24/09/2018 09:55:02

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Είμαι δρομέας ταχύτητας, αλλά όχι αντοχής

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Είμαι δρομέας ταχύτητας, αλλά όχι αντοχής - Media

Είναι το «γερό χαρτί» της γενιάς του. Ηθοποιός γκάμας, με σκηνοθετικές ικανότητες, ευχέρεια λόγου και εμφάνιση ζεν πρεμιέ, μπορεί να τα βγάλει πέρα στις όποιες προκλήσεις. Τον είδα πρόσφατα να πρωταγωνιστεί στο «Σικάγο», φέρνοντας τις απαιτήσεις ενός δύσκολου μιούζικαλ στα μέτρα του. Τον έχω δει κι άλλες φορές στη σκηνή, σε έργα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Κοινό σημείο σε όλα, η αδιαμφισβήτητη σκηνική άνεση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Και η δύναμη που εκπέμπει απ’ το σανίδι με κάθε ατάκα, με κάθε ρόλο.
Σε λίγες μέρες, έπειτα από 4 μήνες πρόβας, ετοιμάζεται να πρωταγωνιστήσει στον κατά Σπύρο Ευαγγελάτο «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ, στο θέατρο «Ακροπόλ», σε μια από τις σπουδαιότερες κωμωδίες του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Σε έναν ρόλο δύσκολο, αβανταδόρικο και δεξιοτεχνικό. Γιατί, πώς να το κάνουμε, το κλασικό
είναι πάντα κλασικό, και η αναμέτρηση μαζί του ένα στοίχημα που πρέπει να κοπιάσεις για να κερδίσεις

Ο «Επιθεωρητής» είναι ένα ανθρωπάριο, που τυλίγει όλους τους διεφθαρμένους τοπικούς άρχοντες σε μια κόλλα χαρτί. Αλλά έχει και μια απελπισία, όπως όλοι οι ήρωες του Γκόγκολ.
Σωστά. Ο «Επιθεωρητής» δεν είναι ούτε χειραγωγός ούτε πανούργος απατεώνας. Είναι ένα ανθρωπάκι, ένας μεγαλομανής νεαρός με ψευδαισθήσεις καλλιτεχνικής ικανότητας, που κοροϊδεύει εν αγνοία του τους υπόλοιπους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, για να γίνει αυτό που θα ήθελε να είναι, για να εφεύρει τον εαυτό του. Το ενδιαφέρον στο έργο είναι ότι ο Γκόγκολ αγαπάει πολύ τους ήρωές του, κι ας είναι όλοι ανθρωπάρια. Δεν τους βλέπει με μίσος ούτε με την αιχμηρή και κυνική ματιά του σατιρικού συγγραφέα, αλλά με την «αγαπητική» ματιά που έχει ένας μεγάλος συγγραφέας. Αγαπάει τους ήρωές του γιατί κατανοεί πως είναι ανθρώπινες, απαίδευτες, ακαλλιέργητες υπάρξεις.

Σαν να συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα η διαπλοκή και η διαφθορά, όπως τότε σ’ αυτήν την ακατονόμαστη μικρή επαρχιακή πόλη της ρωσικής στέπας.
Το έχω ξαναπεί, δεν μου αρέσει καθόλου να λέω πόσο επίκαιρο είναι ένα κλασικό έργο. Δεν είναι σκοπός της τέχνης να είναι επίκαιρη. Σκοπός της είναι να είναι παντοτινή.

Ποιο δικό σου στοιχείο έβαλες στον ρόλο;
Έτσι όπως παρουσίασα τον ήρωα, δεν θα ’ταν καλό για μένα να έχω κοινό στοιχείο μαζί του (γέλια)… Προσπαθώ να του προσδώσω ένα κομμάτι της αφέλειας και της καλής προαίρεσης με την οποία συχνά μπορώ να αντιμετωπίζω τον κόσμο, αρνούμενος να τον διαβάσω κυνικά.

Είσαι εύκολος άνθρωπος δηλαδή;
Ναι, με την έννοια ότι σε μια πρώτη συναλλαγή με κάποιον καταρχήν πιστεύω ότι μου λέει αλήθεια. Προσπαθώ να διατηρώ μια εφηβική δυνατότητα να αφήνομαι στα πράγματα και στους ανθρώπους. Έχω να πω δε ότι σπανίως έχω πέσει έξω.

