18/11/2018 00:08:43
17.5.2010

Bobby McFerrin

Bobby McFerrin - Media

Συνέντευξη στον Λεωνίδα Αντωνόπουλο

Είναι ο άνθρωπος-ορχήστρα. Χωρίς να κάνει την τέχνη του φτηνό λαϊκό θέαμα, ο Μπόμπι ΜακΦέριν, που θα εμφανιστεί σε μία σόλο παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής στις 31 Μαΐου, κατέχει το ρεκόρ της πιο πολυπρόσωπης καλλιτεχνικής φιγούρας. Είναι ο δημιουργός ενός από τα μεγαλύτερα σουξέ του 20ού αιώνα, του «Don’t Worry Be Happy», και ταυτοχρόνως ένας διευθυντής ορχήστρας κλασικής μουσικής, όπου μετέχει και ως σολίστ ερμηνεύοντας με τη φωνή του (!) έργα Μπαχ, Βιβάλντι, Τσαϊκόφσκι... Κέρδισε 10 Γκράμι, πούλησε πάνω από 20 εκατομμύρια δίσκους και έκανε συνεργασίες, επί ίσοις όροις, από τον τσελίστα Yo-Yo Ma και τη Φιλαρμονική της Βιέννης μέχρι τον Τσικ Κορία και τον Χέρμπι Χάνκοκ. Ύστερα από οκτώ χρόνια δισκογραφικής αποχής αλλά διαρκούς συνεργασίας με τη Voicestra, το φωνητικό σχήμα που δημιούργησε πριν 20 χρόνια, κυκλοφόρησε, μόλις, το νέο του άλμπουμ «VOCAbuLarieS» («Λεξιλόγια»), σε συνεργασία με τον συνθέτη, ενορχηστρωτή και μέλος της Voicestra, Ρότζερ Τρις και άλλους 50 ερμηνευτές. Με φωνητική έκταση τεσσάρων οκτάβων, φαντασία, τρέλα και χιούμορ, ο ΜακΦέριν είναι μία από τις μεγαλύτερες και πιο ευχάριστες εκπλήξεις της σύγχρονης μουσικής, ένας καλλιτέχνης που απέδειξε ότι ακόμη και η τζαζ μπορεί να πέφτει κάπως… στενή για έναν ανήσυχο και ευφάνταστο μουσικό.

Αν δεν απατώμαι, δεν είναι η πρώτη φορά που θα επισκεφθείτε την Ελλάδα.

Μ.Μ.: Ναι, σωστά. Έχω έρθει άλλη μία φορά, πριν από τέσσερα χρόνια, αλλά δεν ήμουν μόνος, είχα έρθει με τη Voicestra.

Οι παραστάσεις σας μοιάζουν με παράξενα φαινόμενα. Υπάρχει, άραγε, κάποιο ρεπερτόριο πάνω στο οποίο τις βασίζετε;

Μ.Μ.: Οι συναυλίες που δίνω όταν είμαι με τη Voicestra είναι βασισμένες πλήρως στον αυτοσχεδιασμό, δεν υπάρχει κανένα ρεπερτόριο. Κάθε συναυλία είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη, καθώς η Voicestra είναι ένα σχήμα ταγμένο στον αυτοσχεδιασμό, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ούτε προσχεδιασμένα κομμάτια ούτε προβαρισμένα. Όλα δημιουργούνται επιτόπου, πάνω στη σκηνή.

Και επειδή εδώ έχουμε να κάνουμε με μία σόλο παράσταση ισχύει ακόμη περισσότερο ο αυτοσχεδιασμός.

Μ.Μ.: Φυσικά. Δεν θα γινόταν άλλωστε να δώσω μία παράσταση που θα ήταν βασισμένη στον τελευταίο μου δίσκο, το «VOCAbuLarieS», επειδή απλούστατα είναι αδύνατο να τραγουδήσω μόνος μου τη μουσική – χρειάζονται τουλάχιστον δεκαέξι φωνές.

