εντός μου», μιλήσαμε για πολλούς εχθρούς: του ελληνικού σινεμά, της κοινωνίας, του εαυτού μας

Η βία βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας σας, η οποία μοιάζει με αλληγορία.
Το θέμα της βίας είναι τεράστιο. Πριν έρθω εδώ, «πέτυχα» στον δρόμο έναν φίλο κινηματογραφιστή. Μου έλεγε ότι δεν μπορεί να δουλέψει, να πληρωθεί, να ταΐσει τα παιδιά του. Τρεις φορές τον μήνα τού έρχεται ένα γράμμα από την εφορία που του τραβάει μια μπουνιά στα μούτρα. Η βία πλέον μας έρχεται από όλες τις μεριές.

Εσείς πώς αισθάνεστε αυτήν την εποχή;
Αισθάνομαι την απόλυτη βία της ανεργίας, δεν έχω δουλειά, έχουν να μου πληρώσουν ένα νοίκι που εισέπραττα 14 μήνες. Απ’ όλους ακούω τα ίδια. Και για να πούμε για πραγματική βία, στην πολυκατοικία που μένω, σε μια καλή γειτονιά της Καισαριανής, βούτηξαν τον κύριο Κώστα, ένα γερόντιο 80 χρονών, ο οποίος γύρναγε με τη σύνταξή του από την τράπεζα και του σπάσανε τα μούτρα. Πριν από έναν μήνα, παραλίγο να ανατιναχθεί η πολυκατοικία στον αέρα γιατί κάποιοι έκλεψαν τους μπρουντζοσωλήνες του φυσικού αερίου. Σ’ ένα ξύλινο σπιτάκι που έχω στη Βόρεια Εύβοια, σαν καλύβα, μπήκανε μέσα και πήρανε τις μπαταρίες που κάνουν 700 ευρώ – δεν έχει ρεύμα η περιοχή, έχω φωτοβολταϊκά. Και μετά έκλεψαν και τους μπρουντζοσωλήνες. Δεν μπορείς να πεις κάτι. Αφού τα έχουμε κάνει μούσκεμα.

Δικαιολογείτε δηλαδή κάποιον που φτάνει σε σημείο απόγνωσης και κλέβει τις μπαταρίες;
Ε, δεν τον δικαιολογείς;

Αυτός που θα χτυπήσει τον γεράκο έχει άλλοθι;
Είναι πολυσύνθετη η απάντηση. Κανείς μας δεν μπορεί να τοποθετηθεί απέναντι στα πράγματα. Δεν υπάρχει μόνο αυτή η βία, αλλά και η κρατική – και δεν εννοώ μόνο τα ΜΑΤ.  Σπρώχτηκε βίαια ο κόσμος στον σημερινό όλεθρο. Και κάτι άλλο.  Πριν από πολλά χρόνια είχα μεσολαβήσει να πάει ο Οδυσσέας Βουδούρης στην εκπομπή της Μπήλιως Τσουκαλά. Ήταν πρόεδρος των Ελλήνων Γιατρών Χωρίς Σύνορα. Επί μήνες πήγαινε σε εμπόλεμες ζώνες στην Αφρική και στην Ασία, έκανε χειρουργεία χωρίς εργαλεία – 50 την ημέρα – προσπαθώντας να σώσει εκατοντάδες ζωές. Τον ρώτησε, λοιπόν, κάποια στιγμή πώς μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Και αυτός απάντησε: «Ας ξεκινήσουμε από το πρωί. Για να έρθω εδώ έχω υποστεί τέτοια βία από τον τρόπο που οδηγούν οι συμπολίτες μου, έχω φάει τέτοιες μούντζες, υπάρχει τέτοια καταπάτηση του οποιουδήποτε προσωπικού δικαιώματος. Ας ξεκινήσουμε από αυτά και μετά ας μιλήσουμε για την Αμερική και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις». Ζούμε σε μια χώρα όπου κυριαρχεί ένας απίστευτος κανιβαλισμός. Σιχαίνομαι να ακούω από το στόμα ενός πολιτικού ότι «μαζί τα φάγαμε». Αλλά και εμείς δεν καθόμασταν να μετρήσουμε ότι 5+2=7 και ξοδεύαμε 12. Μπορώ να τα λέω αυτά γιατί ποτέ δεν είχα πιστωτική κάρτα, δεν πήρα δάνειο και, παρόλο που ήμουν επιχειρηματίας, με τη Φιλμική Εταιρεία, δεν πήραμε δάνεια, ούτε χρωστούσαμε σε τράπεζες. Πώς μπορούμε να διαμαρτυρηθούμε που δεν γίνονται ταινίες έτσι όπως είναι η κατάσταση;

Γιατί όχι;
Μα γιατί δεν έχουν φάρμακα τα νοσοκομεία. Έχουμε γνωστούς καρκινοπαθείς, οι οποίοι επί 25 μέρες δεν μπορούσαν να πληρωθούν από τα ταμεία (ΤΕΒΕ). Το φάρμακό τους για 15 μέρες κόστιζε 6.000 ευρώ. Το κράτος δεν πληρώνει γιατί δεν μας δίνουν δόση από την Ευρώπη. Κι ο άλλος «σκοτώνει» το πατρικό του για τα φάρμακά του!

