20/10/2018 02:13:00

Νίκος Ψαρράς: Η τέχνη θέλει ζόρι

Νίκος Ψαρράς: Η τέχνη θέλει ζόρι - Media

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε στη σκηνή, έλαμψε. Η τηλεοπτική του εικόνα γοήτευσε. Το αγόρι που κάποτε κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη με μόνη του αποσκευή το ταλέντο του – αριστούχος της δραματικής σχολής του ΚΘΒΕ – είναι πια ένας ώριμος άντρας, ο οποίος, ακόμα κι αν τα περιοδικά τον θέλουν σταρ της ελληνικής σόου-μπιζ, είναι ένας ακάματος εραστής του μεγάλου θεάτρου. Αυστηρή επιλογή ρόλων και έργων, σκηνοθετών και σχημάτων. Φέτος στο Εθνικό Θέατρο διανύει τον άξονα μεταξύ Αγίου Κωνσταντίνου και Πανεπιστημίου στο «Ρεξ». Κάνοντας βουτιά στο ελληνικό παρελθόν με δύο ρόλους και δύο έργα που μοιάζουν σαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στα «Κόκκινα φανάρια» του Γαλανού και στους «Θεατές» του Μάριου Ποντίκα

Μεγάλωσες έξω από τη Θεσσαλονίκη, σπούδασες εκεί, τι εκπροσωπεί για σένα σήμερα;
Όλα μου τα όνειρα. Ίσως ακουστεί κάπως ρομαντικό, αλλά όταν στην Αμερική είχα ζόρια, και υπήρξαν αρκετά γερά ζόρια, τη Θεσσαλονίκη σκεφτόμουν. Τα όνειρα που έκανα, όλα όσα έλπιζα. Για να πάρω δύναμη.

Έφυγες όμως πολύ γρήγορα από αυτήν, με το που τελείωσες τη Σχολή του Κρατικού.
Ήθελα πάρα πολύ να μείνω! Ήταν για μένα όνειρο ζωής να παίξω στο Κρατικό, όπου άλλωστε είδα τις πρώτες μου παραστάσεις, αλλά παρ’ ότι υπάρχει ένας άτυπος νόμος ότι προσφέρουν θέση στους αριστούχους της Σχολής, εμένα δεν με πήραν. Τότε στενοχωρήθηκα πάρα πολύ, ένιωσα σαν να τελείωσαν όλα, σαν να απέτυχα. Το πήρα πολύ βαριά.

Αλλά κατέβηκες στην Αθήνα αμέσως μετά…
Όπου δεν ήξερα κανέναν. Πήγα σε δύο οντισιόν. Η μια ήταν για τον «Μάκμπεθ» με τον Γιώργο Κιμούλη και η άλλη για την «Πρόβα νυφικού» του Κουτσομύτη. Με πήραν και στα δύο και λίγο αργότερα συμμετείχα σε μια μεγάλη οντισιόν του Εθνικού, όπου ο Μίνως Βολανάκης με πήρε για την «Αντιγόνη» στον χορό, ενώ σε διπλή διανομή έπαιζα τον Αίμονα.

Είχες πάντα υψηλούς στόχους; Ήσουν αυτό που θα λέγαμε φιλόδοξο παιδί;
Παραμένω. Δεν γίνεται να είσαι σ’ αυτήν τη δουλειά χωρίς να είσαι φιλόδοξος. Πρέπει να έχεις όνειρα.

