15/11/2018 20:06:31

Έρωτας σε μια κουζίνα

Έρωτας σε μια κουζίνα - Media
H ιστορία της Μπόνι Πάρκερ και του Κλάιντ Μπάροου ξεκίνησε από το τέλος. Από τη μέρα της δολοφονίας τους στις 23 Μαΐου του 1934. Σ’ έναν μικρό δρόμο κοντά στο Γκρίσλαντ, έξι αστυνομικοί από το Τέξας και τη Λουιζιάνα θα παγιδεύσουν το αυτοκίνητο του ερωτευμένου ζευγαριού κακοποιών, που κρυβόταν στην ύπαιθρο για να ξεφύγει από την αστυνομία.  Η εντυπωσιακή ικανότητα οδήγησης του Κλάιντ αυτή τη φορά θα τον προδώσει, με αποτέλεσμα η κλεμμένη Φορντ που οδηγούσε να γεμίσει 187 σημάδια από σφαίρες.  Κι όμως, εκείνη τη στιγμή διαγράφηκαν διά μαγείας τα χρόνια των αλλεπάλληλων ληστειών σε μικρές τράπεζες, παντοπωλεία και βενζινάδικα, αλλά και οι 13 δολοφονίες αθώων πολιτών. Και τι έμεινε τελικά; Η εξιδανικευμένη εικόνα ενός ρομαντικού ζευγαριού, που έζησε έναν έρωτα αυτοκαταστροφής και παράλληλα εξευτέλιζε συστηματικά την εξουσία, ξεφεύγοντας από τις συμβάσεις.  

Οι εφημερίδες έψαχναν ήρωες
Τον μύθο της Μπόνι και του Κλάιντ πρώτα τον δημιούργησαν οι εφημερίδες, αλλά και τα διάφορα έντυπα της εποχής που χαλούσαν τόνους μελάνι για ιστορίες που πουλάνε με ήρωες διαβόητους και ρομαντικούς εγκληματίες. Η εικόνα της ξανθιάς, μικροσκοπικής Μπόνι που καπνίζει ένα τεράστιο πούρο φιγούραρε παντού. Μια εικόνα που η ίδια διατηρούσε φλερτάροντας με τη δημοσιότητα, στην προσπάθειά της να προσδώσει μια αύρα ηρωισμού στα κατορθώματα της «Συμμορίας Μπάροου».  
Η γνωριμία τους έγινε σε μια… κουζίνα. Όταν η 20χρονη Μπόνι ετοίμαζε στο σπίτι μιας φίλης μία κούπα ζεστή σοκολάτα και μπήκε μέσα ο Κλάιντ. Λίγο αργότερα, ο Κλάιντ μπήκε φυλακή. «Δεν θέλω να κερδίσω δόξα ή χρήματα από τις ληστείες. Θέλω μόνο να εκδικηθώ το σωφρονιστικό σύστημα του Τέξας για όσα υπέφερα ως κρατούμενος» θα δηλώσει μετά την αποφυλάκισή του, πλάθοντας για τον εαυτό του την εικόνα του επαναστάτη, την εποχή που σύσσωμη η κοινή γνώμη ήταν ενάντια στην κυβέρνηση. Για κάποιους οι Μπόνι και Κλάιντ εμφανίζονταν σαν ήρωες, σαν το απόλυτο αουτσάιντερ την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης και της Μεγάλης Ύφεσης, όπου οι τράπεζες έπαιρναν τα σπίτια και τα χωράφια των πολιτών. Για άλλους, η ηρωοποίησή τους αποτελούσε μια μορφή λαϊκισμού, μια εύκολη λύση σε σύνθετα κοινωνικά προβλήματα που δεν λύνονταν με ληστείες και πλιάτσικα.

Πρωταγωνιστές στη ζωή και την τέχνη
Η ζωή του παράνομου ζευγαριού μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη όταν ο  Άρθουρ Πεν  ανέλαβε να σκηνοθετήσει το 1967 την ιστορία δυο ανώριμων αλλά συμπαθητικών νεαρών που εξεγείρονται ενάντια σε μια κοινωνία, η οποία αδιαφορεί για τον απλό και φτωχό πολίτη, σε ένα γκανγκστερικό φιλμ με πρωταγωνιστές την εκτυφλωτική Φέι Ντάναγουεϊ και τον Γουόρεν Μπίτι. Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε με κατάμεστες αίθουσες επί χούντας, όταν απαγορευόταν να γράψεις ακόμα και σε τοίχους. Ο κόσμος δικαιολογημένα τη λάτρεψε. Μέσα σε λίγο καιρό, τα ρούχα και το στυλ της Μπόνι έγιναν μόδα στις πασαρέλες όλου του κόσμου. Οι γυναίκες αγόρασαν μπερέδες αλλά και pencil φούστες με συνοδεία γιλέκου για πρώτη φορά, ενώ μικρότερης ηλικίας θαυμαστές κολλούσαν την αφίσα στους τοίχους του δωματίου τους, δίπλα σε αυτήν του Τσε Γκεβάρα.
Ο θαυμασμός έφτασε και σε σημεία υπερβολής. Ο κόσμος έκανε μέχρι πλιάτσικο στις σορούς δύο ληστών - εραστών (από ματωμένα μαλλιά, μέχρι κομμάτια από τα ρούχα). Ενώ μια τέτοια ιστορία δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τις… τέχνες. Οι περιπέτειες των Μπόνι και Κλάιντ έγιναν τραγούδι, ταινία αλλά και μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.