Συμφωνείτε, λοιπόν, με την άποψη που λέει ότι σε μια χώρα που δεν παρέχει τα βασικά σε έναν πολίτη δεν μπορεί να δίνονται χρήματα στον πολιτισμό;
Αλλιώς θα απαντήσω σήμερα απ’ ό,τι χτες το πρωί. Γιατί χτες έπαιξε το ντοκιμαντέρ του Αυγερόπουλου για τη Βενεζουέλα, όπου η κυβέρνηση έκανε ένα αναπτυξιακό σύστημα των τεχνών για τις μουσικές. Όλος ο κόσμος μιλάει για αυτό στο Twitter, για τη σημασία της πολιτικής βούλησης στον πολιτισμό σε μια φτωχή χώρα.

Στην ταινία, αυτοί που μπουκάρουν στο σπίτι είναι ξένοι ή Έλληνες;
Δεν μπορώ να απαντήσω γιατί θα χαλάσω την πλοκή της ταινίας. Αλλά θα πω κάτι άλλο. Έχουμε φάει την καραμέλα από τα αστυνομικά δελτία ότι το 90% είναι ξένοι. Όταν έκλεψαν στην πολυκατοικία μου τους μπρουντζοσωλήνες του φωταερίου, μου είπαν από την αστυνομία και την εταιρεία υδάτων «μη νομίζετε ότι είναι αυτοί οι ξένοι κακομοίρηδες που σπρώχνουν τα καρότσια και πουλάνε μέταλλα». Είναι δύο συμμορίες Ρουμάνων που έχουν κατέβει με φορτηγά για να πάρουν πολύ μπρούντζο. Δεν ξέρω αν στις δουλειές της νύχτας – και της μέρας πλέον – υπάρχουν και μπρατσωμένοι Έλληνες. Από την έρευνα που έχω κάνει, το μπουκάρισμα σε σπίτια και οι βιαιοπραγίες στις οικογένειες ήταν αποκλειστικότητα των Αλβανών. Σιγά - σιγά άνοιξε το... επάγγελμα. Πέρσι δεν ήταν που έπιασαν τη λεγόμενη αλβανική μαφία και τελικά είχε μέσα δύο Ελληνόπουλα 16 και 18 χρόνων; Δεν με απασχολεί αν το κακό έρχεται από Έλληνα ή ξένο.

Ο ήρωάς σας είναι ένας καλός άνθρωπος, ο οποίος περνάει στην αυτοδικία όταν εισβάλλει το κακό στο σπίτι του.
Είναι γεωπόνος, ψυχούλα, ένας άνθρωπος που μας μοιάζει. Δεν είναι Ελληναράς, ούτε πουλάει νταηλίκι. Στα 20 του ήθελε να αλλάξει τον κόσμο με προοδευτικές ιδέες. Έχει μεγαλώσει τα παιδιά του με ελευθερία. Κι όμως, κάτι συμβαίνει και αλλάζει γιατί του τσάκισαν την κόρη και την οικογένεια. Σπούδασε, δούλεψε, έκανε οικογένεια με δύο παιδιά και, τώρα στα 48 του, συνειδητοποιεί ότι ζει σε ζούγκλα. Η βία και η ανομία της σημερινής Αθήνας εισβάλλει στο σπίτι του με τον χειρότερο τρόπο και εκτροχιάζει ό,τι έχει χτίσει μέχρι εδώ. Πέρα από τη λογική και την κουλτούρα του, επιστρέφει στην άξεστη πλευρά της καταγωγής του, μπαίνει στον στρόβιλο της βίας και της εκδίκησης . Θα σας πάω σε μια γνωστή περίπτωση, του Νίκου Κούνδουρου. Όλα αυτά που υποστήριζε μια ζωή, δεν ανατράπηκαν μέσα σε δύο ώρες όταν μπούκαραν σπίτι του και τον βαράγανε; Η ταινία πραγματεύεται αυτό που λέει ένα παλιό ρεμπέτικο: «ο χειρότερος εχθρός μου είναι πάντοτε εντός μου».

