18/09/2018 04:52:02

Κωνσταντίνα Μιχαήλ:«Οι πόρνες είναι οι πιο θρήσκες»

Κωνσταντίνα Μιχαήλ:«Οι πόρνες είναι οι πιο θρήσκες» - Media

Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ λατρεύτηκε από το τηλεοπτικό κοινό με ένα σίριαλ στο οποίο έπαιζε μια γιατρό που ερωτευόταν έναν υδραυλικό. Η επιτυχία εκείνης της κωμωδίας ήταν αρκετή για να εξοβελιστεί από οποιοδήποτε θέατρο αξιώσεων. Ακολούθησε o δρόμος των εμπορικών θεάτρων και μια ακόμα σειρά που επίσης έκανε μεγάλα νούμερα τηλεθέασης. Σήμερα, αφού έχει διανύσει μια διαδρομή στερήσεων και καλλιτεχνικής συνειδητοποίησης και με ένα βραβείο ερμηνείας Α’ γυναικείου ρόλου για τον μονόλογο «Σεβάς Χανούμ» του Γιώργου Χρονά, επανακάμπτει στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» του «Ρεξ», σε μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Είναι η Μαίρη στα «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου. Σε έναν από τους πιο διάσημους ρόλους.


Νιώθεις ότι υπήρξες αποκλεισμένη από «ποιοτικά» θεατρικά σχήματα λόγω της τηλεοπτικής σου φήμης;

Ναι, για χρόνια! Ήταν πολλές φορές που, στην προσπάθειά μου να ανακαλύψω το στίγμα μου σ’ αυτήν τη δουλειά και να εκφραστώ, όταν χτύπησα κάποιες πόρτες, αντιμετώπισα δηκτικό ύφος. Μου απαντούσαν ότι είμαι γλυκιά και διασκεδαστική, αλλά δεν είμαι ο τύπος της ηθοποιού που φαντάζονταν εκείνοι στα θέατρά τους. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που με έβαζαν στη διαδικασία – οι ηθοποιοί είμαστε πολύ ανασφαλείς – να σκεφτώ ότι ίσως και να είχαν δίκιο. Ότι πραγματικά έκαναν κάτι πολύ μεγάλο και πολύ βαθύ, που δεν το αντιλαμβανόμουν και δεν μπορούσα να το ακολουθήσω. Τους δικαιολογούσα. Αυτό ήταν ακόμα πιο αστείο γιατί χειραγωγούσε το μυαλό μου. Γιατί, αν τους ειδωλοποιήσεις, αν σου πετάξουν ένα κοκαλάκι, τρέχεις από πίσω τους. Μέχρι που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η ζωή μου μέσα σ’ αυτό το πράγμα θα συνθλιβόταν, και είπα στον εαυτό μου: «Βρε αδερφέ, ας μην τα καταφέρω και τόσο πολύ. Θέλω;».

Θέλεις;

Αυτήν τη δουλειά δεν την κάνω ούτε για τη ματαιοδοξία της ούτε για τα αυτόγραφά της.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν ηθοποιοί που θυσιάζουν κάθε υλική απολαβή για ένα θέατρο ρεπερτορίου.

Υπάρχουν και τους σέβομαι. Είναι κάποιοι συνάδελφοι, γυναίκες κυρίως, πολύ αυθεντικοί και τους αγαπώ για τις επιλογές τους. Ξέρω πόσο αποκομμένος πρέπει να είσαι από όλα για να μπορέσεις να είσαι ατόφιος στον ρόλο σου. Το έζησα κι εγώ όταν δούλευα τη «Σεβάς Χανούμ». Αυτό όμως, από την άλλη, δεν σημαίνει ότι είναι πιο ταλαντούχοι από μένα. Η τέχνη όντως θέλει συγκέντρωση και πνευματική και ψυχική αφοσίωση. Αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζεις στο υπόγειο και να μην μπορείς να αγοράσεις ένα ρούχο ή να πας ένα ταξίδι.

