19/11/2018 21:30:16
3.5.2010

Μιχάλης Δέλτα

Μιχάλης Δέλτα - Media

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Η ατμοσφαιρική ηλεκτρόνικα του Μιχάλη Δέλτα και του Κωνσταντίνου Βήτα, δηλαδή των Στέρεο Νόβα, τη δεκαετία του ’90 εγκαινίαζε μια ηλεκτρονική σκηνή, νέα για τα ελληνικά δεδομένα σε ανύποπτους καιρούς. Το αστικό τοπίο είχε βρει επιτέλους το ιδανικό του σάουντρακ. Δύο δεκαετίες αργότερα, διατηρούν ακόμα τον τίτλο ενός από τα πιο πρωτοποριακά συγκροτήματα. Και οι μοναχικές έκτοτε πορείες και των δύο επιβεβαιώνουν την καλλιτεχνική τους αυταξία. Πιστός στις «ηλεκτρονικές» του ρίζες, ο Μιχάλης Δέλτα κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα ακόμη άλμπουμ, το «Tech Me Away». Ο τίτλος μαρτυρά το αυτονόητο, «προειδοποιεί» για την ηλεκτρονική του ταυτότητα και ο Μιχάλης Δέλτα δίνει το στίγμα: «Είμαι παιδί της γενιάς της dance και της ηλεκτρονικής μουσικής. Το συγκεκριμένο άλμπουμ ήθελα να είναι εξωστρεφές και να μπορεί να χορευτεί». Μέσα στο καλοκαίρι θα σας δοθεί σίγουρα μια ευκαιρία να το χορέψετε κι εσείς στις συναυλίες που ετοιμάζει ο Μιχάλης Δέλτα.

Γιατί δεν εδραιώθηκε ποτέ η ηλεκτρονική μουσική στην Ελλάδα;

Μ.Δ.: Καταρχήν είναι σχετικά νέα μουσική, μόλις 25 χρονών. Στην Ελλάδα υπήρξε η Λένα Πλάτωνος το ’80 και οι Στέρεο Νόβα το ’90. Δεν εδραιώνεται έτσι μια σκηνή. Υπάρχουν και κοινωνικοί λόγοι. Από τα μέσα του ’90 ο ακροατής βομβαρδίστηκε με ευτελή ακούσματα. Αναφέρομαι στα σαχλοπόπ, που κλέβουν τα beat της dance μουσικής και έχουν ανόητους στίχους ή, στην καλύτερη περίπτωση, εύκολους. Φταίνε φυσικά οι δισκογραφικές και τα μίντια. Οι πρώτες βρήκαν ευκαιρία να βγάλουν τρελά χρήματα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι αλλοιώθηκε το γούστο και η αισθητική των ακροατών. Παράλληλα, άλλαξαν τα κοινωνικά πρότυπα του Έλληνα. Άρχισε να ονειρεύεται σπίτια, αυτοκίνητα, κινητά. Αυτή η νοοτροπία είναι ένας ποταμός που δεν έχει γυρισμό. Και στο διάβα του παρασύρει όλο και περισσότερους.

Ποιος εκπροσωπεί σήμερα την ποπ στην Ελλάδα; Ο Χατζηγιάννης;

Μ.Δ.: Και αυτός και άλλοι. Το θέμα δεν είναι μόνο η ποπ, αλλά και η πιο φιναρισμένη και εκλεπτυσμένη μουσική, αυτό που αποκαλούμε έντεχνο. Ζει πλέον στη σκιά της σκυλοπόπ. Ακολουθεί πιστά τις ίδιες τακτικές για να μπορέσει να επιβιώσει. Τα περισσότερα τραγούδια του έντεχνου είναι «κατασκευασμένα». Όχι ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις.

Όταν μιλάτε για τακτικές αναφέρεστε φαντάζομαι και στις συνεργασίες έντεχνων τραγουδιστών με λαϊκούς.

