10/12/2019 22:06:45

Το άγαλμα που μας έκλεψε ο Χίτλερ

Το άγαλμα που μας έκλεψε ο Χίτλερ - Media

Ήταν Μάρτιος του 1944. Γερμανοί στρατιώτες και Ρώσοι αιχμάλωτοι, ανοίγοντας ορύγματα στην πλατεία Διοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη, ανασύρουν ένα γυναικείο άγαλμα. Όχι από εκείνα που οι αρχαιολόγοι της εποχής έκρυψαν για να προστατεύσουν από τη ναζιστική θηριωδία. Αυτό ήταν εκεί χιλιάδες χρόνια.

Για την ακρίβεια, από τον 3ο αιώνα π.Χ. Μια Θεσσαλονικιά όμορφη δέσποινα, εξέχον μέλος της τότε κοινωνίας, που σήμερα την ξέρουμε με το όνομα «Ηρακλειώτισσα».
Η γερμανική διοίκηση της πόλης παρέδωσε το άγαλμα στους Έλληνες αρχαιολόγους σε μία πομπώδη παρουσία των γερμανικών αρχών στη Ροτόντα. Οι ναζί σε επίδειξη τάχα πολιτιστικής ανωτερότητας έστειλαν επιστολή στο Τύπο λέγοντας: «Το άγαλμα σε μια γιορταστική εκδήλωση παραδόθηκε στη μέριμνα της ελληνικής κυβέρνησης. Έτσι βοηθάει ο γερμανικός στρατός του Γ’ Ράιχ τις χώρες που κατέχει να αποκτήσουν πολύτιμα πολιτιστικά αγαθά, ενώ οι Αγγλοαμερικανοί κλέβουν γλυπτά και πίνακες στην “απελευθερωμένη” Ιταλία για να τα ξεπουλήσουν στην πατρίδα τους μέσω Εβραίων λαθρεμπόρων».

Μόνο που το άγαλμα έμεινε για πολύ λίγο σε ελληνικά χέρια. Στις 31 Μαΐου του 1944 οι ναζί το αρπάζουν, παρά τις αντιδράσεις του τότε εφόρου Αρχαιοτήτων Στυλιανού Πελεκανίδη. Ποια ήταν η δικαιολογία; Το άγαλμα θα φυλασσόταν, δήθεν, στο κτήριο της Κομαντατούρ, προκειμένου να προστατευτεί από τους βομβαρδισμούς.

Δώρο στον Χίτλερ

Ποια ήταν η αλήθεια; Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια του Εθνικού Αρχείου των Ηνωμένων Πολιτειών για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έπειτα από εντολή του Χίτλερ, το άγαλμα μεταφέρθηκε στη Βιέννη, στο Heeresmuseum, όπου παρουσιάστηκε κατά το διάστημα Ιουνίου - Αυγούστου 1944 στη στρατιωτική έκθεση «Kampfraumüdost» που διοργάνωσε το ειδικό Τμήμα Ναζιστικής Στρατιωτικής Προπαγάνδας. Το ναζιστικό τέρας, εκτός από τον σφαγιασμό εκατομμυρίων ανθρώπων, επιδόθηκε με ζήλο και στη μεγαλύτερη λεηλασία έργων τέχνης που έχει γίνει ποτέ. Ο Χίτλερ ονειρευόταν να μετατρέψει τη γενέτειρά του, το Linz στην Αυστρία, σε παγκόσμια πολιτιστική πρωτεύουσα, με βιβλιοθήκες, όπερες, γκαλερί τέχνης και μουσεία όπου θα στεγάζονταν τα μεγαλύτερα αριστουργήματα τέχνης παγκοσμίως. Ανάμεσά τους η «Ηρακλειώτισσα». Από την έρευνα που έκανε η αρχαιολόγος του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης Ελευθερία Ακριβοπούλου, οι ναζί αξιωματικοί συνήθιζαν στα γενέθλια του Χίτλερ να του στέλνουν καταλόγους με νεότερα έργα τέχνης που λεηλάτησαν και έκλεψαν για να κολακεύουν τα νοσηρά του σχέδια.

