17/10/2019 04:58:07

Σταύρος Ξαρχάκος: Ήθελε να γίνει απόλυτος άρχοντας

Σταύρος Ξαρχάκος: Ήθελε να γίνει απόλυτος άρχοντας - Media

«Νομίζει κανείς ότι μπορεί να προσφέρει, ότι μπορεί να είναι χρήσιμος στην κοινωνία για την παραγωγή έργου. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι είναι επιεικώς αφελής, καθώς στην πολιτική, που είναι δομημένη για να υπηρετεί συμφέροντα και να νέμεται το δημόσιο αγαθό, δεν υπάρχει χώρος για τη δημιουργία και για να υπηρετήσεις το δημόσιο αγαθό».
Θα πίστευε κανείς ότι ο άνθρωπος που διατύπωσε αυτόν τον καθαρό λόγο της μετανοίας για την εμπλοκή του στην αρένα της πολιτικής, ο κορυφαίος συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, πρώην αντιδήμαρχος Αθηναίων σε θέματα πολιτισμού, πρώην βουλευτής και πρώην ευρωβουλευτής (2000-2004) της Νέας Δημοκρατίας, θα απέφευγε τις κακοτοπιές. Πόσω μάλλον στην ανατιναγμένη Ελλάδα των μνημονίων και στα ώριμα 74 χρόνια του, χορτασμένος από αναγνώριση.
Κι όμως, ο Ξαρχάκος ανακατεύτηκε ξανά με τα πίτουρα. Δέχτηκε να γίνει πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου, «κατέβασε» μία πρώτη εισήγηση εντελώς θεωρητική («Εισηγήθηκα ένα γενικό διάγραμμα αρχών και πολιτικών κατευθύνσεων…» – ωραία λόγια, δηλαδή), κι όταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού, ο σκηνοθέτης Σωτήρης Χατζάκης, ανακοίνωσε το ρεπερτόριο της ερχόμενης σεζόν, ο Ξαρχάκος κατήγγειλε αιφνιδιασμό, «άδειασε» και τα μέλη του Δ.Σ. ότι δεν τον στήριξαν, διέρρευσε στα ΜΜΕ ότι διαφωνεί με δύο επιλογές (ένα έργο με τον Λάκη Λαζόπουλο κι ένα με τον Πέτρο Φιλιππίδη – δεν έκανε όμως κανέναν κόπο να μας εξηγήσει γιατί), τα βρόντηξε κι έφυγε.
Ας μην το παιδεύουμε. Ο Ξαρχάκος ήθελε να γίνει φωτισμένος δικτάτορας. Κι ο Χατζάκης όχι μόνο του έκοψε «μαχαίρι» τον δρόμο, αλλά του πήρε και τον ρόλο. Η ουσία είναι ότι το Εθνικό μας Θέατρο έχει παράδοση φωτισμένων δικτατόρων, μικρή σημασία έχει αν είναι ο Κούρκουλος, ο Χουβαρδάς, ο Χατζάκης ή άλλος.
Πράγματι, ο νόμος ορίζει ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής εισηγείται, δεν αποφασίζει και ανακοινώνει διά του Τύπου. Και πράγματι, οι επιλογές ρεπερτορίου πρέπει να εξετάζονται από το Δ.Σ. του Εθνικού, κάτι που δεν έγινε. Όμως ποτέ το Εθνικό δεν λειτούργησε έτσι.
Το θέμα δεν είναι η σύγκρουση δύο δοτών και προσωρινών μικροκατόχων εξουσίας, όπως συνέβη στο βαρετό ματς Ξαρχάκος - Χατζάκης (σημειώσατε 2). Είναι το αν θέλουμε επιτέλους το Εθνικό Θέατρο να λειτουργήσει διαφορετικά, είτε εφαρμόζοντας το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο είτε υιοθετώντας ένα καινούργιο.
Το «θέλουμε» είναι σχήμα λόγου, τώρα που οι πόροι είναι ελάχιστοι, η κοινωνία ψυχορραγεί και οι υπουργοί Πολιτισμού θέτουν ως προτεραιότητες φτηνούς στόχους, είτε ακατάληπτους (η «άυλη πολιτιστική κληρονομιά» του Κώστα Τζαβάρα, την οποία δεν κατάλαβε ποτέ, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να την περιγράψει) είτε πολυφορεμένους (η «επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα» του Πάνου Παναγιωτόπουλου, άρωμα Μελίνας με έλλειμμα φαντασίας).
«Πού τραγουδάς αυτήν την εποχή, να έρθουμε να σε δούμε κανένα βράδυ;» λένε πως ρώτησε τον Σταύρο Ξαρχάκο ένας συνάδελφός του της Νέας Δημοκρατίας όταν ήταν βουλευτής.
Αν απάντηση σ’ αυτό το γελοίο ερώτημα είναι οι δημιουργικές και πολιτικές εξάρσεις μιας ολόκληρης ζωής, ο Ξαρχάκος διαθέτει αδιαμφισβήτητα εύσημα, ήδη από τις άγριες μέρες της χούντας, όταν πήγαινε, παρέα με τον Νίκο Ξυλούρη, στο Πολυτεχνείο τον φοβερό Νοέμβρη του ’73 κι όταν έγραφε τα λυτρωτικά τραγούδια για την παράσταση του «Μεγάλου μας Τσίρκου» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Από αυτό το σημείο όμως μέχρι να έχει δημόσια πόστα για να κάνει κι αυτός ό,τι γουστάρει – το πόντιουμ της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής το χρησιμοποίησε συχνά για να προβάλει το έργο του, πέρα απ’ τα όρια της σεμνότητας και της δεοντολογίας –, υπάρχει διαστημική απόσταση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.