Πιστεύεις ότι το σήμα που στέλνεις επηρεάζει τον άλλο θετικά;
Ο Μπέρναρντ Σο έλεγε ότι ο καθένας μας είναι τρεις διαφορετικοί άνθρωποι. Αυτός που πιστεύουμε εμείς για τον εαυτό μας, αυτός που πιστεύουν οι άλλοι για μας και αυτός που πράγματι είμαστε.

Αλλάζει η φύση των κοινωνιών, δηλαδή η φύση του ανθρώπου;
Ε, λοιπόν, έχω να σου πω ένα νέο: Η πραγματικότητα σε δημοκρατικά καθεστώτα αλλάζει πολύ αργά, όπως αλλάζει ο χρόνος ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Όμως αλλάζει. Και απελπίζομαι όταν το 2009, μαζί με άλλους ανθρώπους της πολιτικής, λέγαμε, για παράδειγμα, να ξαναδούμε το άσυλο και την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών στα πανεπιστήμια, πράγμα που θεωρήθηκε σχεδόν ακραίο, ενώ σήμερα κι άλλοι το συζητάνε.

Όλες οι ιδέες πρέπει να διακινούνται στα πανεπιστήμια; Ακόμα και οι φασιστικές;
Όχι, δεν πρέπει. Ο κοινός ποινικός κώδικας κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίζει να εφαρμόζεται. Για όλα υπάρχουν λύσεις, αρκεί να εφαρμόζονται. Βεβαίως, το να κηρύξεις παράνομο ένα κόμμα είναι μια γελοιότητα. Δεν μπορείς να καταδικάσεις κανέναν για την όποια ιδέα του, εκτός από αυτές που οδηγούν σε πράξεις που εμπίπτουν στον ποινικό κώδικα, τις οποίες το κράτος οφείλει να πατάξει.

Σε έχουμε δει στο θέατρο σε σπουδαίο ρεπερτόριο, από κλασικά έργα μέχρι αβαν γκάρντ, και στην τηλεόραση από Παπακαλιάτη μέχρι το «Survivor». Δεν «καταδικάζεις» κανένα είδος, όπως φαίνεται.
Πιστεύω ότι δεν υπάρχει ένα δόγμα σύμφωνα με το οποίο η τέχνη ή το θέατρο είναι καλό ή δεν είναι καλό. Ούτε στον διαχωρισμό του εμπορικού και του ποιοτικού ρεπερτορίου πιστεύω.

Εκτιμάς μέχρι και τον Σεφερλή, έχεις πει.
Είμαι άνθρωπος που έχει διδαχτεί ότι υπάρχει μια κλίμακα αξιών. Το «εκτιμώ τον Σεφερλή» σημαίνει διασκεδάζω μαζί του και θεωρώ ότι αυτό που κάνει το κάνει εξαιρετικά καλά. Αν με ρωτούσες αν αυτό που κάνει, είναι σημαντικό ή μεγάλη τέχνη, θα σου απαντούσα «όχι».

Μήπως έχει υπερεκτιμηθεί, εδώ που τα λέμε, και το αβαν γκάρντ;
Ένα από τα προβλήματά μας, που, αν το λύναμε, θα βοηθούσαμε τους εαυτούς μας να προχωρήσουμε ατομικά και κοινωνικά, θα ήταν να αρχίζαμε να ξεμπερδεύουμε λιγάκι το κουβάρι με τους ορισμούς. Και στην τέχνη και στην οικονομία και παντού, οι ορισμοί είναι χαοτικοί πολύ συχνά πια και τείνουν να δηλώσουν το αντίθετο από αυτό που σήμαιναν στην αρχή. Είναι πολύ χρήσιμες οι πειραματικές δουλειές στο θέατρο. Ας μην ξεχνάμε όμως και τον Φελίνι που έλεγε ότι στήριξε τη δυνατότητά του να κάνει σινεμά τέχνης πάνω στη διείσδυση που είχε το εμπορικό σινεμά της Τσινετσιτά στην Ιταλία. Έχω δει ως θεατής εμπορικές παραστάσεις που πληρούσαν τον σκοπό τους, έχω δει και παραστάσεις αβανγκάρντ εντελώς αποτυχημένες. Και η αποτυχία χρειάζεται όμως, γιατί στο κάτω - κάτω από τα λάθη μας δεν κινδυνεύουν άνθρωποι, όπως από τα λάθη των γιατρών… (γέλια).

