16/12/2018 04:41:39
3.5.2010

Θέατρο: Low budget stories

Θέατρο: Low budget stories  - Media

Αυτό είναι το νέο θεατρικό λάιφσταϊλ; Τέσσερις υγιείς περιπτώσεις καλλιτεχνών τού «κάνω θέατρο με τη λάσπη» εξηγούν γιατί δεν φοβούνται την οικονομική κρίση, αφού δεν είδαν ποτέ το χρώμα του χρήματος

Μια φορά κι έναν καιρό ο ηθοποιός κλειδωνόταν στο καμαρίνι του μία ώρα πριν από την παράσταση προκειμένου να κολυμπήσει στα τρίσβαθα του ρόλου, να αυτοσυγκεντρωθεί παραδομένος σε έναν εσωτερικό μονόλογο, προτού ηχήσει το τρίτο κουδούνι και αναμετρηθεί με κοινό και σανίδι. Προσγειωμένες στο πενιχρό σήμερα, οι νεανικές ομάδες δεν έχουν την πολυτέλεια της αυτοσυγκέντρωσης, αλλά την υποχρέωση της αυταπάρνησης. Πηγαίνουν στο θέατρο τρεις ώρες πριν από την ώρα έναρξης για να σκουπίσουν, να σφουγγαρίσουν, να απαντήσουν στα τηλέφωνα του ταμείου, να κόψουν εισιτήρια και να οδηγήσουν τους θεατές στις θέσεις τους. Τα σκηνικά είναι χειροποίητα ή ευγενική προσφορά από το καθιστικό κάποιου, το ΙΚΕΑ και τα παλιατζίδικα της πλατείας Αβησσυνίας. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά ξεπηδούν ενδιαφέρουσες δουλειές, που βάζουν τα γυαλιά σε πλουσιοπάροχες παραγωγές. Τέσσερις εκπρόσωποι της πολύπαθης νέας γενιάς δημιουργών εξηγούν γιατί οι ηθοποιοί δεν απειλούνται τόσο από την οικονομική κρίση και μας μυούν στις χαρές της θεατρικής... ανακύκλωσης.