Αυτό σε πήγε στην Αμερική; Περίμενες να φτάσεις κάπου πηγαίνοντας εκεί;
Δεν περίμενα τίποτα. Πήγα να ξανασπουδάσω. Πήρα δύο υποτροφίες. Η μία ήταν στη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη επειδή αποφοίτησα το 1994, τη χρονιά δηλαδή που πέθανε, αν και τελικά την πήρα με καθυστέρηση πέντε χρόνων, και μια συμπληρωματική από το Ίδρυμα Ωνάση. Στην αρχή πήγα στη Νέα Υόρκη, όπου έκανα σοβαρές σπουδές σε τρεις διαφορετικές σχολές και έμαθα πέντε διαφορετικές μεθόδους δουλειάς. Μακάρι να μπορούσαν κατά διαστήματα οι ηθοποιοί κι εδώ να σταματούν και να κάνουν ανάλογη επιμόρφωση, θα ήταν υπέροχα. Κι ενώ ετοίμαζα τις βαλίτσες μου, προέκυψε δουλειά σε μια τηλεοπτική σειρά. Έτσι έμεινα. Αλλιώς ουδέποτε πίστεψα ότι θέλω και ότι μπορώ να κάνω διεθνή καριέρα. Δεν μπορούμε οι Έλληνες, δεν έχουμε τις ίδιες δυνατότητες με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, που έχουν πίσω τους δυνατές κινηματογραφίες να τους στηρίξουν.

Θα μπορούσες όμως να διεκδικήσεις να παίξεις στο πρωτοποριακό θέατρο, όπου θα είχε λιγότερη σημασία το ότι ήσουν ξένος.
Έφυγα πολύ γρήγορα για το Λος Άντζελες.

Και πώς ένιωθες σε μια πόλη όπου χιλιάδες ηθοποιοί από ολόκληρη την Αμερική και όλο τον κόσμο περιμένουν να αρπάξουν μια ευκαιρία για κινηματογραφική καριέρα;
Πήγαινα σε οντισιόν όπου ζητούσαν άντρες στην ίδια ηλικία με μένα, με τα ίδια χαρακτηριστικά με μένα, για τον ρόλο ενός Ευρωπαίου σαν εμένα. Και περίμεναν 250 υποψήφιοι, πιο ωραίοι από εμένα! Βλέπεις, στο Λος Άντζελες όλα τα μοντέλα, με το που τελειώνει η καριέρα τους, θέλουν να γίνουν ηθοποιοί και κανένας δεν ενδιαφέρεται για την υποκριτική. Δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στη Νέα Υόρκη, όπου ψάχνονται κι αγαπούν το θέατρο. Υπάρχουν σχολές και σεμινάρια, αλλά πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι προϊόν προς πώληση. Με συγκεκριμένο πακέτο που θα φέρει χρήμα.

Πίστεψες ποτέ ότι πλησίασες να πάρεις ρόλο σε σημαντική ταινία;
Πολλές φορές. Έκανα οντισιόν για πολύ μεγάλα ονόματα. Για τον Όλιβερ Στόουν για τον Μέγα Αλέξανδρο, και για τον αντίστοιχο του Μπαζ Λούρμαν που δεν έγινε, όπου θα έκανα τον Ηφαιστίωνα με Αλέξανδρο τον Ντι Κάπριο.

Υπάρχει ελληνο-αμερικανικό λόμπι στο Χόλιγουντ. Δεν δέχτηκες κάποια βοήθεια;
Είναι σκόρπιο. Αλλά δεν γίνεται να σε βοηθήσει κανένας. Ο Τζιμ Γιαννόπουλος της Fox, ας πούμε, δεν θα δώσει ρόλο σε ένα παιδάκι που έφτασε από την Αθήνα. Εμένα με βοήθησαν οι Εβραίοι, όχι οι Έλληνες. Γιατί οι Εβραίοι, αν είναι να βγάλουν λεφτά από σένα, θα σε στηρίξουν.

Η ελληνική κακοδαιμονία να μην αλληλοϋποστηριζόμαστε, μας ακολουθεί και στη διασπορά;
Μας ακολουθεί, ναι. Εξαρτάται, βέβαια, και πού θα πέσεις. Εγώ, για παράδειγμα, βοηθούσα όσο μπορούσα, όσοι φίλοι έρχονταν, σε μένα έμεναν. Θεωρούσα ότι ήταν καθήκον μου. Οι Έλληνες είμαστε φιλόξενοι και φιλότιμοι, αλλά φοβισμένοι όταν είμαστε στα ξένα, μαγκωμένοι.

