15/10/2019 03:44:36

Πριονίζοντας τον Παρθενώνα

Πριονίζοντας τον Παρθενώνα - Media

Πώς τα συνεργεία του λόρδου Έλγιν ακρωτηρίασαν τον ναό της Αθηνάς και βανδάλισαν μεθοδικά τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης

«Δεν το βρίσκω λογικό», είπε ο νυν πρωθυπουργός της άλλοτε «μεγάλης» Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον σχολιάζοντας το ενδεχόμενο να επιστρέψουν στην Αθήνα τα μισοκατεστραμμένα γλυπτά που απέσπασε παράνομα από τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη την αυγή του 19ου αιώνα ο λόρδος Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγιν (Σκοτία 1766 - Παρίσι 1841). Συνεπώς, ο Κάμερον θεωρεί «λογικό» το ότι ο Σκότος (βαθύτατο...) διπλωμάτης και άκαπνος στρατιωτικός, πρεσβευτής του Λονδίνου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1800 έως το 1804, χρηματοδότησε την παραμονή στην Αθήνα συνεργείων αρχαιοκαπήλων, με επικεφαλής τον «αντιπρόσωπό του» αιδεσιμότατο Φίλιπ Χαντ, έναν διαβολόπαπα, και τον Ιταλό ζωγράφο Τζιοβάνι Μπατίστα Λουζιέρι, έναν τυχοδιώκτη.
Μπροστά στο τι έκαναν και πώς το έκαναν αυτοί οι βάνδαλοι, σταματάει η λογική. Ενώ ο ίδιος ο Έλγιν ήρθε λίγες φορές να επιθεωρήσει τις «εργασίες», τα συνεργεία του έστησαν για λογαριασμό του σκαλωσιές και τροχαλίες με σκοινιά γύρω από τον Παρθενώνα. Πριόνιζαν συστηματικά το μνημείο, αποσπώντας δεκάδες γλυπτά. Συχνά τα κατέστρεφαν είτε από αδεξιότητα είτε επίτηδες: τα έκοβαν σε μικρότερα κομμάτια για να... μεταφέρονται πιο εύκολα.
Ο κόμης εκμεταλλεύθηκε τη σύρραξη Γαλλίας - Τουρκίας, την εισβολή του Ναπολέοντα στην οθωμανική Αίγυπτο και τη συγκυριακή απόφαση των Οθωμανών να προσεταιρισθούν την ανερχόμενη Βρετανία, για να αποσπάσει μία απλή άδεια ζωγραφικής αποτύπωσης, κατασκευής εκμαγείων και μικροανασκαφών! Την πλάσαρε δήθεν σαν «σουλτανικό φιρμάνι», το πρωτότυπο του οποίου «χάθηκε».
Τα συνεργεία αλώνιζαν σε μία τυπικά στρατιωτική περιοχή (η Ακρόπολη ήταν οθωμανικό κάστρο, διέμενε εκεί μόνο η τουρκική φρουρά σε δεκάδες σπίτια με κεραμίδια, όλα κατεδαφισμένα σήμερα) παραπλανώντας και, πρωτίστως, «μπουκώνοντας» με μπαξίσια τους τοπικούς Οθωμανούς αξιωματούχους για χρόνια. Για να αποσπάσουν τις μετώπες του Παρθενώνα κατέστρεφαν το επιστύλιο και γκρέμιζαν κιονόκρανα.
Εκτός από τα άλλα αρχαία που λεηλάτησαν, με πιο χαρακτηριστικό μία από τις κόρες του Ερεχθείου, την εξόριστη στο Λονδίνο Καρυάτιδα, οι αδίστακτοι αυτοί τύποι σχεδίαζαν και τη μεταφορά ολόκληρων κτισμάτων, όπως του «Φαναριού του Διογένη», του γνωστού μνημείου του χορηγού Λυσικράτους στην οδό Τριπόδων, στην Πλάκα. Ευτυχώς αντιστάθηκαν οι αγαπητοί στους κατοίκους της Αθήνας καθολικοί καλόγεροι του μοναστηριού των καπουτσίνων, που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο.
Τα κλοπιμαία μεταφέρθηκαν με πλοία, το πρώτο εκ των οποίων, το μπρίκι «Μέντωρ», βούλιαξε στα Κύθηρα, έξω από τον Αβλέμονα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1802, μια μέρα μετά τον απόπλου από τον Πειραιά. Δωδεκανήσιοι επαγγελματίες βουτηχτάδες, οι καλύτεροι της Μεσογείου, χρειάστηκαν δύο χρόνια για να ανελκύσουν το φορτίο των 17 κιβωτίων με αρχαία. Οι «καραβιές» και οι μεταφορές συνεχίστηκαν μέχρι το 1812 (!), ενώ οι Τούρκοι έφερναν ψευτοπροσκόμματα, τα οποία παρακάμπτονταν με δωροδοκίες και πολιτική πίεση.
Αφορμή για την επιχείρηση της ντροπής ήταν το γεγονός ότι εκείνη την εποχή ο Έλγιν έχτιζε, λέει, τον πύργο του στη Σκοτία! Αρχικά ήθελε να τον γεμίσει με εκμαγεία, δηλαδή με γύψινα αντίγραφα γλυπτών του αθηναϊκού 5ου π.Χ. αιώνα. Όταν όμως πήρε χαμπάρι ότι μπορούσε να αποσπάσει και τα ίδια τα έργα, λύσσαξε σαν κακό σκυλί. Το πλήρωσε βέβαια πάρα πολύ ακριβά, καταστράφηκε οικονομικά. Πτωχευμένος και ηθικά στιγματισμένος ακόμα και από κάποιους (λίγους) συμπατριώτες του – με πρώτο και καλύτερο τον λόρδο Βύρωνα (Λονδίνο 1788 - Μεσολόγγι 1824), ο οποίος υπήρξε καταπέλτης κατά του Έλγιν –, εκλιπαρούσε το βρετανικό Δημόσιο να αγοράσει την ανάπηρη πραμάτεια του, η οποία σάπιζε στην... καρβουναποθήκη του ή ακόμη και στο ύπαιθρο, εκτεθειμένη στην υγρασία.
Τον Ιούνιο του 1816, ύστερα από ένα νομικά διάτρητο πόρισμα ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Κοινοτήτων, το βρετανικό βασίλειο αγόρασε για 35.000 λίρες τα... κοπρώνυμα «ελγίνεια μάρμαρα». Ο αρχικλέφτης ζητούσε 70.000 λίρες για «να βγάλει απλώς τα έξοδά του». Τα γλυπτά εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Βρετανικό Μουσείο το 1832 και στην αίθουσα όπου βρίσκονται σήμερα μεταφέρθηκαν το 1939, έπειτα από έναν τρισάθλιο καθαρισμό τους με φθοροποιά χημικά και... ξύσιμο με αιχμηρά εργαλεία, την περίοδο 1937-38.
Κάπου στον άλλο κόσμο, η αξέχαστη Μελίνα Μερκούρη, η οποία ως υπουργός Πολιτισμού έθεσε δυναμικά κατά τη δεκαετία του 1980 το θέμα της επιστροφής των γλυπτών στην Ελλάδα, σίγουρα θα «καταχεριάζει» τόσο τον υπερφίαλο Έλγιν όσο και τα αργυρώνητα πρωτοπαλίκαρά του.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.