Εσένα σου έλειψαν ποτέ αυτά;

Όταν χρειάστηκε να «μετακινηθώ» από τη μία κατάσταση στην άλλη. Όχι τόσο για να αποδείξω στους διανοητές της δουλειάς μας ή στο σκληροπυρηνικό κύκλωμα που επιλέγει ορισμένους ανθρώπους ποια είμαι, αλλά γιατί με οδήγησε η προσωπική μου κατάσταση. Η ανάγκη με έκανε να πεινάσω…

Ποια ανάγκη εννοείς;

Τον πρώτο χρόνο της μεγάλης επιτυχίας του «Love Sorry» δεν έβγαινα καν από το σπίτι μου. Ξαναγύρισα στους γονείς μου ενώ μέχρι τότε ζούσα μόνη μου. Η αδηφαγία, η απαίτηση να σου πάρουν κομματάκια, και με πολύ κακό τρόπο μάλιστα, ήταν τεράστια. Κι ενώ υπήρχε ο κόσμος που έδειχνε την αγάπη του, υπήρχε και μεγάλη μερίδα των διανοητών στον χώρο μας που είπαν: «Τι είναι τούτο;», «Πώς παίζει έτσι;», «Γιατί παίζει έτσι;», «Τι έχει κάνει, Θεολογία;».

Εσύ τι γύρευες στο θέατρο έπειτα από σπουδές Θεολογίας;

Δούλευα στο ραδιόφωνο, στην αρχή στον ΚΛΙΚ και μετά δίπλα στον Τριανταφυλλόπουλο, και όλοι μου έλεγαν «πρέπει να κάνεις κάτι που να έχει σχέση με τον κόσμο, έχεις τέτοια επαφή». Κι εγώ έτρεχα στη Μύκονο τα καλοκαίρια και έκανα κραιπάλες για να πάω κόντρα στη Θεολογία. Μέχρι που αυτό το αντικατέστησα με τη δραματική σχολή.

Τι σου έμαθε η τηλεοπτική κάμερα;

Τίποτα. Τη φοβάμαι ακόμα. Ενώ είναι «κρύο» μέσο, για να μπορέσεις να μεταδώσεις αυτό που λες, πρέπει να ψάξεις να βρεις τα μάτια είτε του τεχνικού που χειρίζεται την κάμερα είτε οποιουδήποτε πίσω του, ώστε να καταλάβεις αν αυτό που παίζεις ισχύει ή αν παίζεις μόνος σου. Βρέθηκα κι εγώ στην αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης, ήμασταν κάτι τρελοί που δεν ξέραμε αν αυτό που κάναμε ήταν σωστό ή όχι. Ξαφνικά ανακάλυψα ότι ήμουν η Ελληνίδα darling, την οποία αγαπούσαν γιατί αυτά που έλεγε ήταν μεν αστεία, αλλά είχε βασανισμένο ύφος. Μου έλεγαν «έχεις τόσο θλιμμένα μάτια». Είναι πολύ δύσκολο πράγμα η επικοινωνία μέσα από την τηλεόραση. Αυτό το «κόψε - ράψε» διαλύει τα συναισθήματα, έστω αυτών των απλοϊκών χαρακτήρων. Ως ηθοποιός είσαι έρμαιο του μέσου.

Ποια ήταν η πιο σοβαρή σου «απώλεια» εξαιτίας της τηλεόρασης;

Μετά τη σχολή παρακολουθούσα ένα σεμινάριο με τον Βολανάκη, ο οποίος ετοίμαζε μια «Μήδεια» με τη Γιούλα Γαβαλά, και με είχε διαλέξει για τον χορό. Όταν του είπα ότι μου πρόσφεραν ρόλο σε σίριαλ και δεν θα μπορούσα να είμαι συνεπής στις πρόβες, μου είπε: «Κάντε ό,τι θέλετε, κυρία μου. Εγώ σας πρότεινα αυτό, και οι άλλοι κάτι άλλο. Να κάνετε αυτό που νομίζετε». Κι όταν επανήλθα με το «Μήπως θα μπορούσα να τα συνδυάσω;», μου απάντησε «Δεν συνδυάζονται αυτά». Ύστερα από χρόνια ετοίμαζε στο Εθνικό τον «Ιούλιο Καίσαρα» του Σαίξπηρ και ήθελα να του ζητήσω έναν μικρό ρόλο. Δεν πρόλαβε όμως να το κάνει, πέθανε. Τώρα που έχω γυρίσει, εκείνος έφυγε.

