18/01/2019 04:48:21
11.8.2013 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART

Ο Μπομπ Ντύλαν για τον... Μπομπ Ντύλαν

Ο Μπομπ Ντύλαν για τον... Μπομπ Ντύλαν - Media

του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη

Σε αντίθεση με πάμπολλα είδωλα της ροκ, ο Μπομπ Ντύλαν παραμένει ένας δημιουργός σεμνός, μετρημένος, ευθύς. Παραμένει αγνός και άδολος, σαν ήρωας του Τζακ Κέρουακ. Έχει πάντα μια αρμαθιά καλά λόγια για τους συνεργάτες του, για όσους ένιωθε ότι ήταν προσηλωμένοι στη μουσική.

Είτε μιλάει για τους δύο κολοσσούς που τον επηρέασαν, που καθόρισαν κυριολεκτικά όλο του τον βίο και το έργο, δηλαδή για τον Γούντι Γκάθρι και τον Ρόμπερτ Τζόνσον, είτε μιλάει για τον Τζορτζ Χάμμοντ, τον εστέτ παραγωγό που ανέδειξε τις σημαντικότερες φωνές της Αμερικής, είτε μιλάει για τον Ντανιέλ Λανουά, που συνέβαλε τα μέγιστα στο κρίσιμο comeback του Ντύλαν με το εξαίσιο «Oh Mercy», είτε μιλάει για τον πρώτο του μεγάλο έρωτα, τη Σούζι Ρότολο, είτε μιλάει για τους πρώτους συγκατοίκους του όταν πήγε με οτοστόπ στη Νέα Υόρκη, ο συγγραφέας Ντύλαν είναι ένας έξοχος πορτρετίστας και ένας ανενδοίαστος εγκωμιαστής.

Δεν χαρίζεται στα κουτσομπολιά

Για τον ίδιο του τον εαυτό, ο κύριος Ρόμπερτ Ζίμερμαν, όπως είναι το αληθινό του όνομα, λέει ελάχιστα πράγματα, κάτι που πάντα προκαλεί κάμποσα στραβομουτσουνιάσματα στους μανιακούς του κουτσομπολιού. Δεν αποκαλύπτει το παραμικρό για τους έρωτες της ζωής του, με εξαίρεση τη Ρότολο. Δεν κάνει λόγο για το αλκοόλ ή τις ουσίες που κατά καιρούς του έκαιγαν το μυαλό, και πάλι με μιαν εξαίρεση: αναφέρει ότι όταν ήταν πιτσιρικάς έπινε ουίσκι Wild Turkey και παγωμένη μπίρα Schlitz. Τίποτε άλλο σχετικά με καταχρήσεις, τρέλες, υπερβολές, εκτροχιασμούς.

Νέα Υόρκη: η πόλη που τον αγκάλιασε και τον ανάστησε, η πόλη που, όπως λέει ο ίδιος, έμελλε να διαμορφώσει τη μοίρα του. «Ήταν καταχείμωνο όταν έφτασα» γράφει ο Ντύλαν. «Το κρύο ήταν ανελέητο και όλες οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης ήταν πνιγμένες στο χιόνι, εγώ όμως είχα ξεκινήσει από τον κρυσταλλιασμένο Βορρά, από μια μικρή γωνιά της γης όπου τα σκοτεινά χιονισμένα δάση και οι παγωμένοι δρόμοι δεν με τρόμαζαν. Μπορούσα να υπερβώ τα όρια. Δεν γύρευα χρήματα ούτε αγάπη. Ήμουν σε πλήρη εγρήγορση, ήμουν πεισματάρης και ανυποχώρητος, ανεδαφικός και επιπλέον οραματιστής».