Γιάννης Σαρακατσάνης: «Πηγαίναμε σε παζάρια και ψάχναμε κοστούμια». Πάνε πέντε χρόνια από τότε που η Ομάδα Abοvo πήγε για πρώτη φορά στην... κόλαση και μας πήρε μαζί της. Η εξ-αιρετική παράσταση «Εκεί εκεί στην κόλαση» παίχτηκε για πρώτη φορά το 2005 και από τότε έγινε το σήμα-κατατεθέν τους. Μία δαιμόνια συρραφή ξεκαρδιστικών σκετς, μέσα από τα οποία σατιρίζεται η σχέση μας με την πίστη, την Εκκλησία, τον Θεό και φυσικά τον Διάβολο. Το σουξέ της ήταν τόσο μεγάλο που δεν πέρασαν απαρατήρητοι από την καλή νεράιδα των επιχορηγήσεων. Όπως άλλωστε παραδέχεται ο αρχηγός της ομάδας Γιάννης Σαρακατσάνης, «έχουμε εισπράξει από το Υπουργείο 93.000 ευρώ και μας χρωστάνε και άλλες 3.000». Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Οι Abovo έχουν σκληραγωγηθεί και σε πέτρινα χρόνια. Η αρχική εκδοχή του σκηνικού της «Κολάσεως» είχε ένα έπιπλο που έμοιαζε με κουτί, το οποίο ήταν μέρος του καθιστικού που είχε στο σπίτι της η ηθοποιός και μέλος της ομάδας Μαρία Μπαλούτσου. Αυτό λοιπόν το έπιπλο, με το «αντιθεατρικό» ξύλο κερασιάς, χρησιμοποιήθηκε σαν πολυεργαλείο: συμβόλιζε το δέντρο, το όρος Σινά, την κολυμπήθρα, ήταν παρόν σε κάθε σκηνή. Ώσπου ένας θεατής έδωσε μία πιο ευφάνταστη λύση: «Αφού είστε στην κόλαση, χρειάζεστε ένα καζάνι». Προερχόμενα από το School of Physical Theater του Λονδίνου, πολλά από τα μέλη της ομάδας έχουν μάθει να προσεγγίζουν ένα έργο με μίνιμαλ σκηνικά, από άποψη και όχι από ανέχεια. «Όταν σπουδάζαμε στην Αγγλία πηγαίναμε σε παζάρια και ψάχναμε κοστούμια. Από εκεί αγόρασα με 4 λίρες το πράσινο σακάκι που φορούσα και φοράω κάθε φορά που ξαναπαίζουμε την “Κόλαση”. Αυτό θα πει απόσβεση!», λέει ο Γ. Σαρακατσάνης. Κι αφού είναι ούτως ή άλλως της άποψης ότι από το τίποτα, σε ένα μαύρο φόντο, μπορείς να κάνεις τον θεατή να ταξιδέψει, θεωρεί ότι όσο πιο λίγα σκηνικά υπάρχουν τόσο πιο ελεύθερος αισθάνεσαι: «Κάθε φορά που βλέπω εξωφρενικά μπάτζετ για σκηνικά αισθάνομαι ότι υπάρχει μία αποτυχία από πίσω. Γι’ αυτό και αν ξαφνικά μου έδιναν πολλά χρήματα θα τα έδινα όλα στους ηθοποιούς. Αυτοί είναι η πεμπτουσία της παράστασης. Ακόμη και ο πιο κομπλεξικός θεατής δεν θα πειραχτεί αν δει μια ειλικρινή δουλειά σε ένα φτωχό σκηνικό». Κι ενώ το μπάτζετ της «Κόλασης» ήταν μόλις 450 ευρώ, το 2007 που η παράσταση απογειώθηκε τους έφερε κέρδη στο ταμείο της τάξης των 10.000 ευρώ. Πέρυσι κι εφέτος παρουσίασαν το «Μαμά Ελλάδα 2», με έναν κίονα-πολυεργαλείο που κόστισε όσο ολόκληρο το μπάτζετ της «Κόλασης». Αυτή τη φορά, χρειάστηκε να δώσουν κάτι παραπάνω και για τα πολυάριθμα κοστούμια (2.000 ευρώ). Όσο για την κρίση: «Ίσως είναι καλό που φεύγει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας. Θα επιβιώσει όποιος έχει προϊόν. Τόσα χρόνια στην Ελλάδα ζούσαμε λες και είχαμε κερδίσει το λαχείο και ξαφνικά καταλάβαμε ότι ήμασταν με δανεικά. Όλα πλέον κρίνονται. Οι επιλογές μας, οι ζωές μας, γιατί κάνουμε αυτό το επάγγελμα, αν είμαστε διατεθειμένοι να το κάνουμε τζάμπα. Αν για παράδειγμα, από όλον αυτόν τον πανικό επιβιώσει μόνο ο Σεφερλής, κάτι λέει για το ποιοι είμαστε. Παρεμπιπτόντως, πήγα στο Δελφινάριο να... κατασκοπεύσω και είχε 1.200 θεατές. Και ο Σεφερλής δεν είναι ατάλαντος, έχει πολύ καλή επαφή με το κοινό, το υλικό του όμως είναι φτηνό. Τότε σκέφτηκα ότι ίσως ένα μέρος του κοινού θα μπορούσε να έρθει να δει το «Μαμά Ελλάδα» – κι εμείς επιθεώρηση κάναμε, αλλά άλλου τύπου. Αλλά μόνο που θα έβλεπαν τα γκράφιτι έξω από το Θέατρο Χώρα θα τους έπιανε σύγκρυο και δεν θα πάταγαν το πόδι τους».