Γιατί γύρισες;

Γιατί πάντα εκεί ήμουν. Απλώς ήθελα να κάνω την τσάρκα μου. Ήθελα να ζήσω τη μεγάλη δημοτικότητα. Είναι ωραίο να σε αναγνωρίζουν και να σε αγαπάνε.

Μεγάλωσες με τις ταινίες της Αλίκης;

Όχι, μεγάλωσα με την Τζένη. Αλλά μεγαλώνοντας εκτιμώ όλο και περισσότερο την Αλίκη. Τώρα ξέρω τι τσαγανό χρειάζεται για να πετύχεις αυτό που πέτυχε εκείνη. Καταλαβαίνω τι δουλειά έριξε και τι έγινε με την προσωπική της ζωή. Τι ευαισθησίες χρειάστηκε να καταπιέσει για να γίνει η «αγάπη» των Ελλήνων.

Θέλησες να κάνεις δικό σου θίασο;

Για να κάνεις θίασο, θέλει μεγάλη συσπείρωση δυνάμεων και χαρισμάτων, που οι πιο πολλοί ηθοποιοί δεν τα έχουμε. Γι’ αυτό πέφτουμε έξω, γι’ αυτό χάνουμε τα σπίτια μας, γι’ αυτό φεύγει το ταλέντο σε πολλές περιπτώσεις. Γιατί, αντί να ασχολούμαστε με τη δουλειά μας, ασχολούμαστε με όλα τα άλλα. Έκανα μια περιοδεία με τη «Θαυμαστή μπαλωματού» του Λόρκα και έπεσα έξω. Έκανα περιοδεία και με τους συμπρωταγωνιστές μου από το «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή», για να εξαργυρώσουμε την επιτυχία του. Μετά, για τρία χρόνια, δεν έκανα παρά ελάχιστα πράγματα. Είχα συνδεθεί με ένα κέντρο αποκατάστασης παιδιών με αναπηρίες και τους δίδασκα θέατρο. Συγχρόνως έκανα ταξίδια, γιόγκα, φίλους, διασκέδαζα…

Η «Σεβάς Χανούμ» ήταν δική σου επιλογή;

Πλησίασα τον Γιώργο Χρονά και του ζήτησα να μου δώσει μια από τις καταραμένες του τραγουδίστριες. Ήθελα να κάνω την Καίτη Γκρέη. Αν και δεν με ήξερε στην αρχή, τελικά συμφώνησε. Ήδη είχα πείσει έναν φίλο από τα παλιά, τον Κωνσταντίνο Ρήγο, να είναι ο σκηνοθέτης. Αρχίσαμε με τον Χρονά τις επισκέψεις στην Γκρέη για να μας δώσει την άδειά της. Το απέρριψε. Στην απελπισία μου επάνω ο Γιώργος μού έδωσε να διαβάσω το μονόπρακτο «Σεβάς Χανούμ». Έτσι καταλήξαμε στη Σεβάς.

Στη «Σεβάς Χανούμ» δείχνεις μεγάλη αυτοπεποίθηση και ακρίβεια στην έκφρασή σου.

Αυτό έγινε χάρη στους ανθρώπους που είχα γύρω μου και οι οποίοι έκαναν υπέρβαση του εαυτού τους. Εννοώ τον ίδιο τον Ρήγο, τον Τσεμπερλίδη που έπαιζε τον δημοσιογράφο, τον φίλο μου Μιχάλη Τοπκαρά που μέσω Skype εκτελούσε χρέη coach. Είκοσι μέρες πριν από την πρεμιέρα ήμουν σίγουρη ότι θα έκανα τη Σεβαστούλα διάσημη.

