18/11/2018 05:11:45

Do it yourself

Do it yourself - Media

Ολοένα και περισσότεροι ηθοποιοί κάθονται στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Άλλοι το κάνουν από καλλιτεχνική ανάγκη, άλλοι εξαιτίας της κρίσης, άλλοι για να δοκιμαστούν. Μερικούς, βέβαια, τους πιάνει «σκηνοθετίτιδα» μόνο και μόνο επειδή ανέβασαν ένα έργο

Πολλά έχουν ειπωθεί για το φετινό πρόγραμμα του Ελληνικού Φεστιβάλ, το οποίο ο Γιώργος Λούκος σκάρωσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Αυτό που διακρίνουμε είναι μια διάθεσή του να εναποθέσει πολλά στους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου. Κι αυτό που ξεχωρίζει στις θεατρικές παραγωγές, πέρα από τους κλασικούς φορείς – Εθνικό, ΚΘΒΕ, ΘΟΚ –, είναι ότι σε αρκετές παραστάσεις τα ηνία της σκηνοθεσίας αναλαμβάνουν ηθοποιοί.
Ο Νίκος Χατζόπουλος μαζί με τον Ακύλλα Καραζήση σκηνοθετούν το «Έρωτας και ραδιουργία» του Σίλερ, η Λένα Κιτσοπούλου τη «Μονομαχί» του Κλάιστ, η Μαριλίτα Λαμπροπούλου τη «Λάθος κίνηση» που βασίζεται στη «Σκακιστική νουβέλα» του Τσβάιχ, η Μαρία Πρωτόπαπα την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη και η Νατάσσα Τριανταφύλλη την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή – ενώ για πρώτη φορά σκηνοθετεί ο Διονύσης Σαββόπουλος και μάλιστα «Πλούτο». Εκτός Φεστιβάλ το βάπτισμα του πυρός παίρνει και η Θάλεια Ματίκα στο «Λαμπέτη» με την κωμωδία «Ω, τι κόσμος γιαγιά», στην οποία πρωταγωνιστεί η Άννα Παναγιωτοπούλου.

«Σαν να είμαι απέξω και να το βλέπω»
Για παράδειγμα είναι σχεδόν ξεχασμένο – μια και τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν υπέρλαμπρα πολύ περισσότερο πάνω στους ηθοποιούς και ειδικά αν παίζουν και στην τηλεόραση, παρά στους σκηνοθέτες – ότι η Μαριλίτα Λαμπροπούλου ξεκίνησε την καριέρα της στο θέατρο ως σκηνοθέτρια (με τρεις παραστάσεις στο «Αμόρε», την «Ψυχολογία Συριανού Συζύγου» του Ροΐδη το 1999, τον «Επιστάτη» του Πίντερ το 2000 και το «Καληνύχτα» της Μ. Σκαφτούρα το 2001) κι έπειτα έπαιξε και ως ηθοποιός. «Πάντα είχα ειδικό ενδιαφέρον για τη σκηνοθεσία, από τότε που σπούδαζα θεατρολογία στην Πάτρα. Εκεί καθηγητής μου ήταν ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και έπειτα συνεργάστηκα μαζί του, όπως και με την Αμαλία Μουτούση. Δεν έπαψε ποτέ να με ενδιαφέρει. Η σκηνοθεσία και η υποκριτική συνυπάρχουν μέσα μου. Άλλωστε η σκηνοθεσία είναι και υποκριτική και η υποκριτική ασκείται ταυτόχρονα με τη σκηνοθεσία», μας λέει. Ο τρόπος που σκηνοθετεί τη νουβέλα του Τσβάιχ και τον ηθοποιό Γιάννη Νταλιάνη να ερμηνεύει μονολογιακά τέσσερις ρόλους είναι «σαν να είμαι απέξω και να το βλέπω, σαν να είμαι ειδικός θεατής. Παίρνω όλες τις λεπτομέρειες και τον ρυθμό και τις ξαναστέλνω πίσω με οδηγίες και κατευθύνσεις. Σημειώνει, ωστόσο, ότι θεωρεί μάλλον δύσκολο να παίζει και να σκηνοθετεί ταυτόχρονα...