Μια κρατική σκηνή θα πρέπει να ανοίγει τις πόρτες της στο πείραμα ή να κοιτάζει κυρίως τα εισιτήρια σε καιρό κρίσης; Έχουμε μπερδευτεί.
Δεν νομίζω ότι είναι τόσο μπερδεμένο. Η δική μου αίσθηση από το Εθνικό Θέατρο, ειδικά της δεύτερης θητείας του Χουβαρδά, είναι ότι μπορείς να κάνεις ένα πολύ καλό ρεπερτόριο συνδυασμένο με πολύ καλές εισπράξεις. Ο Χουβαρδάς πέτυχε διότι είχε και πολύ σοβαρές ικανότητες διαχείρισης και βαθιά γνώση του θεάτρου.

Νομίζω ότι έχει υπερτονιστεί ο ρόλος του μάνατζερ λόγω κρίσης.
Το μέγιστο προσόν ενός διευθυντή είναι να δίνει ένα όραμα. Και η πολιτική διεύθυνση μιας χώρας, ενός κόμματος, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας είναι κατεξοχήν διαδικασία έμπνευσης των υπολοίπων. Εγώ σε μια κρατική σκηνή θα διαχώριζα τον οικονομικό από τον καλλιτεχνικό διευθυντή. Υπάρχουν ικανοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να αναπτύξουν τα ταλέντα τους και στους δυο τομείς. Γιατί θα πρέπει ο καλλιτεχνικός διευθυντής να υπογράφει και για το χαρτί υγείας;

Η «Οδύσσεια» φέτος σου άρεσε;
Μου άρεσε και την ευχαριστήθηκα γιατί ήξερα ακριβώς τι πήγα να δω. Είμαι εύκολος άνθρωπος, είπαμε. Μου αρκεί ένα θέαμα να πληροί τις προϋποθέσεις για τις οποίες φτιάχτηκε. Αυτός είναι ο κανόνας και της θεατρικής κριτικής και της καλής… κουζίνας (γέλια).

Μου δίνεις την εντύπωση ανθρώπου που δεν έζησε μεγάλες απογοητεύσεις ή διαψεύσεις.
Ίσως όχι σε ένα πρώιμο στάδιο διαμόρφωσης του χαρακτήρα, όπως τα παιδικά χρόνια. Όμως έχω ζήσει το δικό μου μερίδιο απογοητεύσεων και προσωπικών αποτυχιών. Το 2007 ήταν για μένα δύσκολο γιατί χώρισα στον γάμο μου, ο τηλεοπτικός «Γιούγκερμαν» που έπαιζα, ήταν η αποτυχία της χρονιάς και σταμάτησε να προβάλλεται, και έβαλα λουκέτο στον νέο χώρο – το θέατρο «Χώρα» – που οραματίστηκα με τον φίλο, παραγωγό και συνεταίρο μου Γιώργο Λυκιαρδόπουλο.

Γιατί απέτυχε ο νέος χώρος;
Οραματίστηκα έναν υβριδικό χώρο με τους καλλιτέχνες της γενιάς μου, οι οποίοι δεν μεγάλωσαν με τον αυστηρό διαχωρισμό ανάμεσα σε αμιγώς εμπορικό και αμιγώς ποιοτικό ρεπερτόριο. Ήθελα έναν χώρο που να απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό και να δίνει στέγη σε νεότερα σχήματα, με μια άλλη επαφή με την ουσία της τέχνης μας. Αυτοχρηματοδοτούμενο ήταν, δεν βρήκαμε χορηγούς, μας πρόλαβε η κρίση και αποτύχαμε. Ξέρεις, εγώ μπορώ να οραματίζομαι, αλλά εγκαταλείπω εύκολα, κι αυτό είναι ένα από τα κύρια ελαττώματά μου. Είμαι δρομέας ταχύτητας, αλλά όχι αντοχής. Προσπαθώ να μάθω από τα λάθη μου, επειδή η ζωή είναι αγώνας αντοχής.