Γιώργος Νανούρης: «Είμαστε προπονημένοι στην κρίση». Ο γυναικείος μονόλογος «Η πέτρα της υπομονής», που ο Γιώργος Νανούρης παρουσίασε με επιτυχία στο Θέατρο Χώρα, ήταν one man show από άποψη υλοποίησης. Και ο προϋπολογισμός της παράστασης μόλις 200 ευρώ. «Οι περισσότερες δουλειές στο θέατρο είναι low budget από ανάγκη. Όμως, τελικά μαθαίνεις περισσότερα μέσα από αυτό, βρίσκεις λύσεις, γίνεσαι πιο εφευρετικός», λέει ο δημιουργός, που εκτός από τη σκηνοθεσία υπογράφει τα φώτα, τα σκηνικά και τα κοστούμια. Έψαξε στην αποθήκη του θεάτρου και ξετρύπωσε διάφορα πράγματα που του χρησίμευσαν: το κρεβάτι από την παράσταση «Misery», μερικά πατάρια που χρησιμοποιούνται ως καρέκλες θεατών στην κεντρική σκηνή, τραπεζάκια από την ταράτσα βάφτηκαν και έγιναν σαν καινούργια. «Η ανακύκλωση είναι μεγάλη υπόθεση σε τέτοιες περιπτώσεις» τονίζει. Το μόνο που αγοράστηκε ήταν ένα κομμάτι ύφασμα που βοήθησε σε μία προβολή και το φόρεμα της ηρωίδας. «Το ζητούμενο είναι να μη φωνάζει φτηνό, κανείς να μην είναι σε θέση να το καταλάβει. Είναι θέμα αισθητικής. Έχω δει πολύ φτηνιάρικες “ακριβές παραγωγές”». Θεωρεί ότι οι καλλιτέχνες είναι προπονημένοι, έχουν... προϋπηρεσία στην κρίση. «Κάνουμε μια δουλειά που κάθε έξι μήνες μας αφήνει άνεργους. Οπότε η κρίση μας είναι οικεία». Μία άλλη παράστασή του, το «Εδώ» που παρουσιάστηκε στο χώρο Κ44, δεν κόστισε ούτε 200 ευρώ: «Εκεί δεν είχαμε καν φώτα και από ανάγκη χρησιμοποιούσαμε φακούς για να φωτίζουμε τα πρόσωπά μας, γεγονός που τελικά αποτέλεσε και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης». Κι αν ξαφνικά βρισκόταν με πολλά χρήματα και από... συγκεντρωτικός Ναπολέων καλούνταν να μοιράσει αρμοδιότητες; «Ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσα. Ίσως στην αρχή να μου κακοφαινόταν. Δουλεύω πολύ μόνος μου, όχι επειδή είμαι ερημίτης αλλά επειδή δεν έχω το θράσος να πω σε κάποιον “έλα να δουλέψεις χωρίς λεφτά”. Οδεύοντας λοιπόν μοιραία σε ένα είδος καλλιτεχνικού ιδρυματισμού, έρχονται στιγμές που αναρωτιέμαι πώς θα ήταν άραγε αν είχα βοηθό;».