Πώς χτίζετε μία σόλο φωνητική παράσταση;

Μ.Μ.: Τα πρώτα δύο κομμάτια είναι πάντοτε ελεύθεροι αυτοσχεδιασμοί, τα φτιάχνω εκείνη τη στιγμή. Αυτός είναι ένας αυστηρός κανόνας που έχω θέσει στον εαυτό μου και τον τηρώ απαρεγκλίτως. Μετά τα δύο πρώτα αφήνω τη διάθεσή μου να με καθοδηγήσει. Μπορεί να συνεχίσω με ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, μπορεί να μου έρθει να πω ένα από τα δικά μου κομμάτια ή και κάποιο άλλο, μπορεί να είναι Beatles, Μπαχ, ένα μπλουζ, ένα τζαζ στάνταρντ, όλα ανακατεμένα. Από τη στιγμή που βρίσκομαι μόνος μου πάνω στη σκηνή δεν χρειάζεται να έχω προσχεδιάσει τι θα κάνω, και σε γενικές γραμμές δεν προσχεδιάζω τα πράγματα.

Εάν σε αυτό το ελεύθερο και χαλαρό κλίμα το κοινό σάς ζητήσει να πείτε το «Don’t Worry Be Happy», τι θα κάνετε;

Μ.Μ.: Δεν θα το τραγουδήσω!

Και πώς θα δικαιολογηθείτε;

Μ.Μ.: Θα τους πω ότι έχω 22 χρόνια να πω αυτό το τραγούδι σε συναυλία. Στην πραγματικότητα δεν το έχω πει σχεδόν ποτέ. Πριν γίνει επιτυχία το είχα τραγουδήσει μερικές φορές, αλλά από τότε δεν το έχω ξαναπεί.

Πώς σας φαίνεται που ο κόσμος, παρά τα τόσα χρόνια, σας αναγνωρίζει περισσότερο μέσα από το συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο δεν έχει την παραμικρή σχέση με ό,τι κάνετε εδώ και δύο δεκαετίες στον χώρο της τζαζ, της κλασικής και της a capella μουσικής;

Μ.Μ.: Δεν δίνω και πολλή σημασία σ’ αυτό.

Έχετε δηλαδή αποδεχθεί και συμβιβαστεί με το μέγεθος και τη διάρκεια της ξαφνικής επιτυχίας του «Don’t Worry Be Happy»;

Μ.Μ.: Ναι, το έχω αποδεχθεί. Ήταν κάτι που μου συνέβη πολύ καιρό πριν. Τότε ήμουν 38 ετών και σήμερα είμαι 60 και έχω συμβιβαστεί – δεν με πειράζει. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πάντα ορισμένοι που περιμένουν με αγωνία να ακούσουν αυτό το τραγούδι και ξέρω ότι σε κάθε παράσταση θα απογοητεύσω κάποιους.

Και θα κερδίσετε πολύ περισσότερους με τον τρόπο που έχετε σε κάθε παράσταση να βάζετε το κοινό να συμμετέχει…

Μ.Μ.: Είναι τρομερά εύκολο. Ο περισσότερος κόσμος που πηγαίνει σε παραστάσεις έχει την κρυφή επιθυμία να πάρει μέρος. Όταν κάθεστε στη θέση σας και παρακολουθείτε μία συναυλία δεν σκέφτεστε από μέσα σας «τι κρίμα που δεν συνέχισα τα μαθήματα πιάνου»;

Με πιάνει τρόμος μόνο που το σκέφτομαι!

Μ.Μ.: Εντάξει, αλλά υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι στο κοινό που θα λαχταρούσαν να βρίσκονται πάνω στη σκηνή, να κάνουν φωνητικά, να χορεύουν ή να συμμετέχουν στην ορχήστρα. Οπότε αδράχνουν την ευκαιρία που τους δίνεται και παίρνουν μέρος στην παράσταση. Δεν είναι δύσκολο∙ δίνω στο κοινό μερικά απλά μέρη να τα τραγουδήσει και αυτό είναι. Το κάνω σε κάθε παράσταση και δουλεύει περίφημα. Αλλά ακόμη καλύτερα λειτουργεί με τα παιδιά, που δεν χρειάζεται καν να τα παροτρύνεις. Αντιδρούν εντελώς αυθόρμητα και φτιάχνουμε μαζί κάτι τελείως τρελά τραγούδια!