Μ.Δ.: Φυσικά. Οι έντεχνοι καλλιτέχνες αισθάνθηκαν απειλημένοι από όλο αυτό που συνέβαινε, την επιτυχία δηλαδή των λαϊκοπόπ τραγουδιών. Έκαναν αυτές τις παράδοξες επιλογές για να επιβιώσει η εικόνα τους κι όχι οι ίδιοι. Προβλήματα επιβίωσης, με την οικονομική έννοια, δεν έχουν. Ορισμένοι τα έχουν λύσει εδώ και δεκαετίες. Η απειλή όμως ότι μπορεί να μη μετράει η εικόνα τους τούς έκανε όχι μόνο να σωπάσουν σε όλο αυτό που έβλεπαν να συμβαίνει, αλλά και να συμπράξουν σε μια Ιερά Οδό.

Τα τελευταία χρόνια είδαμε και άλλου είδους συμπράξεις: χιπ χοπ καλλιτέχνες να συνεργάζονται με λαϊκούς ή ποπ.

Μ.Δ.: Μην μπερδευόμαστε. Δεν κάνουν χιπ χοπ αυτοί. Ακολουθούν μια μόδα που εκμεταλλεύεται αυτό που αποκαλούμε χιπ χοπ, με το οποίο όμως δεν έχουν καμία σχέση. Το χιπ χοπ άλλωστε έχει πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα. Δεν με προβληματίζουν όμως αυτά τα παιδιά. Από πριν έχω διακρίνει τι περίπου είναι ο καθένας και τι δυνατότητες έχει. Με βάζουν σε σκέψεις οι «άλλοι», που είναι άνθρωποι με ταυτότητα και τελικά μικραίνουν με τις επιλογές τους.

Εσείς θα πηγαίνατε στην Ιερά Οδό αν σας έκαναν μια δελεαστική προσφορά;

Μ.Δ.: Μου έχουν προσφέρει τρελά λεφτά, 5.000 ευρώ! Έβαλα όμως τα γέλια. Γιατί το όνομα με το οποίο θα συνεργαζόμουν ήταν τελείως ασύμβατο με όλα όσα έχω υποστηρίξει μέσα από τη μουσική μου. Αν το έκανα θα γινόμουν μια σχιζοειδής προσωπικότητα, Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ. Μια τέτοια εκπόρνευση θα μου γύριζε μπούμερανγκ. Θα αρρώσταινα.

Πώς νιώθετε που η μουσική σας απευθύνεται σε μια γενιά που δεν έχει μάθει να αγοράζει cd;

Μ.Δ.: Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν παιδιά που δεν γνωρίζουν ότι η μουσική πωλείται. Θεωρούν ότι είναι παροχή, σαν το νερό που τρέχει από τη βρύση. Η νοοτροπία του downloading όμως έχει επιδράσεις και στην ψυχολογία τους. Αυτά τα παιδιά, ασυνείδητα, διαπράττουν πνευματική κλοπή. Όταν μετά από χρόνια βρεθούν σε έναν εργασιακό χώρο, θα μπουν και στον πειρασμό των υποκλοπών, της κομπίνας και της πλαστογραφίας. Το downloading τους δημιουργεί και την ψευδαίσθηση ενός κοινωνικού στάτους. Ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος έχει περισσότερα Giga στο mp3 τους, που φυσικά δεν έχουν ακούσει. Εμείς κάποτε αγοράζαμε βινύλια και τα λιώναμε. Σήμερα ρωτάς κάποιον τι μουσική ακούει και σου απαντά «τα πάντα».

Αυτό δεν μπορεί να είναι και ένα δείγμα υγείας, ότι έχει ανοιχτές τις κεραίες στη μουσική;

Μ.Δ.: Θα το πω διαφορετικά. Αν ρωτήσεις έναν πιτσιρικά τι μουσική του αρέσει και πάλι «τα πάντα» θα απαντήσει. Εννοείται ότι από τη στιγμή που έχουμε ένα ζευγάρι αυτιά ακούμε τα πάντα. Από τα κομπρεσέρ μέχρι τα πουλιά που τιτιβίζουν. Δεν μας αρέσει όμως ό,τι φτάνει στ’ αυτιά μας. Δεν γίνεται να πηγαίνεις σε μία συναυλία και μετά στα μπουζούκια. Δείχνει μια σύγχυση. Γιατί δηλαδή σεξουαλικά έχουμε μια επιλογή; Επίσης, γιατί επιλέγουμε μια συγκεκριμένη θρησκεία; Με την ίδια λογική ξεχωρίζουμε και ορισμένα είδη μουσικής.