Τελικά επέστρεψες κερδισμένος;
Επέστρεψα αλλιώτικος. Ναι, κερδισμένος. Αλλά στην πραγματικότητα όσα έκανα στην Αμερική με πολύ κόπο και απορρίψεις, εδώ θα μπορούσα να τα είχα κάνει σε έναν χρόνο. Εκεί αναγκάστηκα να κάνω μέχρι και διαφήμιση της Pepsi, ενώ εδώ είχα αρνηθεί να κάνω κάτι ανάλογο για να μην πουν ότι το παιδάκι του τάδε προϊόντος έγινε ηθοποιός. Ευτυχώς, με το που γύρισα, έπεσα επάνω στη μεγάλη άνθιση της τηλεόρασης και πολύ συνειδητά έκανα πολλές σειρές βγάζοντας αρκετά λεφτά για να μπορέσω να αγοράσω ένα σπίτι. Σύνολο, 200 επεισόδια σε τρία χρόνια.

Αυτό δεν φθείρει υποκριτικά έναν ηθοποιό;
Όταν κάνεις 60 με 70 ώρες γύρισμα την εβδομάδα, αποκλείεται να είσαι και τις 60 ώρες παραγωγικός. Πολλές φορές δουλεύει ο αυτόματος κι όταν γίνεται αυτό στη δουλειά μας είναι πολύ άσχημο πράγμα.

Ντρέπεσαι για κάποιες δουλειές σου;
Όχι. Ξέρεις ότι στην τηλεόραση και στο σινεμά δεν είσαι υπεύθυνος για το αποτέλεσμα. Αλλά υπάρχουν πολλές ώρες δουλειάς που ήταν σούπερ.
Στον κινηματογράφο βέβαια εμπιστεύεσαι τον σκηνοθέτη και το σενάριο. Στην τηλεόραση προστίθενται και άλλοι εξωγενείς παράγοντες.
Έκανα πολύ συνειδητά μια σαπουνόπερα, για την οποία δούλευα δεκαέξι ώρες την ημέρα. Πήρα λεφτά που στο θέατρο θα έβγαζα σε τριάντα χρόνια.

Η κρίση ξεσκαρτάρει; Θα σταματήσουν να διοχετεύονται στο επάγγελμα μη ηθοποιοί;
Πολλοί λένε ότι είναι ηθοποιοί, αλλά ο καθένας κάνει διαφορετική δουλειά. Βλέπεις ότι αυτοί που παραμένουν είναι όσοι έχουν θεατρικό background. Όσοι ήταν μόνο στην τηλεόραση, σιγά - σιγά εξαφανίζονται. Σαφέστατα η τηλεόραση ζητούσε ωραία αγόρια και κορίτσια. Γενικώς, γίνεται ένα ξεκαθάρισμα. Δεν είναι η οικονομική κρίση που μας έχει ταράξει, αλλά η κοινωνική κρίση. Από το 1974 και μετά επικράτησε ότι ο «μάγκας» είναι αυτός που τα αρπάζει χωρίς να δουλεύει. Αυτό μας πέρασαν.

Ποιοι μας το πέρασαν;
Δεν ξέρω. Εμείς οι ίδιοι, οι Έλληνες. Εγώ έτσι μεγάλωσα. Σήμερα, για να μπορέσω να βγάλω ελάχιστα σε σχέση με αυτά που έβγαζα, παίζω σε δύο παραστάσεις και δεν έχω καθόλου ρεπό. Γιατί δεν ήμουν ποτέ της άποψης ότι πρέπει να αράξεις για να τα αρπάξεις. Όταν βγάλουμε αυτό από πάνω μας, θα έχει περάσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κρίσης. Για τον καθένα μας, οποιαδήποτε δουλειά κι αν κάνει. Κι εγώ σήμερα μπορεί να είμαι στο Εθνικό και αύριο στα χωράφια του πατέρα μου στο Σοχό Θεσσαλονίκης. Δουλειά είναι κι αυτή. Άλλωστε δύο φορές τον χρόνο είμαι άνεργος.