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείτε τη φωνή και το σώμα σας σαν ορχήστρα πιστεύω ότι σας κάνει μία πατρική φιγούρα του σημερινού beatbox που χρησιμοποιούν στο χιπ χοπ.

Μ.Μ.: Μου το έχουν ξαναπεί αυτό και δεν ξέρω γιατί. Δεν νομίζω ότι είμαι ο εφευρέτης του beatbox.

Ίσως όχι ο εφευρέτης, αλλά κάποιος που σίγουρα ενέπνευσε τους beatboxers.

Μ.Μ.: Όχι, δεν το πιστεύω καθόλου αυτό.

Δεν βλέπετε να υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα σε αυτό που κάνετε εσείς και στην κουλτούρα του χιπ χοπ και του beatbox;

Μ.Μ.: Δεν νομίζω. Θα μπορούσε να υπάρχει κάποια τέτοια σχέση – και πηγαίνω πότε πότε σε τέτοιες παραστάσεις∙ χτες βράδυ, για παράδειγμα, ήμουν με έναν που χόρευε και αυτοσχεδιάζαμε μαζί, κι έκανα κάτι σαν beatbox. Αλλά ο γιος μου Τέιλορ είναι μακράν καλύτερος από μένα σε αυτό. Εγώ μπορώ απλώς να μιμηθώ τα κρουστά με τη φωνή μου.

Σας αρέσει τελικά το beatboxing; Ο τρόπος που πολλοί νέοι καλλιτέχνες χρησιμοποιούν τη φωνή τους σαν κρουστά όργανα;

Μ.Μ.: Δεν μπορώ να πω ότι με ξετρελαίνει, αλλά το βρίσκω ΟΚ.

Η αλήθεια είναι ότι πολύ λίγοι καλλιτέχνες ακολουθούν τον δικό σας δρόμο, να εξερευνούν και να πειραματίζονται με τις φωνητικές τους δυνατότητες. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή εσείς έχετε το χάρισμα τεσσάρων οκτάβων με τη φωνή σας, σε αντίθεση με τους περισσότερους, ή είναι θέμα δύσκολης να τη μάθει κάποιος τεχνικής;

Μ.Μ.: Μάλλον το δεύτερο ισχύει∙ είναι θέμα τεχνικής. Χρειάζεται πολλή πρακτική και σκληρή πειθαρχία ώστε να γίνει κανείς αρκετά ευέλικτος με τη φωνή του και να κάνει ορισμένα από αυτά που κάνω εγώ∙ αν και δεν είναι δύσκολο να εξηγήσω την τεχνική, θα μπορούσα να σας την περιγράψω από το τηλέφωνο. Υπάρχουν πάντως πολλοί που χρησιμοποιούν διαφορετική τεχνική από μένα και είναι πάρα πολύ καλοί και μπορούν να τραγουδήσουν, να κρατήσουν γρήγορο τέμπο, να προτείνουν ενδιαφέρουσες ιδέες∙ οι πιο πολλοί γνωρίζουν να παίζουν καλά κάποιο όργανο και μέσα από αυτό δουλεύουν την τεχνική τους. Υπάρχει ένας πολύ καλός σαξοφωνίστας που είναι στους New York Voices και τραγουδάει σαν να παίζει σαξόφωνο – έτσι έμαθε εκείνος. Εγώ έμαθα να τραγουδάω σαν κλασικός τραγουδιστής, όχι από τεχνικής πλευράς, αλλά χρησιμοποιώντας τις αρμονίες της κλασικής μουσικής.