Η ηλεκτρονική μουσική ωστόσο παραμένει παρεξηγημένη. Μήπως φταίει και το ότι συνδυάστηκε με τα ναρκωτικά;

Μ.Δ.: Δηλαδή η ροκ δεν συνδυάστηκε μ’ αυτά; Ο Τζιμ Μόρισον, η Τζάνις Τζόπλιν και ο Κερτ Κομπέιν από τι πέθαιναν; Από πρέζα. Πάντοτε οι άνθρωποι έπαιρναν ναρκωτικά. Δεν ξέρω ποια ήταν η χρήση τους σε μυστικιστικές συγκεντρώσεις αρχαίων πολιτισμών, όπου υποτίθεται ότι οι άνθρωποι τα έπαιρναν για να επικοινωνήσουν με το θείο κομμάτι του εαυτού τους ή για να κάνουν σεξουαλικά όργια. Υπάρχει όμως και η άλλη διάσταση. Τα ναρκωτικά είναι απολύτως ελεγχόμενα από τους κρατικούς μηχανισμούς γιατί επιφέρουν τρελά κέρδη. Δεν είναι δυνατόν να κατεβαίνω τη Σοφοκλέους και την Ευριπίδου και να βλέπω τους τοξικομανείς και ακριβώς δίπλα τους την αστυνομία να κάθεται. Όσον αφορά την ηλεκτρονική μουσική, όντως συνδέθηκε με τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα τις χημείες και τα «έκσταση». Εγώ ποτέ δεν έπαιρνα ναρκωτικά κι ας φαίνεται σε κάποιους περίεργο. Η μουσική βιομηχανία ήταν ανέκαθεν συνυφασμένη με την drug culture. Νομίζετε ότι εξαιρούνται οι έντεχνοι τραγουδιστές; Οι περισσότεροι βγαίνουν να τραγουδήσουν φτιαγμένοι.

Τώρα που, όπως όλα δείχνουν, κλείνει ο κύκλος της λαϊκοπόπ και του σκυλάδικου, θα μπορέσει ο Έλληνας να απεξαρτηθεί από το τσιφτετέλι, το λάιφσταϊλ και το ξανθό οξυζενέ της τηλεόρασης; Μήπως η οικονομική κρίση μας οδηγήσει και σε ξεσκαρτάρισμα;

Μ.Δ.: Δεν νομίζω ότι ο Έλληνας μπορεί να αποτραβηχτεί από όλα αυτά. Τον έχουν ξεμπροστιάσει οι επιλογές του. Συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου. Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να λειτουργήσουμε σπασμωδικά και να πέσουμε πιο βαθιά στον πάτο.

Δηλαδή ο πάτος δεν έχει τέλος;

Μ.Δ.: Όχι. Έχει και χειρότερα από κάτω.

Είστε πολύ απαισιόδοξος.

Μ.Δ.: Είμαι απλά ρεαλιστής. Είναι βέβαια νωρίς για να δούμε τα αποτελέσματα. Θα φανεί μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Έτσι όμως όπως έχουμε μάθει να ζούμε είναι δύσκολο να αποκτήσουμε μια πιο ουσιαστική σχέση με την καθημερινότητά μας. Αναρωτιέμαι πώς μπορούμε να θεραπεύσουμε την κατάθλιψή μας.

Μήπως πηγαίνοντας στον ψυχίατρο;

Μ.Δ.: Αν ο μέσος Έλληνας συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να πάει σε ψυχολόγο, εγώ θα κάνω τριήμερη συναυλία-γιορτή. Ο Έλληνας όμως ακούει τη λέξη ψυχίατρος και τρομάζει γιατί αισθάνεται ότι τον έπιασαν στα... πράσα.

