17/11/2018 03:26:49

Τα παπουτσάκια θαλάσσης

Τα παπουτσάκια θαλάσσης - Media
Τον Λευτέρη Βογιατζή τον γνώριζα χρόνια, σχεδόν από την αρχή της δημοσιογραφικής διαδρομής μου. Είχα την τύχη να με τιμήσει με μερι­κές από τις καλύτερες συνεντεύξεις του, με τη συμπάθειά του κι όσο μεγάλωνα με τη φιλία του. Τον έζησα στο θέατρό του, στο καμαρίνι του, σε τυχαίες συναντήσεις στο βιντεοκλάμπ της γειτονιάς μας να μου λέει ποιες ταινίες πρέπει «οπωσδήπο­τε» να δω, σε ταβέρνες πίνοντας μεσημεριανές μπύρες.
 
Στο τελευταίο μας τηλεφώνημα, μια βδομάδα πριν «βαρύνει» πολύ, δεν μπορού­σε να μιλήσει σχεδόν καθόλου. «Είμαι κουρασμένος, αλλά πάρε με το βράδυ» ψιθύρισε. Δεν τον πήρα για να μην τον ενοχλήσω.
 
Στο προτελευταίο τηλεφώνημα μου ζήτησε το κινητό του φωτογράφου μας. «πώς το είπαμε εκείνο το καλό και ταλαντούχο παιδί που με φωτογράφισε για το “ποντίκι”; Στείλε μου τον αύριο στο θέατρο να φωτογραφίσει την παράσταση. Θέλω να του δώσω μια ευκαιρία να κάνει κάτι διαφορετικό».
 
Αυτός ήταν ο Λευτέρης: γενναιόδωρος με τους νέους, απρόβλεπτος, ευαίσθητος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, αλλά και αυστηρός. μια φορά που του είπα ότι μου άρεσε μια παράσταση που σκηνοθέτησε εκτός του δικού του θεάτρου θύμωσε πολύ. «Έπρεπε να καταλαβαίνεις περισσότερα. Ήταν μια κακή παράσταση. Ξαναδές την και μετά τα λέμε». Δεν την ξαναείδα γιατί είχε δίκιο.
 
Εκείνο το καλοκαίρι στους Δελφούς, με αφορμή ένα θεατρικό συμπόσιο, θα μου μείνει αξέχαστο. Είχαμε κατέβει μεγάλη παρέα στην Ιτέα για μπάνιο, αλλά προηγουμένως είχα τη φαεινή ιδέα να αγοράσω πλαστικά παπουτσάκια για τη θάλασσα. πήγαμε μαζί στο μαγαζί να αγοράσει κι εκείνος. Και δεν είναι υπερβολή να πω ότι η πωλήτρια έπαθε εκατό εγκεφαλικά με τον Λευτέρη που διάλεγε και ξαναδιάλεγε σχήματα, χρώματα και νούμερα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει ποιο θα αγοράσει. Κάποια στιγμή φύγαμε με τις σακούλες μας. πριν στρίψουμε στη γωνία σταμάτησε. «μετάνιωσα» μου λέει «θα γυρίσω να πάρω τα μαύρα». Τέτοιος ήταν. Τελειομανής και εμμονικός ακόμα και στα πιο απλά.
 
Στη θάλασσα έκανε σαν παιδί, προστατευμένος κάτω από την ομπρέλα και το κα­πέλο του. μάζευε πέτρες, έμπαινε κι έβγαινε στη δροσιά του γαλανού νερού. Και στην ταβέρνα με τις μπύρες μετά ήταν η ψυχή της παρέας. γέλια, ιστορίες, αναμνήσεις. Αλλά ποτέ κουτσομπολιό. Δεν τον άκουσα ποτέ να μιλάει εις βάρος κάποιου. Κι όταν άκουγε κάτι, σώπαινε διακριτικά σαν αληθινός κύριος.
 