Κώστας Γάκης: «Από το low budget στο no budget». «Λαέ της Αθήνας...» ήταν η πρώτη ατάκα εκτός έργου που βγήκε από τα χείλη του Κώστα Γάκη, στη θέα λιγοστών φίλων που είχαν έρθει να δουν και να στηρίξουν την «Κατσαρίδα», προτού ακόμη γίνει θεατρικό σουξέ. Η παράσταση που υπέγραφε με τον επιστήθιο φίλο του Βασίλη Μαυρογεωργίου αρχικά στηριζόταν στην καλή πρόθεση συγγενών, κολλητών, αλλά και... φίλων από το Δημοτικό, στη λογική τού «γεια, δεν ξέρω αν με θυμάσαι, ανεβάζω μια παράσταση, έλα αν θες». Το κοινό δεν άργησε να διαισθανθεί αυτή τη φρέσκια πρόταση. Και οι δύο θεωρούν ότι το σώμα του ηθοποιού είναι επαρκές και με ελάχιστα σκηνικά μέσα μπορείς να δώσεις στον θεατή συγκίνηση. Στους καιρούς κρίσης όμως κάποιοι το παρακάνουν, όπως επισημαίνει ο Κώστας Γάκης: «Επειδή είμαστε γνωστοί στο χώρο ως... οικονομική λύση, μιας και μπορούμε να κάνουμε παράσταση έστω με μία καρέκλα, τώρα κάποιοι περιμένουν να πληρώσουμε από την τσέπη μας και αυτή τη μία καρέκλα. Από το low budget περνάμε ξαφνικά στο no budget. Πάει να γίνει σαν φιλανθρωπία για τους επιχειρηματίες, να τους διευκολύνουμε κι από πάνω». Οι πρόβες της θρυλικής πλέον «Κατσαρίδας» πραγματοποιούνταν πότε στο σπίτι του Γάκη και πότε στου Μαυρογεωργίου. Χρησιμοποιούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. «Θέλουμε αυτό που ζούμε στο σπίτι να το μεταφέρουμε και στη σκηνή». Αυτή η παιδικότητα διακρίνει τις δουλειές τους, όπως, για παράδειγμα, η εφετινή παράσταση του Γάκη «Ο διχοτομημένος υποκόμης»: Τρεις κοινές καρέκλες γίνονται ποτάμι, θρόνος, βελανιδιά και ό,τι άλλο μπορείς ή δεν μπορείς να φανταστείς. Όσο για τα λοιπά έξοδα; Στο επιτυχημένο ραδιοφωνικό σποτάκι ακούμε ένα καλλίφωνο κοριτσάκι να τραγουδά. «Ήμασταν πολύ τυχεροί μιας και η κόρη του φωτιστή τραγουδά υπέροχα! Πάντα ποντάραμε στην οικογενειακή ατμόσφαιρα». Όσο για του χρόνου, ετοιμάζει στο βασικό θεατρικό του σπίτι (Θέατρο του Νέου Κόσμου, Δώμα) μία παράσταση που έχει να κάνει με σκοτεινά θέματα, όπως η λαγνεία και οι καταπιεσμένες ορμές. Και πάλι η πρόβα σε σπίτι είναι η πιο συμφέρουσα, αλλά και δημιουργική λύση: «Οργανώσαμε την πρόβα σε όλα τα δωμάτια ενός σπιτιού και τελικά κάπως έτσι θα θέλαμε να δομήσουμε το έργο και επί σκηνής. Και εκτός σπιτιού, άλλος αγαπημένος σκηνικός χώρος είναι η ελληνική ηλιοφάνεια. Πηγαίνουμε στην Αρεοπαγίτου, μας χτυπά ο ήλιος και ο αέρας και τα πράγματα συμβαίνουν από μόνα τους, χωρίς κάποιος να σου ζητά νοίκι».

