14/12/2018 18:03:54

Αυγουστιάτικες βουτιές σε αρχαία ναυάγια

Αυγουστιάτικες βουτιές σε αρχαία ναυάγια - Media

Tο μελτέμι δυναμώνει καθώς ετοιμάζεσαι να βουτήξεις. Σαν άλλος Ροβινσώνας ή, καλύτερα, Ζαν Υβ Κουστώ θέλεις να δοκιμάσεις τα όρια της αντοχής σου και να εξερευνήσεις τον βυθό. Μη φοβηθείς αν το μακροβούτι σε βγάλει πάνω σε κάποιο πλοιάριο και μπερδευτείς σε κατάρτια και άγκυρες. Ίσως είσαι τυχερός και δεις με τα μάτια σου τα απομεινάρια από κάποιο αρχαίο ναυάγιο. Έτσι κι αλλιώς, η ζωή των προγόνων μας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θάλασσα. Φημισμένα για τη ναυτοσύνη τους τα ελληνικά πληρώματα έφταναν ώς την άκρη της γης. Κάποιες φορές όμως, τα καράβια και οι ναυτικοί μας δεν γύριζαν πίσω.
«Στα σημερινά μόνο χωρικά ύδατα της Ελλάδος, υπάρχουν βυθισμένα περισσότερα από 20.000 ναυάγια! Επισήμως, τα ναυάγια στις ελληνικές θάλασσες είναι περί τα 6.000. Τα 1.000 εξ αυτών είναι γνωστά αρχαία ναυάγια, 35 εντοπισμένα από αρχαιολόγους την 5ετία 2000-2005 σε βάθος έως 600 μ. και πολλά άλλα ναυάγια της ρωμαϊκής περιόδου, της εποχής του Βυζαντίου» γράφει ο δύτης Κώστας Θωκταρίδης στον πρόλογο του βιβλίου «Οι ιστορικοί θησαυροί του ελληνικού βυθού – αρχαία και σύγχρονα ναυάγια των ελληνικών θαλασσών και η λαογραφία της θάλασσας» του Γιώργου Λεκάκη.
Το αρχαιότερο, μέχρι σήμερα, γνωστό ναυάγιο εντοπίστηκε το 1947 από τον καθηγητή Πίτερ Θροκμόρτον, στον όρμο Σκίντο της νήσου Δοκού, μεταξύ Ύδρας και Ερμιόνης. Η έρευνα για την ενάλια αρχαιολογία άρχισε στην
Ελλάδα τον προηγούμενο αιώνα. Οι νεαροί αρχαιολόγοι, μετέπειτα ιδρυτικά μέλη του Ινστιτούτου Εναλίων
Αρχαιολογικών Ερευνών, αποτελούσαν μια ενθουσιώδη ομάδα που εργάστηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες και με ελάχιστα τεχνικά μέσα για τον εντοπισμό των εναλίων αρχαιοτήτων. Με τη βοήθεια των ψαράδων και των σφουγγαράδων, οι πολύτιμοι θησαυροί εντοπίστηκαν στον βυθό, ανασύρθηκαν και σώθηκαν από τα βέβηλα χέρια των αρχαιοκάπηλων.

Βουτιές στο ναυάγιο της Ζακύνθου

Ο ήλιος καίει τις βραχώδεις πλευρές του νησιού. Σηκώνεις τη φωτογραφική μηχανή σου και αποτυπώνεις το απέραντο γαλάζιο. Το κύμα σκάει με δύναμη στα βράχια. Το μπλε γίνεται άσπρο σαν τα θαλασσοπούλια στον ορίζοντα. Οι άνθρωποι φεύγουν, τα πράγματα μένουν και έχουν μια ιστορία να διηγηθούν. Σαν σκηνικό θεάτρου κάθε ναυάγιο αφηγείται όλα όσα δεν πρόλαβε ή δεν μπόρεσε το πλήρωμα να μας πει.
Το 1980 μια παρέα Ζακυνθινών βούτηξε με ψαροντούφεκο στη θέση «Σινιάλο». Εκεί, εντόπισαν τυχαία το αρχαίο ναυάγιο. Το άτυχο ξύλινο πλοίο του 16ου αιώνα ξέφυγε από τη ρότα του, προσέκρουσε σε ύφαλο και βυθίστηκε λίγο έξω από το λιμάνι της Ζακύνθου.
«Όταν το 1990 το Ινστιτούτο MARE του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης μου ζήτησε συνεργασία για μία κοινή υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα, σκέφτηκα ότι το ξεχασμένο αυτό ναυάγιο ήταν ιδανικό αντικείμενο ενός τέτοιου εγχειρήματος γιατί η διερεύνηση ενός ναυαγίου στα νερά της Ζακύνθου είναι οπωσδήποτε μεγάλη πρόκληση για τον υποβρύχιο αρχαιολόγο» θυμάται η Αικατερίνη Δελαπόρτα, διευθύντρια – τότε – της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων
Από το ναυάγιο έχουν ανελκυστεί 200 ασημένια νομίσματα που κόπηκαν την εποχή του Φίλιππου του Β’, μια περόνη από χρυσό, μια πίπα ολλανδικής κατασκευής με σφραγίδα από λευκή πορσελάνη, αρκετά ακέραια αγγεία και… φουντούκια. Μπορεί η εθνικότητα του πλοίου να μην έχει ακόμα αποσαφηνιστεί, ωστόσο τα σενάρια και οι θεωρίες δίνουν και παίρνουν. Πρόκειται για μια ισπανική γαλέρα, που πιθανότατα συμμετείχε στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571, ή για κάποιο βενετσιάνικο πλοίο που ξέφυγε από τη ρότα του και έμεινε για πάντα βυθισμένο στα νερά του Ιουνίου; «Η αρχαιολογική έρευνα έχει αμφίδρομο στόχο» τονίζει η κ. Δελαπόρτα «να απαντά σε ιστορικά ερωτήματα, να επιβεβαιώνει ιστορικές μαρτυρίες, αλλά και να θέτει νέους προβληματισμούς φέρνοντας στο φως άγνωστα δεδομένα». Το ναυάγιο στο «Σινιάλο», κοντά στο λιμάνι της Ζακύνθου, προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες

Οι σαρκοφάγοι των Κυκλάδων

Η σφοδρή θαλασσοταραχή που έχει στείλει ένα σωρό πλοία στον βυθό της θάλασσας θα σταθεί η αιτία να εντοπιστεί ένα από τα πιο διάσημα ναυάγια της αρχαιότητας. Τον Μάιο του 1900, οι σφουγγαράδες της Σύμης, λόγω των θυελλωδών ανέμων, θα κάνουν μια στάση στα Αντικύθηρα και αντί για σφουγγάρια θα ανακαλύψουν χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα σπαρμένα στον βυθό. Το φορτίο του άτυχου ρωμαϊκού πλοιαρίου, που ξεκίνησε από το ανατολικό Αιγαίο και χάθηκε στη θάλασσα των Αντικυθήρων, έχει γίνει διάσημο όχι μόνο για τα πολύτιμα αγάλματα, όπως ο «Έφηβος», αλλά και για τον μυστηριώδη Μηχανισμό των Αντικυθήρων, που θαυμάσαμε στην πρόσφατη έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.
Στα μανιασμένα νερά του «Δύσβατου», δυτικά του διαύλου Άνδρου - Τήνου, στον μικρό όρμο που σχηματίζεται στο ΝΔ. άκρο της νήσου Άνδρου, 50 μέτρα από την ακτή, εντοπίστηκε το ναυάγιο της ρωμαϊκής εποχής, που μετέφερε μαρμάρινες σαρκοφάγους. Σύμφωνα με τους Ρωμαίους συγγραφείς Πλίνιο και Βιτρούβιο, οι κυριότεροι προμηθευτές μαρμάρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν τα λατομεία της Πεντέλης, του Δοκιμείου της Ανατολίας, της Θάσου και της Προκονήσου. Το ναυάγιο περιέχει τρεις διαφορετικούς τύπους σαρκοφάγων που, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, προέρχονται από τα λατομεία της Θάσου. Οι σαρκοφάγοι, ως γνωστόν, ήταν ταφικά μνημεία, ιδιαίτερα ακριβά και αρκετά συνηθισμένα στις εύπορες τάξεις του ελληνικού χώρου από την αρχαϊκή ήδη εποχή. Οι Ρωμαίοι, για παράδειγμα, λάτρευαν τα ελληνικά μάρμαρα, γεγονός που αποδεικνύεται από την ανεύρεση ναυαγίων στους ναυτικούς δρόμους που περνούσαν από τη χώρα μας και οδηγούσαν σε Ανατολή και Δύση.
Τα γλυπτά, τα κεραμικά και τα κοσμήματα, οι τοιχογραφίες, όλο το φορτίο που θα ανασύρουν οι αρχαιολόγοι και οι άλλοι επιστήμονες από το κουφάρι των βυθισμένων πλοίων, είναι οι μάρτυρες των μεγάλων πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στη λεκάνη της Μεσογείου. Ξεχωριστής σημασίας θεωρείται το ναυάγιο της ύστερης ελληνιστικής περιόδου που εντοπίστηκε πριν από λίγα χρόνια στη νήσο Στύρα, του Νότιου Ευβοϊκού.