Υποθέτω ότι το ενδιαφέρον σας για την κλασική μουσική προέκυψε από την οικογένειά σας. (Σ.σ.: και οι δύο γονείς του ήταν κλασικοί τραγουδιστές, ο δε πατέρας του, Robert McFerrin Sr., ήταν ο πρώτος Αφροαμερικανός που τραγούδησε σόλο με την Μετροπόλιταν Όπερα, ενώ δάνεισε τη φωνή του στον ηθοποιό Σίντνεϊ Πουατιέ στην ταινία «Porgy and Bess»).

Μ.Μ.: Ήξερα ότι ήμουν μουσικός από πολύ μικρή ηλικία. Ο πατέρας μου λάτρευε τους τραγουδιστές της τζαζ, τον Τζο Ουίλιαμς με την ορχήστρα του Κάουντ Μπέιζι, την Ντάινα Ουάσινγκτον, κι έτσι άκουγα ταυτοχρόνως Βέρντι, Γκέρσουιν και Ντιούκ Έλινγκτον. Ύστερα ήρθαν τα ραδιόφωνα που έπαιζαν τα Top-40, τις επιτυχίες, και άκουγα Τζέιμς Μπράουν, Carpenters, Μάρβιν Γκέι και Led Zeppelin. Άκουγα κινηματογραφική μουσική, το λεγόμενο Τρίτο Ρεύμα στην τζαζ, τους Beatles που την έψαχναν με την ινδική μουσική και τον Μάιλς με τη ροκ. Και μετά πήγαινα στην Όπερα και άκουγα τον πατέρα μου να ερμηνεύει «Ριγκολέτο». Όταν λοιπόν ζεις σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η μουσική σού βγαίνει αυθόρμητα. Είναι σαν να μεγαλώνεις σε ένα πολύγλωσσο σπίτι.

Δεν γίνατε όμως ένας κανονικός μουσικός ή, έστω, ένας κανονικός τραγουδιστής…

Μ.Μ.: Τραγουδούσα κανονικά, αλλά ένιωθα ότι δεν μου αρκούσε. Μάλλον αυθόρμητα έφερα τα χέρια πάνω στο σώμα μου και άρχισα να παίζω με τους ήχους που έβγαιναν και έγινε το «κλικ». Ήταν ο κρίκος που έλειπε. Και προσπαθώ να χρησιμοποιώ όσο περισσότερο γίνεται το σώμα μου για να δώσω στον κόσμο να δει με τα μάτια του προς ποια κατεύθυνση κινούμαι.

Τι πιστεύετε για τον φωνητικό αυτοσχεδιασμό; Ο κόσμος τον αντιμετωπίζει σαν κάτι όχι και τόσο σοβαρό;

Μ.Μ.: Μπορεί κάτι τέτοιο να ίσχυε στο παρελθόν, αλλά νομίζω ότι πλέον έχουν συμβεί εντυπωσιακές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο κόσμος την a capella μουσική. Πάντως εδώ, στις ΗΠΑ, έχει πάρει πολύ τα πάνω της. Υπάρχει ξαφνικά τεράστιο ενδιαφέρον για συγκροτήματα a capella. Πήγα πρόσφατα σε μια συναυλία στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, που δεν είναι και από τα μεγαλύτερα στην Αμερική και δραστηριοποιούνται μόνο σε αυτό 12 a capella συγκροτήματα! Νομίζω ότι η εποχή που διάλεξα να βγάλω τον καινούργιο μου δίσκο, το «VOCAbuLarieS», είναι η ιδανική.