Αργότερα, η «Ηρακλειώτισσα» θα βρεθεί σε ένα από τα σπίτια του Χίτλερ και στη συνέχεια στο σπίτι του Γκαίμπελς. Μετά το τέλος του πολέμου δεκάδες χιλιάδες έργα τέχνης που είχαν αρπάξει οι Γερμανοί εντοπίστηκαν από τους συμμάχους στα πιο απίθανα μέρη, σε αλατωρυχεία, κάστρα, εκκλησίες, σπηλιές. Η «Ηρακλειώτισσα» βρέθηκε στο αλατωρυχείο του Αussee στις αυστριακές Άλπεις. Την πληροφορία θα δώσει στις ελληνικές αρχές ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Απελευθερωθέντων, καθηγητής Περαντώνης. Την 1η Νοεμβρίου 1945 ένα έγγραφο, όπως προκύπτει από το αρχείο του εφόρου Αρχαιοτήτων Στ. Πελεκανίδη, προειδοποιεί πως υπάρχει κίνδυνος το άγαλμα να μεταφερθεί στην Αμερική από Αμερικανούς στρατιώτες. Τότε ξεκινούν όλες οι απαραίτητες διπλωματικές επαφές με τις συμμαχικές δυνάμεις. Το άγαλμα μεταφέρεται στη μονάδα περισυλλογής έργων τέχνης στο Μόναχο και έχει για συντροφιά έναν πίνακα του Βαν Έικ και μια Μαντόνα του Μικελάντζελο. Στις 2 Νοεμβρίου 1946 η «Ηρακλειώτισσα», συνοδευόμενη από τον αρχαιολόγο Χ. Μακαρόνα, επιστρέφει στην Ελλάδα. Αυτός θα είναι και ο πρώτος επαναπατρισμός ελληνικής αρχαιότητας. Σήμερα η όμορφη δέσποινα ήρεμη απολαμβάνει τα θαυμαστικά βλέμματα των επισκεπτών του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Αλλά και κάποιων αναπάντεχων επισκεπτών.

Ο γιος ενός ναζί στο «ιερό μέρος»

Η αρχαιολόγος Ελευθερία Ακριβοπούλου μας αφηγείται μία παράξενη συνάντηση. Δεν πάει πολύς καιρός που ένας άνδρας 80 χρόνων επισκέφθηκε το μουσείο. Ας πούμε ότι τον έλεγαν Αλεξάντερ. Έκπληκτη τον άκουσε να της… συστήνεται: «Ο πατέρας μου βρήκε αυτό το άγαλμα. Ήταν περήφανος γι’ αυτό και το αποκαλούσε “το άγαλμά μου”». Μάλιστα προς επίρρωση των όσων έλεγε, ανέσυρα από την τσέπη του τη φωτογραφία από την τελετή στη Ροτόντα και της έδειξε τον ναζί αξιωματικό πατέρα του. Για τον μικρό τότε γιο του ναζί αξιωματικού η Θεσσαλονίκη ήταν μόνο μία πόλη στην οποία κάποτε έζησε ο πατέρας του. Όχι μία πόλη ρημαγμένη και λεηλατημένη από τη ναζιστική ιδεολογία που υπηρετούσε. Η αρχαιολόγος τού αφηγήθηκε την ιστορία του αγάλματος. «Είναι απίστευτο» λέει εκείνος. «Δεν τα γνώριζα όλα αυτά. Έχετε τόσα στοιχεία. Θα το επέστρεφαν όμως, έτσι δεν είναι; Ήταν ο πόλεμος. Μάλλον δεν θα μπόρεσαν». «Όχι, δεν νομίζω. Δεν θα το επέστρεφαν» απάντησε εκείνη. «Καθώς του μιλούσα» μας λέει η Ελ. Ακριβοπούλου «έπιασα τον εαυτό μου να κάνει δεύτερες σκέψεις: Ήρθε από την άκρη του κόσμου. Σε μια πόλη στην οποία δεν έζησε ποτέ, σε δρόμους που δεν περπάτησε και όμως τον στοίχειωσαν. Πώς γίνεται να μην ξέρει τι σήμαινε ο πόλεμος για τους κατοίκους αυτού του τόπου; Από την άλλη, δεν ήταν αυτός εδώ. Ήταν απλώς ένα παιδί τότε. Μα, δεν θέλησε να μάθει; Ή μήπως έμαθε και δεν θέλει να μου πει;».
Λίγο αργότερα, εκεί που τότε ήταν το κτήριο της Κομαντατούρ και σήμερα μία πολυκατοικία ο Αλεξάντερ θα βγάλει αναμνηστική φωτογραφία. Η αρχαιολόγος τον ακούει να μονολογεί: «το ιερό μέρος»… «Οι λέξεις αυτές ακόμα μου γδέρνουν το μυαλό» θυμάται η αρχαιολόγος «αλλά δεν θέλησα να τον ρωτήσω τίποτα άλλο».

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.