Πάνω απ’ όλα ηθοποιός
Η Μαρία Πρωτόπαπα, εν αντιθέσει, ξεκαθαρίζει ότι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι ηθοποιός. Η πρόταση να σκηνοθετήσει υπήρχε εδώ και τρία - τέσσερα χρόνια, αλλά δεν το αποφάσιζε. «Έχω αυτοσκηνοθετηθεί παλιότερα κατά το ήμισυ, αλλά αυτό δεν το μετράω. Είναι τελείως διαφορετικό από το να σκηνοθετείς», δηλώνει και διαχωρίζει σαφώς «την κανονική μου δουλειά σαν ηθοποιός» και την «ερασιτεχνική, σαν σκηνοθέτης. «Και για να πω την αλήθεια, θα προτιμούσα να απέφευγα τον τίτλο. Νιώθω ότι απλώς βοηθάω να στηθεί μια παράσταση. Δεν γίνεσαι σκηνοθέτης επειδή έκανες μια παράσταση. Δεν έχω τέτοια φιλοδοξία. Αλλά το θέατρο είναι όλα...». Κι ίσως επειδή το θέατρο είναι όλα, έχει δουλέψει με τον Λευτέρη Βογιατζή και ως ηθοποιός, αλλά και ως βοηθός σκηνοθέτης του, «προσπαθώντας να τον καταλάβω ακόμη καλύτερα, απ’ όλες τις πλευρές». Η δε ανάγνωσή της στον Ευρυπίδη είναι «πολύ προσωπική, βλέπω το έργο σαν τραγική κωμωδία που προκαλεί τους θεατές να σκεφτούν. Η κεντρική ιδέα είναι να ανέβει το έργο με χιουμοριστικό, αυθαίρετο και ελεύθερο τρόπο κι εκεί ακριβώς είναι που με έπιασε... σκηνοθετίτιδα», μας λέει.

Σταθερά βήματα
Για τον Ακύλλα Καραζήση – που σκηνοθετεί από το 2006 κάνοντας σταθερά βήματα σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη αυτής της πλευράς του – το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη δουλειά είναι η σύμπραξή του με τον επίσης ηθοποιό - σκηνοθέτη Νίκο Χατζόπουλο, «σύμπραξη δύο διαφορετικοτήτων», όπως τη χαρακτήρισε. Για τον ίδιο η σκηνοθεσία «είναι μια συνολικότερη πράξη πάνω στο θέατρο», ενώ την τάση να σκηνοθετούν ηθοποιοί τη θεωρεί εν μέρει και «κίνηση χειραφέτησης απέναντι στους σκηνοθέτες». Η σύνδεσή του δε με τη σκηνοθεσία δεν έρχεται λόγω της υποκριτικής του ιδιότητας, αλλά επειδή «είναι πιο κοντά στο γράψιμο και το γράψιμο είναι κάτι που με απασχολεί πολύ». Ωστόσο ο ηθοποιός μέσα του τον οδηγεί να σκηνοθετεί κυρίως με το σώμα, ενώ θεωρεί χρέος του να σκέφτεται, να πράττει και να δίνει την ίδια ενέργεια που δίνει ο ηθοποιός στο έργο...

Τα κάνει όλα και συμφέρει
Η φράση της Μαρίας Πρωτόπαπα «το θέατρο είναι όλα» ταιριάζει γάντι στη Λένα Κιτσοπούλου. Γράφει διηγήματα και θεατρικά έργα, παίζει σαν ηθοποιός, σκηνοθετεί, τραγουδάει, ζωγραφίζει. Είναι ο προσωπικός της τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης. «Δεν είναι απαραίτητο να είσαι τα πάντα», μας λέει και ο κανόνας είναι μάλλον ότι ταυτοποιείσαι με ένα μόνο πράγμα και οτιδήποτε πιο σύνθετο προκαλεί εντύπωση. Η Λένα Κιτσοπούλου παραδέχεται πως «έχω συνεχώς την ανάγκη να κάνω πράγματα, δεν μπορώ να κάτσω ήσυχα, πάντα κάτι αποτυπώνω είτε στο χαρτί είτε με το σώμα μου. Δεν κουβαλάω κάποια ιδιότητα, ανάλογα με το τι με απασχολεί ενεργοποιείται και η αντίστοιχη πλευρά, αλλά κατά βάση όσοι με ξέρουν με αναγνωρίζουν είτε στο γράψιμο είτε στο παίξιμο είτε στη σκηνοθεσία. Αυτό που είμαι ως άνθρωπος είμαι και στην τέχνη μου...». Η οπτική της στη «Μονομαχία» του Κλάιστ είναι πάνω στην κραυγή που βγάζει ένας άνθρωπος όταν σοκάρεται...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.