Τι σε απελπίζει; Η οικονομική καταστροφή;
Καθόλου. Η οικονομική καταστροφή δεν είναι ποτέ η οριστική καταστροφή. Η οριστική καταστροφή ενός ανθρώπου είναι να χάσει την ελπίδα του για να συνεχίσει να ζει, και μιας κοινωνίας να χάσει οριστικά τους συνεκτικούς ιστούς που συνδέουν τα άτομα σε μέλη μιας κοινότητας.

Στην Ελλάδα σήμερα τι συμβαίνει;
Τείνει να συννεφιάζει πολύ από πάνω μας, αλλά δεν θεωρώ ότι τα πράγματα είναι τόσο μαύρα.

Είσαι σίγουρος με αυτά που βλέπεις να γίνονται κάθε μέρα;
Δεν προσπαθώ να απαλύνω την κατάσταση. Όταν ο άλλος δεν έχει να φάει, τι να του πεις; Όμως δεν είμαστε μια κοινωνία που το σύνολο δεν έχει να φάει, όπως στην Κατοχή, αλλά μια κοινωνία που οφείλει να φροντίσει όσους βρίσκονται σ’ αυτήν τη δεινή θέση.

Και οι άνεργοι νέοι;
Ο 25άρης έχει ή οφείλει να έχει περισσότερες δυνάμεις από τον 50άρη οικογενειάρχη για να το παλέψει. Δεν θέλω να μειώσω τη σημασία του να μην έχει κάποιος δουλειά, αλλά να πω ότι η ζωή δεν σταματάει. Έχει μεγάλη δύναμη, σαν λουλούδι στη Μάνη, που επιβιώνει πάνω στα βράχια.

Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα;
Ότι ο πολιτικός μας πολιτισμός, όπως έλεγε ο Καστοριάδης, έχει τελειώσει το 404 π.Χ. Όταν σε πραγματικά προβλήματα καμιά ομάδα δεν μπορεί να ακούσει την άλλη, απελπίζομαι. Χρειάζεται μια μετακίνηση του τρόπου που σκεφτόμαστε, δεν μπορούμε να παραμένουμε δογματικοί στα πάντα. Εγώ, ας πούμε, προσπαθώ να διαβάζω πράγματα με τα οποία διαφωνώ, για να δω ποιο είναι το όριο μέσα στο οποίο μια άποψη με την οποία διαφωνώ μπορεί να με διαπεράσει.

Οικονομικό άγχος έχεις;
Μπόλικο. Έβγαλα χρήματα, αμείβομαι καλά για την εργασία μου, αλλά δεν παύω να είμαι άνθρωπος που δεν δουλεύει κάθε μήνα και δεν ξέρω τι θα συμβεί αύριο.

Αν έχεις κι εσύ ανασφάλεια, τι να πουν άλλοι;
Το οικονομικό πρόβλημα έχει πάντα σχέση με το κλάσμα των εσόδων και των εξόδων σου. Η ζωή μου άνοιξε οικονομικά, έχω παιδί, υποχρεώσεις, ανάγκες. Βάσισα τη ζωή μου σε ένα στατιστικό παράδειγμα που κατέρρευσε. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι θα επιβιώσουμε, κι εγώ και όλοι.

Μια τελευταία ερώτηση. Τι σε φόβιζε μικρό;
Ο θάνατος και η μετριότητα. Η αίσθηση ότι δεν είμαι κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Δεν είναι τυχαίο που διάλεξα αυτήν την τέχνη. Φόβος θανάτου κρύβεται από πίσω, κυρίως σε μας τους άνδρες που δεν γεννάμε. Η ζωή στα λύνει αυτά νομίζω. Μικρός δεν μπορούσα να το καταλάβω και φοβόμουν υπερβολικά. Είχα μια εμμονή με τη μη ύπαρξη, είμαι και άθεος, άρα δεν υπήρχε παρηγορία…

Μία ακόμα: Πώς σου προέκυψε να γίνεις ηθοποιός;
Δεν έχω απαντήσει γιατί νομίζω ότι μπορεί κάποιος γενετιστής του μέλλοντος να πει ότι η επιθυμία για υποκριτική, όταν παρουσιάζεται από πολύ μικρή ηλικία, μπορεί να είναι γενετική προδιάθεση. Σχεδόν άρχισα να παίζω πριν αρχίσω να μιλάω…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.