Παρίες και μισότρελοι

Μας αφηγείται ότι άρχισε να παίζει folk τραγούδια σε άθλια καπηλειά, συνοδευόμενος από μια κοπέλα που έβγαζε το καπέλο της και το έτεινε στην πελατεία για να μαζέψει λίγα κέρματα. Μας μιλάει για τους τότε «συναδέλφους» του, παρίες και μισότρελους που τραγουδούσαν και έδιναν αυτοσχέδιες παραστάσεις, κατ’ ουσίαν επαιτώντας. Τέτοιος ήταν ο Μπίλι ο Χασάπης, τρόφιμος φυλακών και ψυχιατρείων, ο οποίος έπαιζε ένα τραγούδι όλο κι όλο, ξανά και ξανά, το «High-Heel Sneakers». Τέτοιος, και πολύ δημοφιλής μάλιστα, σύμφωνα με τον Ντύλαν, ήταν ο Moondog, ο τυφλός ποιητής και μεγαλοφυής μουσικός που ζούσε στους δρόμους, φορούσε ράσο ιερέα και μπότες με κόκκινες μύτες και μικρά κουδουνάκια, και διηγιόταν διεστραμμένες διασκευές ιστοριών από τη Βίβλο. Τέτοια ήταν και η Κλόι Κιλ, με τα πυρόξανθα μαλλιά, τα μονίμως βαμμένα μαύρα νύχια, τα φουντουκί μάτια και την επιμονή της ότι «ο Δράκουλας εξουσιάζει τον κόσμο και είναι γιος του Γουτεμβέργιου, του τύπου που ανακάλυψε την τυπογραφία».

Γοητεύτηκε μόνο από το παρελθόν, και έφτιαξε το μέλλον

Ο άνθρωπος που επινόησε το μέλλον της αμερικανικής μουσικής ήταν και παραμένει ένας νοσταλγός, ένας κινούμενος αναχρονισμός, ένας τύπος προσηλωμένος στο παρελθόν. Συναρπαστική διαλεκτική: το καινούργιο έρχεται από το παλιό, το χθες γίνεται ένα απαστράπτον και εκκωφαντικό αύριο. Ο δημιουργός που με τη μουσική και τους στίχους του πρόσφερε κώδικες αποκρυπτογράφησης του κόσμου, κλειδιά για ν’ ανοίξουμε τις κλειδαριές κάμποσων ανεξιχνίαστων, έστω δυσνόητων, αινιγμάτων της μοντέρνας εποχής, δηλώνει απερίφραστα ότι μονάχα το παρελθόν τον γοήτευε.

Ο Ντύλαν έχει εξυμνηθεί και έχει καταγγελθεί με σφοδρότητα, σχεδόν πάντα για λάθος λόγους. Αποθεώθηκε ως ο leader του «κινήματος διαμαρτυρίας», ως ο πολιτικοποιημένος προφήτης μιας ολόκληρης αναστατωμένης γενιάς, ως ο λαϊκός στρατευμένος ήρωας. Και καταγγέλθηκε, πάμπολλες φορές, ως προδότης των ιδανικών του, προδότης της μουσικής του, προδότης του ίδιου του εαυτού του. «Ιούδα!» του φώναξε κάποιος σε μια συναυλία, μόνο και μόνο επειδή «πείραξε» το ύφος της folk μπολιάζοντάς το με το ηλεκτρικό ροκ. «Ξιπασμένο ιμπεριαλιστή» τον χαρακτήρισε η εφημερίδα «Πράβδα» της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, ενώ «κόκκινο σκυλί» τον αποκαλούσαν οι δεξιές φυλλάδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η στρέβλωση ανέκαθεν ενοχλούσε αφάνταστα τον σχεδόν μονόχνοτο Μπομπ.

Καλά διαβασμένος

Ο Ντύλαν εντρύφησε στον Θουκυδίδη, λέει ότι ο Έλληνας πατέρας της Ιστορίας, «γράφει για το πώς στην εποχή του οι λέξεις είχαν χάσει την πραγματική τους έννοια, για το πώς οι πράξεις και οι απόψεις μπορούν ν’ αλλάξουν μέσα σε μια στιγμή. Είναι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από την εποχή του ώς τη δική μου». Μελέτησε καλά τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι, αλλά και το «Περί Πολέμου» του Καρλ φον Κλάουζεβιτς. Διάβασε την «Κόλαση» του Δάντη, Μποντλέρ, Ρεμπώ, Φλωμπέρ, Μοπασάν, Μπαλζάκ, Τολστόι, Μπάιρον, Σέλεϊ, Λονγκφέλοου και Πόε. «Διάβαζα πολλές σελίδες δυνατά και μου άρεσε ο ήχος των λέξεων, η γλώσσα» μας λέει. «Ο Μπαλζάκ είναι ξεκαρδιστικός» μας διαβεβαιώνει ανερυθρίαστα και ντόμπρα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.