Δεν νομίζετε ότι η ψυχανάλυση έχει απενοχοποιηθεί και μάλιστα έχει γίνει της μόδας; Δεν θεωρείται τρέντι να πηγαίνεις σε ψυχίατρο;

Μ.Δ.: Δεν έχει απενοχοποιηθεί όπως στην Αμερική. Τέλος πάντων, ψυχικά και ο Έλληνας έχει τις ίδιες ανάγκες με όλους. Γι’ αυτό και κάποια στιγμή, όταν νιώσει ότι δεν πάει άλλο, αντιδρά και επαναστατεί. Το είδαμε πέρυσι.

Αναφέρεστε στις εξεγέρσεις των νέων πέρυσι τον Δεκέμβριο;

Μ.Δ.: Ναι. Δεν λέω ότι είναι λύση να καεί η Αθήνα. Ίσα ίσα που είναι πολύ πρωτόγονη μορφή αντίδρασης. Τουλάχιστον όμως είναι μια αντίδραση. Δεν κρίνω αν είναι καλή ή κακή. Αναρωτιέμαι ωστόσο μήπως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Γενικά πάντως έχουμε βουλιάξει σε μια σιωπή. Πρέπει να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από μια πλασματική ύπαρξη που μας επέβαλε το σύστημα. Λένε ότι η Lady Gaga ή η Madonna είναι κατασκευασμένοι σταρ. Ο Έλληνας τι είναι; Μόνο που αυτός ενώ θέλει να είναι σταρ είναι μόνο κατασκευασμένος. Ένα απλό υποκατάστατο. Ψοφάει για εικόνα και τηλεόραση. Το στρας ξεγελά και κρύβει τα πραγματικά του αισθήματα. Ο Έλληνας κατά βάθος νιώθει μοναξιά και είναι απαρηγόρητος.

Σας έχουν τρομοκρατήσει τα μέτρα λιτότητας, οι περικοπές στις συντάξεις και στο ασφαλιστικό σύστημα;

Μ.Δ.: Καθόλου, παρ’ όλο που φέτος ήταν μια δύσκολη οικονομική χρονιά για μένα, όπως και για όλους. Νομίζω όμως ότι όλο αυτό λειτουργεί θετικά, γιατί με ξεβολεύει και με ωθεί στο να βρω νέους τρόπους για να επιβιώσω με αξιοπρέπεια. Αλλά δεν τρομάζω γιατί τα έχω καλά με τον εαυτό μου. Αν χρειαζόταν θα μπορούσα να κάνω μια άλλη δουλειά για ένα διάστημα. Βέβαια, αν μου τη δώσει και πετάξω το πιάτο με τα μακαρόνια στη μούρη του πελάτη, αυτό είναι άλλο θέμα. Είμαι εργατόσκυλο. Δεν θα είχα πρόβλημα να σερβίρω σε ένα μπαρ. Θα γούσταρα κιόλας. Γιατί εγώ οδηγώ την εικόνα μου κι όχι αυτή εμένα. Άλλοι μπορεί να μην το έκαναν. Παίζουν ρόλο οι ανασφάλειές μας. Γι’ αυτό τα επαγγέλματα που επιλέγουμε δεν είναι τυχαία. Μας δίνουν κοινωνικό στάτους και καταξίωση. Έχουμε φάει την απόρριψη με το κουτάλι, από τότε που γεννηθήκαμε. Κι εγώ το ίδιο και προφανώς θα φάω κι άλλη.

Πιστεύετε ότι ως κοινωνία έχουμε ξεπεράσει τα ταμπού όσον αφορά τα ζητήματα ομοφυλοφιλίας, ώστε ένα κομμάτι όπως το «She is a Boy» που περιλαμβάνεται στο «Tech Me Away» ή ταινίες σαν τη «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα να μη σοκάρουν;