Το ίδιο σιωπηλός ήταν και απέναντι στην εξουσία. Τη βαριόταν αφόρητα. Στις 1 συσκέψεις και στις συνεντεύξεις Τύπου είχε το ύφος του ανθρώπου που σκέφτεται πότε επιτέλους θα τελειώσει το «μαρτύριο». Του άρεσε να τον υπολογί­ζουν και να τον εκτιμούν, αλλά μέχρι εκεί. μετά ήθελε να γυρίσει στο θέατρό του. Όταν έμαθα για την αρρώστια του δεν το πίστεψα. Ήταν, λέει, σοβαρά. Συνηθισμένη να ακούω κατά καιρούς για κάποιες «φανταστικές» αρρώστιες που τον απασχολούσαν και τον έκαναν να χάνει τον ύπνο του, δεν έδωσα αρχικά σημασία. μου είχε μιλήσει για τον επίμονο βήχα που δεν έλεγε να φύγει και που νομίζαμε ότι δεν ήταν τίποτα. Τελικά ήταν.
 
Το περασμένο φθινόπωρο του πήρα την τελευταία συνέντευξη. Φοβερά αδύνατος, μισοξαπλωμένος στα μαξιλάρια, μπροστά στο τραπεζάκι με τα φάρμακα, με κλειστές τις μπαλκονόπορτες παρ’ όλη τη ζέστη, με κοίταζε εξεταστικά, λες και μέσα από τα δικά μου τα μάτια ήθελε να δει την εικόνα του. Συγκρατήθηκα να μην του δείξω ότι με είχε σοκάρει η μεγάλη αλλαγή του. Χωρίς να πει λέξη, είμαι σίγουρη πως κατάλαβε ακριβώς τι σκεφτόμουνα.
 
Έφυγα από το σπίτι του στα Εξάρχεια αισιόδοξη. Είχε κουρά­γιο, ήθελε να γίνει καλά, οι γιατροί του ήταν ευχαριστημένοι με την πορεία της νόσου, έκανε όνειρα. Κυρίως να ξαναπαίξει στο θέατρο, αυτός ήταν ο μεγάλος καημός του. Δεν τα κατάφερε. Το «Θερμοκήπιο» δεν ανέβηκε ποτέ ξανά, ούτε εκείνος πάτησε άλλη φορά στο σανίδι.
Όταν την άλλη μέρα έφτασαν οι φωτογραφίες του στο γραφείο δεν το πίστευα. Ο άρρωστος άνθρωπος πόζαρε στον φακό σαν δανδής. Το σαράκι του θεατρίνου ή η δύναμη ενός ανθρώπου να κρατηθεί στη ζωή; Δεν ξέρω, ούτε έχει πλέον καμιά σημασία...
 
Ο Λευτέρης Βογιατζής μας είχε πει
 
Τι είναι για σένα η εντιμότητα;
 
παλιότερα ίσχυε η αυστηρότερη σύνδεση της εντιμότητας με την ηθική. Τώρα πια μέσα μου έχει «ανοίξει» αυτή η έννοια και περιέχει την ευφυΐα και το ταλέντο. Εντιμότητα είναι το ταλέντο που δεν σκιάζεται από κάτι. Να ακολουθεί κάποιος αυτό που πιστεύει και να μην παρεκκλίνει, να μην είναι υποχείριο σε τίποτα και κανέναν παρά μόνο σε ό,τι του αποκαλύπτει η ζωή ότι είναι ο ίδιος. Η φθορά βρί­σκεται μέσα μας, όπως τα μαμούνια στο χαλασμένο αλεύρι, και όλος ο αγώνας είναι να αναχαιτίσουμε αυτήν τη φθορά. Δες τον πάγκαλο που ξεκίνησε με ταλέντο και γνώσεις. Δεν είναι εύκολο όσο μεγαλώ­νεις να κάνεις τον αθώο - δεν αξίζει και τον κόπο -, αλλά τουλάχιστον πρέπει να ξέρεις ότι είσαι αδύναμος και μπορείς να παρασυρθείς.
 