Θώνις: η πολιτεία που λάτρευε η Ωραία Ελένη

Ο μύθος για την ισχυρή και πλούσια πολιτεία που επισκέφτηκε ο Πάρις και η Ωραία Ελένη ταξίδευε αιώνες από στόμα σε στόμα. Υπήρχε άραγε στον μεσογειακό χώρο η φημισμένη πολιτεία που ο Όμηρος μνημόνευε και οι επιστήμονες αγνοούσαν;
Θαμμένη κάτω από άμμο και λάσπη για περίπου 1.200 χρόνια, η χαμένη πόλη που ήταν γνωστή ως Θώνις στους Αιγύπτιους και Ηράκλειο στους Έλληνες, άργησε να αποκαλύψει τα μυστικά της. Γνωστή στους αρχαίους συγγραφείς και με τα δύο ονόματα (Ηράκλειο και Θώνις) ανακαλύφθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αλεξάνδρειας, μόλις το 2000, από τον Γάλλο καθηγητή Φρανκ Γκότιο και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ενάλιας Αρχαιολογίας. Λίθινα γλυπτά ύψους 16 ποδών, που θεωρείται ότι κοσμούσαν τον ναό της πόλης, τεράστιες πινακίδες με δείγματα αρχαίας και αιγυπτιακής γραφής, χρυσά νομίσματα είναι τα πιο σημαντικά ευρήματα που έφερε στο ύφος η αρχαιολογική σκαπάνη. Το λιμάνι Θώνις - Ηράκλειο, σύμφωνα με τα πρόσφατα ευρήματα, φέρεται να λειτουργούσε σαν μια «Αλεξάνδρεια πριν από την Αλεξάνδρεια», μια υποχρεωτική πύλη εισόδου στην Αίγυπτο του 1000 π.Χ. Τα 64 αρχαία ναυάγια και οι περισσότερες από 700 άγκυρες που έχουν ανασυρθεί όλα αυτά τα χρόνια αποδεικνύουν τον εμπορικό χαρακτήρα της πόλης και τη σχέση της με τον ελλαδικό χώρο. Άλλωστε είναι η πρώτη φορά που σε αιγυπτιακό έδαφος βρέθηκαν τεράστιες επιγραφές γραμμένες στα ελληνικά.

Ο μυκηναϊκός θησαυρός στο ναυάγιο των Ιρίων

Η θαλασσοταραχή όλο και δυνάμωνε. Τα κύματα έσκαγαν με λύσσα πάνω στο πλεούμενο. Οι αστραπές έσκιζαν τον ουρανό και χτυπούσαν με θόρυβο το σκαρί μαστιγωμένες από τον άνεμο. Το καράβι έμοιαζε με καρυδότσουφλο παραδομένο στα καπρίτσια του Ποσειδώνα. Ένα πιο δυνατό κύμα διέλυσε το κατάρτι και πέταξε τα κομμάτια στις σκοτεινές πέτρες. Ό,τι είχε απομείνει από το πλοίο βυθιζόταν, αφήνοντας στην επιφάνεια της θάλασσας ξέφτια από ύφασμα και κουφάρια.
Ο χρόνος θα σταματήσει σαν ένα ξεκουρδισμένο ρολόι. Τα ξερό κουφάρι θα παραμείνει αιώνες στον βυθό ώς τη στιγμή που κάποιος θα το εντοπίσει και θα φέρει το πολύτιμο φορτίο στο φως. Σκορπισμένα στον επικλινή πυθμένα του Αργοσαρωνικού βρέθηκαν τα αγγεία με την εγχάρακτη και ανάγλυφη διακόσμηση, τα οποία πιθανολογείται ότι προέρχονται από την Αργολίδα. Το 1962, στον βυθό, κοντά στο ακρωτήριο των Ιρίων, στη νότια ακτή της Αργολίδας, ο αρχαιολόγος και τότε πρόεδρος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών Νίκος Τσούχλος εντόπισε ένα ναυαγισμένο εμπορικό πλοιάριο. Την προσοχή τού «ενορχηστρωτή» της έρευνας τράβηξε ένα ακέραιο μεγάλο πιθάρι – που αργότερα χάθηκε – και τα μισοσπασμένα αγγεία που ήταν θαμμένα στην άμμο. Φορτωμένο με τουλάχιστον 20 μυκηναϊκά αγγεία, το εμπορικό πλοίο βυθίστηκε πριν από περίπου 3.200 χρόνια, στα μανιασμένα νερά του Σαρωνικού, κοντά στη βραχονησίδα Μόδι ή Λιοντάρι, όπως την αποκαλούν λόγω του σχήματος οι κάτοικοι της περιοχής.
Με βάση τα δεδομένα της ανασκαφής, το φορτίο ανήκε σε πλοίο που δεν ξεπερνούσε τα δέκα μέτρα και είχε κατασκευαστεί με την «κελυφική» τεχνική, σύμφωνα με την οποία πρώτα τοποθετούνταν οι σανίδες του κελύφους και μετά συμπληρωνόταν ο σκελετός του σκάφους. Ο κύριος όγκος του φορτίου, που ήταν μοναδικής αξίας κεραμικά, προερχόταν από την Κύπρο, την Πελοπόννησο και την Κρήτη. Τα ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφικές καταδύσεις που πραγματοποιήθηκαν από το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών από το 1991 έως το 1994, αποτέλεσαν απτή απόδειξη για τις εμπορικές και πολιτισμικές επαφές της Αργολίδας, της Κρήτης, της Κύπρου. Στη διάρκεια τριών υποβρύχιων ερευνών που πραγματοποιήθηκαν το 2006, ο αρχαιολόγος Χρήστος Αγουρίδης εντόπισε και δεύτερο ναυάγιο της ίδιας εποχής στη βραχονησίδα Μόδι, στα νότια του Πόρου.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.