Μ.Δ.: Ναι. Το ’80 που ήμουν έφηβος θυμάμαι ότι η κοινωνία ήταν πιο τρομαγμένη. Όχι ότι έχουμε την ιδανική εξέλιξη σε σύγκριση με άλλες χώρες που είναι πιο χαλαρές με αυτά τα θέματα. Με ενοχλεί όμως που εδώ και χρόνια προωθείται έντονα, ιδιαίτερα από τα μίντια, μια καρικατούρα του ομοφυλόφιλου. Από την ιδιωτικοποίηση της τηλεόρασης κι έπειτα εμφανίστηκε ο χαρακτήρας του ομοφυλόφιλου που μιλάει και κινείται με θηλυπρέπεια. Κανείς ωστόσο δεν έχει κάνει ένα αφιέρωμα στους πνευματικούς ανθρώπους που ήταν ομοφυλόφιλοι. Γιατί στην Ελλάδα ομοφυλόφιλος θεωρείται ακόμα ο Ντιντής, ο τοιούτος, η κομμώτρια του Λαζόπουλου. Δεν έχουν την εντιμότητα να αναφερθούν στο γεγονός ότι πολλοί πνευματικοί άνθρωποι ήταν ομοφυλόφιλοι.

Δεν θα έπρεπε προηγουμένως να ξεκινήσουμε από κάτι άλλο, δηλαδή τα δημόσια πρόσωπα να παραδέχονται ανοιχτά την ομοφυλοφιλία τους;

Μ.Δ.: Ακόμα και οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών δεν έχουν απενοχοποιήσει τη σεξουαλικότητά τους. Και κανείς δεν έχει βγει να πει ότι η εικόνα των ομοφυλόφιλων στην τηλεόραση είναι ένα κακόγουστο αστείο. Ποιος πολιτικός θα δήλωνε τη σεξουαλική του ταυτότητα ανοιχτά; Την επόμενη μέρα θα έχανε τη θέση του.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Η ομοφυλοφιλία έχει γίνει και τρέντι.

Μ.Δ.: Στα σίριαλ πάντως δεν έχει εμφανιστεί ποτέ ένας ομοφυλόφιλος που να έχει ένα είδος ανδροπρέπειας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι από αυτούς που γράφουν τέτοια σενάρια είναι οι ίδιοι ομοφυλόφιλοι.

Και πώς το εξηγείτε αυτό;

Μ.Δ.: Στο ότι είναι βαθύτατα ενοχικοί. Μόνο η Μυρτώ Κοντοβά στα «Υπέροχα πλάσματα» είχε παρουσιάσει έναν διαφορετικό χαρακτήρα, που δεν ήταν δηλαδή τόσο καρικατούρα όσο του Λαζόπουλου. Αλλά νομίζω ότι θα αλλάξουν κι άλλο τα πράγματα. Γνωρίζω νέα παιδιά ομοφυλόφιλους που δεν φοβούνται να το ομολογήσουν στους γονείς τους, κάτι που δεν γινόταν παλιότερα. Εν πάση περιπτώσει, όλες αυτές οι προκαταλήψεις για τα σεξουαλικά ζητήματα είναι ακλόνητες σκοταδιστικές πεποιθήσεις που μας πέρασε στο DΝΑ η Εκκλησία, η οποία είναι η ίδια βουτηγμένη στην ομοφυλοφιλία. Οι περισσότεροι που μπαίνουν στον κλήρο το κάνουν για να εξιλεωθούν για τη δική τους «αμαρτία». Το πρωί καταγγέλλουν με επιστολές την ομοφυλοφιλία και το βράδυ κάνουν αυτά που κάνουν. Γραμματείς και φαρισαίοι. Για να είμαι όμως δίκαιος, γνωρίζω ότι υπάρχουν λαϊκές γυναίκες, αγράμματες, του χωριού, που κάνουν το τραπέζι στον ομοφυλόφιλο γιο τους και στον σύντροφό του. Αυτά πάντως που έχουν τραβήξει οι ομοφυλόφιλοι τα έχετε ζήσει και εσείς οι γυναίκες επί αιώνες και δεκαετίες. Γιατί αν δει η γειτονιά να μπαίνουν στο σπίτι σας δύο άντρες, αμέσως θα σας χαρακτηρίσει πουτάνες. Ο Έλληνας είναι σεξουαλικά τρομοκρατημένος και μισεί το σώμα του. Θέλει πολλή δουλειά για να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά. Γενικά, η κοινωνία μας θέλει πολλή δουλειά. Ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αν, όπως λέει και ο τραγουδιστής των Antony and the Johnsons, κυβερνούσαν οι γυναίκες.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.