Το να αντιστέκεσαι στη φθορά είναι πολιτισμός, αλλά δεν το βλέπω πουθενά, γι’ αυτό δεν πιστεύω ότι υπάρχει πολιτισμός σήμερα.
 
Δεν υπάρχει πουθενά;
 
Όχι, διότι οι γενιές δεν μαθαίνουν τίποτα από αυτά που έπαθαν οι πατεράδες τους. Απλώς πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο.
 
Και στην τέχνη, στο θέατρο, δεν υπάρχει πολιτισμός
 
Το θέατρο σήμερα γίνεται όλο και πιο δύσκολο, λεπτεπίλεπτο, βα­θύ, διφορούμενο. Οι αντιδράσεις και οι συμπεριφορές μιμούνται πράγματα από το σινεμά, την τηλεόραση, το παλιό θέατρο, δεν υπάρχει διάκριση, καθαρότητα. Ο θεατής χρειάζεται πολλή δουλειά για να πετάξει τα περιττά και να καταλάβει ποιο είναι το σημαντικό. Βλέπω, ας πούμε, να πιπιλίζεται σαν καραμέλα η μομφή εναντίον του ρεαλισμού. Αλλά είναι μια μομφή σε κάτι που δεν υπάρχει. Τι είναι ο ρεαλισμός; Κάτι που ξεκινάει από την πραγματικότητα, η οποία έχει ξεπεραστεί την άλλη στιγμή. Τα έχουμε όλα μικρύνει προς ευκολία μας. Κάτι πρέπει να κουνηθεί και να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι διάφορες έννοιες, και σε αυτό έχουν ευθύνη και οι κριτικοί, οι οποίοι δεν πρέπει να μιλάνε με τόση σιγουριά.
 
Νομίζω βάζουμε με ευκολία ταμπέλες σε έννοιες και σε ανθρώ­πους και αυτό που βαφτίζουμε πειραματικό και μεταμοντέρνο δεν είναι πάντα ενδιαφέρον.
 
Σχεδόν ποτέ δεν είναι. Ένας αποδόμησε τη φόρμα, ο Τζέιμς Τζόις, και δεν χρειάστηκε δεύτερος. Ακόμα ζούμε με το φάντασμα του work in progress, όλοι αυτό λένε ότι κάνουν ενώ είναι τιμή για όλους μας ότι το έκανε ένας. Και ο μεσοαστός όταν ακούει τη λέξη «αποδόμηση» παθαίνει ένα δέος και νομίζει ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα από δικό του φταίξιμο.
 
Βλέπεις πολλές αντιγραφές στο θέατρο;
 
Συνέχεια, είναι απίστευτο και πολύ φανερό. Έχω δει έργο όχι απλώς γερμανική κόπια, αλλά κάτι ασύλληπτο. Έχω μείνει ξερός. Εντελώς ίδιο, χωρίς καν να είναι το ίδιο καλό. Δεν κατηγορώ αυτόν που κλέβει - και ο Σαίξπηρ έκλεβε -, αλλά το αποτέλεσμα της κλοπής του. Ο πικάσο στη ροζ περίοδο έφτιαξε μια γυναίκα ξαπλωμένη και χρόνια μετά την ίδια γυναίκα σαν μια γραμμή. Ο καλλιτέχνης μπορεί να πάρει αυτήν τη γραμμή, αλλά να φτιάξει κάτι δικό του. Όλα φαίνονται στη δική σου δουλειά. Το φτιαχτό δεν ζει πολύ, δεν φτουράει. Όλοι κλέβουμε, λίγο ή πολύ. Δεν είμαι εναντίον της κλοπής όταν το χρειαστείς πάρα πολύ για κάποιο δημιουργικό λόγο, αλλά όχι όταν γίνεται κατάσταση.
 
(31.3.2011 Συνέντευξη στην Κατερίνα Αγγελιδάκη)

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.