23/01/2019 00:17:51

Φυλακισμένες, χίπηδες και ένας   μανάβης οn the road

Φυλακισμένες, χίπηδες και ένας   μανάβης οn the road - Media

Το 15ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης που ξεκινά αύριο (έως 24 Μαρτίου), φιλοξενεί αιρετικές φωνές από όλο τον κόσμο. Κάποιες ταινίες στρέφουν το ενδιαφέρον μας σε έκρυθμα πολιτικά καθεστώτα - Ιράν, Παλαιστίνη, Αίγυπτος - μέσα από τις ιστορίες θαρραλέων γυναικών Υπάρχουν πάντα, βέβαια, και τα ελληνικά θέματα. Ένας μανάβης που γυρίζει τα χωριά της Νοτιοδυτικής Πίνδου, αλλά και ο μύθος των θρυλικών Ματάλων, τράβηξαν την προσοχή μας.

ΕΞΙ ΩΡΕΣ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΨΩΜΙ


Το ντοκιμαντέρ «Λευκή νύχτα» της Ίριτ Γκάλ ακολουθεί το περπάτημα μιας ομάδας γυναικών από την Παλαιστίνη, οι οποίες κάθε βράδυ στις 2.30 ξεκινούν μια επικίνδυνη διαδρομή για να περάσουν τα σύνορα του Ισραήλ και να δουλέψουν ως καθαρίστριες. Μια τρύπα σε έναν φράχτη είναι ο δρόμος προς το μεροκάματο. Το καθημερινό τους δρομολόγιο περιλαμβάνει έξι ώρες περπάτημα μέσα στη νύχτα, το τσουχτερό κρύο, κακοτράχαλα μονοπάτια, ανηφοριές και ερημιές, για να βγούνε σε ένα σημείο των Ιεροσολύμων και να προσποιηθούν τις ντόπιες. Καμιά φορά η αστυνομία τις παίρνει στο κυνήγι. Αλλά αυτές πάλι εκεί, επιμένουν όσο η ισραηλινή κυβέρνηση δεν τους δίνει άδειες εργασίας.
«Κάθε μέρα παίζουμε το κυνήγι του ποντικού και της γάτας» λέει η Τζαμίλα και αναφέρεται στην αστυνομία του Ισραήλ. Αν είχαν άδειες, ο χρόνος που θα χρειάζονταν για να περάσουν τα σύνορα θα ήταν όλα κι όλα δεκαπέντε με είκοσι λεπτά. Η καθημερινή ή, για την ακρίβεια, νυχτερινή ταλαιπωρία τους τούς δίνει το δικαίωμα να λένε «κάνουμε για τα παιδιά μας περισσότερα απ’ ό,τι έχουν κάνει οι πατεράδες τους». Οι περισσότερες από αυτές, άλλωστε – που είναι διαφόρων ηλικιών, από κοπέλες μέχρι μεσήλικες γυναίκες –, είναι είτε χωρισμένες είτε παρατημένες από τους άντρες τους είτε έχουν αναλάβει εξ ολοκλήρου τον ρόλο του εργάτη της οικογένειας αφού ο σύζυγος δεν δουλεύει. Ανάμεσά τους και ένας άντρας, ο Φαρέκ, ο οποίος διασχίζει τα βουνά με το χέρι στην καρδιά, αφού έχει προβλήματα υγείας. Κάποιες από αυτές έχουν συλληφθεί στο παρελθόν. Αμέσως όμως μόλις αφήνονται ελεύθερες, ξαναβγαίνουν μέσα στη νύχτα για να διεκδικήσουν το δικαίωμα για ένα μεροκάματο, ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά τους.


ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η επανάσταση στην πλατεία Ταχρίρ της Αιγύπτου το 2011 και η ανατροπή τελικά του δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ είχε γεμίσει την επαναστατική νεολαία της Αιγύπτου με ελπίδα και τους ακτιβιστές με δύναμη για περισσότερο αγώνα. Το ντοκιμαντέρ «Πίσω στην πλατεία» του Πετρ Λομ εξερευνά έναν χρόνο μετά το αν οι στόχοι της επανάστασης επιτεύχθηκαν. Το συμπέρασμα είναι αρνητικό. Τα πορτρέτα και οι εμπειρίες πέντε διαφορετικών ανθρώπων δείχνουν ότι πλέον η βία της αστυνομίας είναι χειρότερη από ποτέ και η ελευθερία είναι ακόμα άπιαστο όνειρο. Η καταπίεση, η λογοκρισία, ο φανατισμός ακόμα κυριαρχούν στις ζωές των Αιγύπτιων. Μια νεαρή μαρτυρά ότι καθημερινά γίνονται συλλήψεις, βασανισμοί και εξευτελισμοί. Ότι η αστυνομία πλέον είναι ανεξέλεγκτη και κάνει τη ζωή τους δύσκολη. Κι όμως, αυτή δεν φοβάται να μιλήσει στην κάμερα για την τρομοκρατία που δέχεται με τον σύζυγό της από το καθεστώς, το οποίο δεν αφήνει τους αντιφρονούντες να ησυχάσουν. Μια άλλη νεαρή έζησε τις μέρες της Επανάστασης στην πλατεία Ταχρίρ, εκεί γνώρισε τον πρώτο της έρωτα, αλλά και την πρώτη της απογοήτευση. Τώρα, έναν χρόνο μετά, επειδή συμμετείχε στην εξέγερση, είναι η στιγματισμένη του χωριού της: την κατηγορούν ότι έκανε πορνεία στην πλατεία Ταχρίρ και υπομένει με τη μητέρα και τα αδέρφια της τον διασυρμό. Τη μία μέρα είναι με το τσαντόρ στο χωριό της και την επομένη επιστρέφει στην πλατεία και συνεχίζει να διαδηλώνει για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

ΕΝΑΣ ΜΑΝΑΒΗΣ ON THE ROAD

Τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένας μανάβης ώστε να γίνει πρωταγωνιστής ενός ντοκιμαντέρ; Κι όμως. Ο «Μανάβης» του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασιάκου, δηλαδή ο Νίκος Αναστασίου, είναι ένας άνθρωπος που αξίζει να γίνει ο ήρωας μιας ταινίας. Όχι μόνο γιατί τα μικρά μανάβικα της γειτονιάς έχουν συρρικνωθεί και έχουν στριμωχτεί στις γωνιές τεράστιων απρόσωπων σούπερ-μάρκετ. Αλλά γιατί είναι ένας μανάβης… on the road.
Από τη δεκαετία του ’80, οπότε γύρισε από τη Γερμανία, επί σχεδόν τριάντα χρόνια δηλαδή, ο κυρ-Νίκος με το φορτηγάκι - μανάβικο πηγαίνει κάθε βδομάδα στα χωριά της Νοτιοδυτικής Πίνδου, που είναι και ο τόπος καταγωγής του σκηνοθέτη Δημήτρη Κουτσιαμπασιάκου. Με αφετηρία τα Τρίκαλα, το φορτηγό διασχίζει 75 χιλιόμετρα βρέξει - χιονίσει, περνώντας από ένα σωρό πανέμορφα χωριά, κρυμμένα στην ορεινή πρασινάδα της Πίνδου, απομονωμένα, συχνά αποκλεισμένα από το χιόνι… ξεχασμένα από τον Θεό: τον Αετό, τη Μεσοχώρα, το Παχτούρι κ.ά.
Η κάμερα ακολουθεί τον μανάβη και τη γυναίκα του Σοφία, σε όλη τη διαδρομή, χωρίς να παρεμβάλλει συνεντεύξεις. Βλέπουμε μόνο τα νταραβέρια με τους κατοίκους, τις συνομιλίες, τα καλαμπούρια. Οι κάτοικοι ακούνε από μακριά τον ερχομό του μανάβη. Όχι από ντουντούκες ή τον θόρυβο του αυτοκινήτου. Αλλά από τα δημοτικά τραγούδια που βγαίνουν από μια χιλιοπαιγμένη κασέτα, σήμα κατατεθέν της άφιξης του κυρ-Νίκου. Κάποιοι βγαίνουν στις πλατείες του χωριού και τον υποδέχονται με χορούς.
Έπειτα από τόσα χρόνια ο μανάβης, η γυναίκα του και οι δύο γιοι που καμιά φορά βοηθούν (ο Θύμιος και ο Κώστας) έχουν αναπτύξει μια προσωπική σχέση με τους χωριανούς. Το εβδομαδιαίο ραντεβού γίνεται και αφορμή για ανθρώπινη επαφή, για κουβέντες, για νέα. Ο μανάβης μοιράζεται τη χαρά των βαφτίσεων, των γάμων, συμμετέχει στην απώλεια και τον θάνατο. Οι άνθρωποι τον περιμένουν πώς και πώς για να προμηθευτούν τα λαχανικά και τα φρούτα της εποχής. Άλλοι, όπως η κυρα-Φωτούλα, για να της αλλάξει το γκάζι, και η κυρα-Δημητρούλα, για να της μετρήσει την πίεση.
Η δύναμη του ντοκιμαντέρ πηγάζει από την αμεσότητά του. Χωρίς συνεντεύξεις και στημένα πλάνα, καταγράφει τις ζωντανές συνομιλίες, τις αυθόρμητες αντιδράσεις. Τα πρόσωπα των ηλικιωμένων πελατών χαρτογραφούν το ανθρωποκεντρικό τοπίο της ελληνικής υπαίθρου. Μπορεί ο κυρ-Νίκος να είναι ο ήρωας της ταινίας, αλλά η κινηματογράφηση αφήνει χώρο και για άλλους χαρακτήρες: Τη γιαγιά Αγγελική που μιλά συνεχώς για το σεξ. Τον μπαρμπα-Αριστείδη που παραμένει ο μοναδικός κάτοικος ενός χωριού για να ταΐζει τις γάτες. Τον μπαρπα-Νταφίλη που περηφανεύεται ότι είναι ερασιτέχνης μετεωρολόγος. Τελικά για αυτούς τους ανθρώπους, ο μανάβης είναι η επαφή τους με τον έξω κόσμο. Και για εμάς, ο μανάβης γίνεται ο ξεναγός ενός κόσμου ανθρώπων με γκλίτσες και τσεμπέρια που ζούνε στις ερημιές της Πίνδου, στις ομορφιές της ορεινής φύσης που μυρίζει… οξυγόνο, μακριά από τον πολιτισμό, έτσι όπως τον ζούμε καθημερινά.

 ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΤΑΛΑ

Και μόνο το άκουσμα της λέξης «Μάταλα», φέρνει στο μυαλό ένα σωρό μύθους για τα σπήλαια της Κρήτης που έγιναν στη δεκαετία του ’70 τόπος συνάντησης των χίπηδων, των ταξιδευτών, των ονειροπόλων. Το ντοκιμαντέρ «Hippie! Hippie! Matala! Matala!» σε σκηνοθεσία Γιώργου Βαρελά και έρευνα της Μαρίας Κουφοπούλου αφηγείται την ιστορία των Ματάλων και, μέσα από συνεντεύξεις ανθρώπων που έζησαν στις λαξευμένες σπηλιές εκείνη την εποχή, διαλύει μύθους και συστήνει νέες πραγματικότητες.
Η δημοσίευση πριν από δύο χρόνια του βιβλίου «Ο μύθος των Ματάλων» του Arn Strohmeyer έγινε η αφορμή να ξανασυναντηθούν πρώην χίπηδες σε ένα reunion που οργανώθηκε από τον Δήμο Φαιστού. Σαράντα χρόνια μετά, η αγωνία τους, όπως εξομολογούνται στην κάμερα, είναι αν θα γνωρίσουν κανέναν από εκείνη την εποχή. Οι φαλάκρες, οι κοιλιές και τα σώματα που δυσκολεύονται να ανέβουν στις σπηλιές δεν θυμίζουν τα νεαρά παιδιά των λουλουδιών που σκαρφάλωναν μέσα στις σπηλιές, χόρευαν ξέφρενα και γλεντούσαν μέχρι το πρωί. Η Αγγλίδα Σίρλέϊ, όμως, δεν πτοείται. «Είμαστε κολλημένοι στα γερασμένα μας κορμιά, αλλά είμαστε ακόμα χίπηδες» λέει στην κάμερα.
Κεντρικός χαρακτήρας στο ντοκιμαντέρ, ο ψαράς Γιώργης, ο οποίος έζησε τη θρυλική εποχή, και μάλιστα υποστηρίζει πως στα Μάταλα είχε ζήσει λίγο και η Τζόνι Μίτσελ. Μιλάνε πολλοί ξένοι, αλλά και δύο γιαγιάδες, η Αλεξάνδρα και η Κατερίνα που είχε το περίπτερο, που καταθέτουν όχι μόνο ότι «οι χίπηδες ήταν καλά παιδιά που δεν μας ενοχλούσαν», αλλά και ότι βοήθησαν πολύ στον τουρισμό της απομακρυσμένης περιοχής. Παράλληλα προβάλλεται σπάνιο αρχειακό υλικό με σάουντρακ φυσικά το ροκ της εποχής, Rolling Stones, Jefferson Airplane, Joni Mitchel κ.ά. Όλοι συνηγορούν στο ότι γύρω από τα Μάταλα πλάστηκαν πολλοί μύθοι: ότι γίνονταν όργια, ότι οι χίπηδες κλέβανε, ότι παίρνανε πολλά ναρκωτικά. Γι’ αυτό και η τοπική Εκκλησία κινητοποίησε τον διωγμό τους. Όποια και να είναι η αλήθεια για τα Μάταλα, ένα παραμένει σίγουρο, και βγαίνει από το στόμα ενός κάποτε παιδιού των λουλουδιών. «Ο λόγος για να πας στα Μάταλα εκείνη την εποχή ήταν η αναζήτηση της ουτοπίας».