Τι θέλετε να αποδείξετε όταν συνδυάζετε και σε αυτό το άλμπουμ στοιχεία από διαφορετικά στυλ, όταν αναμιγνύετε την τζαζ με την κλασική μουσική, την ποπ με τη σόουλ, με την αφρικανική μουσική και τη ρέγκε; Ότι μπορεί να γίνει ή ότι μπορείτε να το κάνετε;

Μ.Μ.: Ότι μπορεί να γίνει φυσικά. Όταν πήγαινα στο πανεπιστήμιο, τη δεκαετία του ’60, αυτό κάναμε όλοι μας. Οι τζαζίστες τα έλεγαν με τους ροκάδες, αυτοί με τους αφρικανούς μουσικούς και οι Αφρικανοί με τους άλλους και πήγαινε λέγοντας… Γινόταν σοβαρός μουσικός διάλογος εκείνα τα χρόνια και όλοι ψάχναμε τρόπους να συγκεράσουμε διαφορετικά στοιχεία. Δείτε τι έκανε την εποχή εκείνη και ο Μάιλς Ντέιβις, όταν έφτιαξε σχήματα χρησιμοποιώντας ηλεκτρική κιθάρα και ηλεκτρικό μπάσο και δημιούργησε μία καινούργια μουσική, που ονομάστηκε fusion. Πολλά σημαντικά συγκροτήματα, όπως οι Weather Report ή οι Return To Forever του Τσικ Κορία, είναι αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος που έδειξαν οι μουσικοί της τζαζ για τη χρήση της ροκ τεχνολογίας.

Τα τραγούδια όμως είναι φτιαγμένα από λέξεις και εσείς έχετε παρέμβει σε αυτή τη συνθήκη και έχετε αντικαταστήσει τις λέξεις με φωνητικά μοτίβα, έχετε φτιάξει τραγούδια χωρίς στίχους. Μπορούν οι λέξεις να είναι απλώς ήχοι;

Μ.Μ.: Μα, οι λέξεις είναι ήχοι!

Χωρίς νοηματικό περιεχόμενο;

Μ.Μ.: Μπορείς να φτιάξεις ό,τι λογιών τραγούδια θέλεις, κολλώντας μεταξύ τους λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα. Πάντως εγώ, σε γενικές γραμμές, δεν το κάνω αυτό. Δεν χρησιμοποιώ λέξεις με σαφή νοήματα, αγγλικές λέξεις, αποκομμένες από το νοηματικό τους περιεχόμενο. Συνήθως αυτοσχεδιάζω σε μία «γλώσσα» και μπορεί, καμιά φορά, να πετάξω και κάποιες λέξεις που κανείς δεν τις καταλαβαίνει, αλλά δεν είμαι και τόσο καλός σε αυτό, οπότε το αποφεύγω.

Και πώς σας προέκυψε να ασχοληθείτε και με τη διεύθυνση ορχήστρας; Είναι μία κατεύθυνση εντελώς απρόσμενη για έναν τραγουδιστή, όσο ανήσυχος κι αν είναι.

Μ.Μ.: Αυθόρμητα. Ήμουν περίεργος να μάθω τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, και ήθελα επίσης να ασχοληθώ με τον Μότσαρτ και με τον Μπετόβεν. Ήθελα να μάθω πώς είναι να στέκεσαι μπροστά από μία μεγάλη ομάδα μουσικών, να νιώσω μια τέτοια μουσική εμπειρία. Πώς είναι να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή, μπροστά στο ακροατήριο, αλλά με γυρισμένη την πλάτη στο κοινό. Ωστόσο, θέλω να διευκρινίσω ότι δεν είμαι ένας μαέστρος και μου πήρε καιρό μέχρι να το καταλάβω. Είμαι ένας τραγουδιστής που διευθύνει, ένας χαμαιλέοντας της μουσικής. Παίρνω ικανοποίηση όταν τοποθετώ τον εαυτό μου σε διανοητικά προκλητικές καταστάσεις∙ αυτό είναι που κρατάει το ενδιαφέρον μου για τη μουσική ζωντανό. Γιατί για μένα η μουσική είναι ένα πνευματικό ταξίδι στα μύχια της ψυχής μου και νομίζω ότι όλοι οι άνθρωποι, με κάποιον τρόπο, ταξιδεύουμε μέσα στις ψυχές μας. Εγώ θέλω πολύ να δω τι βρίσκεται εκεί πέρα∙ αυτός είναι ο λόγος που τα κάνω όλα αυτά, κανείς άλλος.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.