Ποιος είναι ο εχθρός του ελληνικού σινεμά;
Αφού έχω υιοθετήσει το μότο «ο χειρότερος εχθρός μου είναι εντός μου», ο χειρότερος εχθρός είναι εντός τού ίδιου του σινεμά. Αν ρωτήσεις τον Κώστα Γαβρά, θα σου πει ότι ο εχθρός του ελληνικού σινεμά είναι οι ίδιοι οι κινηματογραφιστές. Είναι διχασμένοι απέναντι στο κράτος και τους χρηματοδοτικούς φορείς και τις εταιρείες. Ο καθένας καθαρίζει για την πάρτη του. Μου είχε πει ο Γαβράς ότι, παρόλο που οι Γάλλοι έχουν ανταγωνισμό μεταξύ τους – ποιος θα κλείσει αίθουσες, θα πάρει επιχορηγήσεις ή δικαιώματα βιβλίων –, μόλις μαζεύονται στην εταιρεία σκηνοθετών, είναι όλοι ένα στόμα, μια φωνή, ξέρουν ότι κάθονται στο ίδιο κλαδί.

Όταν συστάθηκαν οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», για πρώτη φορά είδαμε τέτοια αλληλεγγύη και ενότητα στον χώρο σας. Μόλις όμως ψηφίστηκε ο νέος κινηματογραφικός νόμος, ξεκίνησε και πάλι η διάσπαση και τα στρατόπεδα.
Ο καλλιτεχνικός χώρος είχε γενικά ζηλέψει αυτό που έγινε. Ήταν ένα κίνημα, με Κ κεφαλαίο, το οποίο ξεκίνησε αυθόρμητα από νεαρούς πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες, οι οποίοι είπαν: «Φτάνει. Θα περάσουμε στον εκβιασμό και δεν θα πάμε τις ταινίες μας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης». Από 8 άτομα, μέσα σε έναν μήνα έγιναν 250. Ήμασταν ενωμένοι στη διεκδίκηση ενός νομοσχεδίου. Πέρασε λοιπόν ένα νομοσχέδιο (επί Γερουλάνου), το οποίο περιελάμβανε το 70%-80% αυτών που ζητούσαμε. Χωριστήκαμε αμέσως σε πολλές γνώμες. Και έγινε ο καθένας ο εαυτούλης του. Υπάρχει τέτοιος τρόμος μην τυχόν σου κολλήσει η ρετσινιά ότι προσκυνάς την εξουσία. Οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», όμως, δεν συστήθηκαν για να βγούνε στον δρόμο με τα πανό, αλλά για να νταραβεριστούν με την εξουσία.  Επειδή εγώ είμαι… 400 ετών, συμμετείχα ενεργά και στους αγώνες για να γίνει το νομοσχέδιο του Ζαχαρία και της Μελίνας. Απλώς πάλιωσε, και το καταραμένο ελληνικό κράτος δεν ανανεώνει τα πράγματα. Κανονικά, ένα νομοσχέδιο θα έπρεπε να βελτιώνεται κάθε πέντε χρόνια. Γενικά πάντως, είμαστε όλοι σε έναν πόλεμο απέναντι στο κράτος. Γιατί; Επειδή δεν μας φροντίζει.

Από την άλλη, υπάρχει μια αντίφαση, γιατί ζητάτε από το κράτος λεφτά για να κάνετε ταινίες.
Δεν αγαπάει κανένας το κράτος, όλοι αγαπάνε τον εαυτό τους. Από την εμπειρία μου με τους «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» η μεγάλη μου απογοήτευση ήταν πώς οι σκηνοθέτες δεν μπορούν να δράσουν συλλογικά. Ενώ οι παραγωγοί τουλάχιστον έχουν ένα σωματείο που λειτουργεί.

Με τη γενιά σας είστε θυμωμένος; Ξεκίνησε ως μια γενιά που είχε οράματα, ιδεολογίες και ήθελε έναν καλύτερο κόσμο, και κατέληξε αλλιώς…
Είμαι θυμωμένος με τους ανθρώπους της γενιάς μου που βγήκαν μπροστά. Βλέπουμε τώρα τα αποτελέσματα. Ήταν μάλιστα ρετσινιά το να μη βγεις μπροστά. Αλλά υπάρχουν άνθρωποι από τη γενιά του Πολυτεχνείου που δεν το εκμεταλλεύτηκαν. Εγώ δεν μιλάω ποτέ για εκείνη τη νύχτα που μπήκαν τα τανκς. Κι όμως, ήμουν εκεί, με άλλους που δεν το συζήτησαν ποτέ. Κατάπιαμε την πίκρα μόνοι μας.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.