Θα αφήσεις το θέατρο και τη διασημότητα που σου πρόσφερε;
Ποτέ δεν με ενδιέφερε η διασημότητα. Ούτε το σκέφτομαι. Όταν άρχισα να παίζω στην «Πρόβα νυφικού» και κυκλοφορώντας στον δρόμο συνειδητοποίησα ότι ξέρουν ποιος είμαι, τρόμαξα.

Ποιες θεατρικές σου στιγμές αγάπησες ;
Πολλά πράγματα. Αγάπησα το «Misery» με τη σπουδαία Ανέζα Παπαδοπούλου, τις δύο μου συνεργασίες με τον Νίκο Μαστοράκη στις «Νεφέλες» και στην «Τριλογία του παραθερισμού». Όλες μου τις παραστάσεις στην Επίδαυρο, «Φιλοκτήτης» με τον Τσακίρογλου, «Ιφιγένεια» με τη Ναυπλιώτου, «Μήδεια» με την Κονιόρδου. Έχω πολύ ωραίες μνήμες. Η Επίδαυρος είναι θεριό.

Ξέρεις, πιστεύω ότι, αν είχες κάνει τη διαφήμιση της Pepsi στην Ελλάδα, δεν θα σου είχαν επιτρέψει να παίξεις στην Επίδαυρο. Αντιθέτως, το ίδιο στην Αμερική είναι απλώς θέμα επιβίωσης.
Ίσως να ισχύει αυτό που λες. Στην Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν το επάγγελμα ως χόμπι και άλλοι που το κάνουν για να ζήσουν.

Πώς ταυτίστηκες με τον Μιχαήλο στα «Κόκκινα φανάρια», άντρα μιας άλλης εποχής;
Καταρχάς δεν τον είδα σαν έναν μονοκόμματο και σκληρό νταβατζή. Τον είδα σαν έναν άνθρωπο και προσπάθησα να τον δικαιολογήσω. Πώς αλλιώς να παίξεις έναν ρόλο, αν δεν τον δικαιολογήσεις μέσα σου; Το γιατί τα κάνει όλα αυτά;

Γιατί τα κάνει όλα αυτά;
Γιατί ερωτεύτηκε τη Ρουμάνα. Κάτω από αυτήν την οπτική, ο ρόλος αποκτάει άλλη διάσταση. Θεωρεί ότι με τη Ρουμάνα μπορεί να ξεφύγει κι ο ίδιος από αυτόν τον βούρκο και την εξάρτηση που έχει από τη Μαντάμ Παρί.

Παράλληλα, συμμετέχεις στους «Θεατές» . Επίσης ένα έργο μιας «άλλης» Ελλάδας.
Είναι ένα έργο που διαδραματίζεται σε ένα παλιό ξενοδοχείο της πλατείας Βάθη, όπου ο χαρακτήρας που παίζω, ένα ρεμάλι με κάθε έννοια της λέξης, παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα ένα ζευγάρι που μένει στο δίπλα δωμάτιο. Ένα ζευγάρι σακατεμένο, ο άντρας πρώην ταγματασφαλίτης με ξύλινο πόδι από τον Εμφύλιο, όπου πολεμούσε τους κακούς κομμουνιστές, και η γυναίκα σε απόγνωση, που το μόνο που ελπίζει είναι να μην πεθάνουν σαν ζώα. Ψάχνουν ένα καταφύγιο να πεθάνουν με αξιοπρέπεια, να τελειώνουν με τη ζωή. Εντέλει αλληλοσφαγιάζονται, κι εγώ κάνω πλιάτσικο.

Σαν σύγχρονη παραβολή;
Το ζήτημα του έργου είναι ακριβώς το μότο: «Το παν είναι να είσαι αμέτοχος. Δεν σε αφορά κι όταν δεν σε αφορά, γουστάρεις να βλέπεις τον άλλον να σφαγιάζεται και να μη σε νοιάζει».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.