Έκανε εντύπωση το βραβείο ερμηνείας που σου απέμειναν.

Όταν ανέβηκα να το παραλάβω, κόντεψα να λιποθυμήσω. Αισθάνθηκα ότι σταμάτησε η αίθουσα να αναπνέει. Και όντως, δεν το περίμεναν. Αιφνιδιάστηκαν! Αλλά είχα μια τρομερή στήριξη από το απλό θεατρόφιλο κοινό που με ψήφισε.

Θα άκουσες επιτέλους τα συγχαρητήρια των συναδέλφων σου.

Σίγουρα μου τα είπαν η Μπέτυ Αρβανίτη και η Μαρία Πρωτόπαπα, με τις οποίες μοιράστηκα αυτό το βραβείο ερμηνείας πρώτου γυναικείου ρόλου. Στο πάρτι που ακολούθησε, όμως, άκουσα μόνο «τι κάνεις», λες και ήμουν εκεί για κοσμική έξοδο. Δεν πειράζει, θα μου τα πουν άλλη φορά…

Τι είναι η Μαίρη που υποδύεσαι στα «Κόκκινα φανάρια»;

Παλιά καραβάνα, μια όχι και τόσο νέα πόρνη, που ξέρει ακριβώς για ποιο πράγμα τη θέλουν οι άντρες. Τους το δίνει και έχει δημιουργήσει ένα σκληρό περίβλημα γύρω από την καρδιά της. Γίνεται κυνική και χυδαία κάποιες στιγμές, αλλά, όπως όλοι οι άνθρωποι, έχει ανάγκη να πιστέψει σε ένα όνειρο. Ότι μπορεί να λειτουργήσει η καρδιά της απέναντι σε έναν άντρα. Τελικά, για μια ακόμα φορά διαψεύδεται και πέφτει.

Πώς μια φοιτήτρια Θεολογίας ερμηνεύει μία πόρνη;

Οι πόρνες είναι έτσι κι αλλιώς οι πιο θρήσκες γυναίκες. Είναι κατατρεγμένα άτομα, πατημένα από την κοινωνία και πάντα έτρεχαν στην εκκλησία. Οι παλιές ρεμπέτισσες, οι τραβεστί, οι γυναίκες του δρόμου, δίπλα στο κρεβάτι που έκαναν τη δουλειά τους είχαν και μια εικόνα, άναβαν το καντηλάκι. Πες το πατερίτσες, πες το όπως θέλεις. Η θρησκεία είναι συναίσθημα. Μην κοιτάς που την έχουν καταντήσει πολιτική δύναμη.

Η Ελλάδα των «Κόκκινων φαναριών» ήταν πιο σημαντική από τη σημερινή;

Ήταν, γιατί, αν μη τι άλλο, σκοτώνονταν για τον έρωτα, για την αγάπη, πάλευαν για την τιμή, έβγαζαν μαχαίρια, παθιάζονταν, είχαν αρετές που ωχριούν μπροστά στις δικές μας αξίες. Μιας Ελλάδας μεσαίων και μετρίων, όπου όλοι πάσχουμε από φόβο, ανασφάλεια, μοναξιά και αδιαφορία. Κάποτε στην Τρούμπα, με πάτωμα από λάσπη, είχαν τη μάνα και τον πατέρα στο κεφάλι τους και τους κρατούσε η λεβεντιά, η καρδιά και το μεράκι. Η λεβεντιά τώρα έχει μετατραπεί στην απολυτότητα της Χρυσής Αυγής, και το μεράκι στην απόλυτη έκπτωση της αισθητικής. Κυριαρχεί ο τηλεοπτικός πουριτανισμός, η ομοφοβία, η έλλειψη κάθε έννοιας πολιτισμού και συλλογικής ευθύνης.

Φωτό: Γιάννης  Βαρουχάκης

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.