Γιάννης Καλαβριανός: «Σκούπα κάνω, φώτα δεν κάνω»: «Θέλετε να παραγγείλετε κάτι για να κατασκευαστεί;». Σε αυτήν την απλή ερώτηση του Φεστιβάλ Αθηνών ο αρχηγός της ομάδας Sforaris Γιάννης Καλαβριανός βραχυκύκλωσε. Μαθημένος εδώ και πέντε χρόνια στο να ξαναχρησιμοποιεί σκηνικά και να μεταποιεί κοστούμια, αυτή η ξαφνική προσφορά για κάτι μη χειροποίητο αλλά έτοιμο ενόψει της παράστασης «Παραλογές ή μικρές καθημερινές τραγωδίες», που θα δούμε στην Πειραιώς 260 τον Ιούνιο, τον ξεπερνούσε. Ο ίδιος συμπυκνώνει τον όρο low budget στην ανακύκλωση αντικειμένων και στο ότι οι συντελεστές δεν αμείβονται: «Κάθε παράσταση νομίζεις πως την επόμενη φορά θα είναι κάπως αλλιώς. Δουλεύεις πολλαπλάσια, λέγοντας στον εαυτό σου και στους συνεργάτες σου ότι η αμοιβή ΘΑ έρθει». Η πρώτη του παράσταση «Εγώ είμαι το Θείο Βρέφος» ανέβηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και κόστισε 12.500 ευρώ. Τόσο εκεί, όσο και στις περυσινές «Πρακτόρισσες» –που κόστισαν 31.000 ευρώ και ακόμα χρωστάνε– πλήρωναν το ΙΚΑ τους κανονικά. Προτιμούν να ψάξουν πολυθρόνες σε παλαιοπωλεία παρά να υποκύψουν άνευ όρων στη... μάστιγα του ΙΚΕΑ. «Όλα τα σκηνικά στην Ελλάδα θυμίζουν σουηδικά εξοχικά. Το ανέκδοτο μεταξύ των σκηνογράφων είναι “ΟΚ, θα βάλουμε ΙΚΕΑ, αλλά όχι τα πολύ χτυπητά κομμάτια, για να μη μας καταλάβουν”». Οι ηθοποιοί μοιράζουν αρμοδιότητες και κάνουν μόνοι τους όσες δουλειές μπορούν, αφισοκόλληση, ταξιθεσία, καθαρίζουν το θέατρο και κάθονται εκ περιτροπής στο ταμείο. Τη σκηνογραφία και τον φωτισμό όμως τα αφήνουν στους ειδικούς: «Δεν είσαι σαρανταποδαρούσα, ούτε η Λερναία Ύδρα του Θεάτρου, κάθε κεφάλι και ειδικότητα. Σκούπα κάνω. Φώτα δεν κάνω. Ξεσκονόπανο ναι, σκηνικά όχι. Έκαστος στο είδος του». Όσο για την αποδοχή του κοινού, «όταν κάτι γίνεται καλά το κοινό το αποδέχεται. Και το υπερθέαμα στο Badminton και το χειροποίητο θέατρο». Η ομάδα του Γιάννη Καλαβριανού δεν έχει τύχει μέχρι στιγμής κάποιας επιχορήγησης: «Το πιο πρόστυχο είναι ότι και οι επιχορηγούμενοι κάνουν χειροποίητες παραστάσεις, δήθεν από άποψη. Είναι γελοίο να είσαι επιχορηγούμενος και να κάνεις θέατρο με δύο άτομα και ένα σκαμπό. Ο Λόπε ντε Βέγα είχε κάποτε πει ότι το μόνο που χρειάζεται το θέατρο είναι δύο ηθοποιούς, τρία σανίδια και ένα πάθος. Κάποιοι το πήρανε τοις μετρητοίς». Και ως συνήθως, το αθάνατο ελληνικό δαιμόνιο επενδύει στην απόγνωση των νεανικών ομάδων που ψάχνουν φτηνούς χώρους. «Οι επιχειρηματίες είναι παμπόνηροι. Δημιούργησαν σκηνές γι’ αυτό ακριβώς το target group. Ο καθένας πήρε ένα ισόγειο και το έκανε θέατρο, για να καλύψει την υπερπροσφορά των άστεγων ομάδων. Κι έτσι, βρίσκεσαι να παίζεις κάτω από ένα υπόστεγο, μέσα σ’ ένα παπούτσι, πάνω σ’ ένα χαρτόκουτο. Χώροι επικίνδυνοι στην πλειονότητά τους, που αν πιάσει καμιά φωτιά θα καούμε σαν τα ποντίκια». Επίσης, θεωρεί ότι το low budget τείνει να γίνει μόδα. «Τυλίχθηκε κι αυτό σε συσκευασία δώρου, έγινε προϊόν μάρκετινγκ. Το εισιτήριο κοστίζει 10 ευρώ, αλλά το ποτό στο μπαρ με το πλαστικό ποτηράκι κάνει επτά ευρώ! Τι συμβαίνει; Το μπαρ δεν είναι εναλλακτικό; Το low budget έγινε λάιφσταϊλ. Είναι σημαντικό όμως να μην κάνεις τον πενιχρό προϋπολογισμό σου σημαία. Αν πας να εμπορευτείς το «εμείς είμαστε διαφορετικοί επειδή είμαστε φτωχοί», το ’χεις χάσει το παιχνίδι. Δεν είναι καθεστώς Γκροτόφσκι, κοινόβιο, ταμένοι. Αν μας προκύψει να κάνουμε μία διαφήμιση θα τρέξουμε. Σε τελική ανάλυση, ποιος είπε σε όλους αυτούς ότι οι νέοι θεατρόφιλοι θέλουν να βλέπουν την παλιά σου βερμούδα και το φελιζόλ; Δεν είναι όλα θέατρο. Ευτυχώς».

Ειρήνη Σαγιά

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.