Στο Ιρaν του Χομεϊνi

Στο ντοκιμαντέρ «Η κλεμμένη μου επανάσταση» της Ιρανής Ναχίντ Πέρσον Σαρβεστάνι, ηρωίδες είναι έξι γυναίκες που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν μετά την Επανάσταση στο Ιράν το 1979 και σήμερα ζούνε, ελεύθερες πια, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Η σκηνοθέτιδα ξεκινά ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης, για να μάθει πώς ήταν οι τελευταίες μέρες του αδερφού της, Ρόνσταμ, πριν αυτός εκτελεστεί. Μέχρι να βρει έναν συγκρατούμενό του, ξανασυναντά παλιές της συντρόφισσες, και όλες μαζί θυμούνται την περίοδο της φυλάκισης και των βασανιστηρίων, τότε που, όπως λένε, «το Ιράν είχε γίνει μια τεράστια φυλακή», με αριστερούς, αντιφρονούντες, μαθητές σχολείου, γυναίκες. Τα πολιτικά φρονήματα δεν ήταν τα μόνα που έριξαν ανθρώπους στη φυλακή. Το ντύσιμο, τα μαλλιά, η μουσική ήταν λόγοι για το καθεστώς ώστε να ασκήσει βία και να καταφύγει στον εγκλεισμό για σωφρονισμό.
Η Ναχίντ μοιράζεται τις ενοχές της για το ότι έπιασαν – και τελικά εκτέλεσαν – τον αδερφό της εξαιτίας της – επειδή εκείνη ήταν αριστερή. Αφού επισκέπτεται τις πέντε παλιές της συντρόφισσες, τις καλεί σε μια συνάντηση στο σπίτι της. Όλες μαζί εξομολογούνται, υποφέρουν, θυμούνται για τα απάνθρωπα βασανιστήρια, όπου μήνες ολόκληρους τις έκλειναν σε κοφίνια μέσα στο σκοτάδι για να μην έχουν καμία επαφή με τον έξω κόσμο, για την άσχημη μυρωδιά των κελιών που αναδυόταν από τις μολύνσεις που είχαν τα τραυματισμένα από το ξύλο σώματα, για τους ύπνους με βάρδια αφού εκατό κρατούμενες ήταν στοιβαγμένες σε κελιά 18 τετραγωνικών μέτρων, για τις εκτελέσεις, για τους χαφιεδισμούς. Μία από αυτές, η Μονίρ, βρέθηκε στη φυλακή μαζί με την ενός έτους κόρη της. Έχει αφήσει πίσω της τα βασανιστήρια, τον εξευτελισμό και τους πόνους. Αυτό, όμως, που δεν μπορεί να ξεπεράσει είναι ο βιασμός της.
Οι έξι γυναίκες παρακολουθούν σήμερα το Ιράν του Αχμαντινετζάντ από απόσταση. Άλλες, πάλι, αγωνίζονται ακόμα για την ελευθερία της έκφρασης. Το αίσθημα της καταπίεσης και του φόβου που επικρατεί στο ολοκληρωτικό καθεστώς, άλλωστε, το έχουμε δει κατά κόρον στο ιρανικό σινεμά τα τελευταία χρόνια.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.