22/10/2018 17:03:57

Γιάννης Μπέζος: «Αν είσαι αισιόδοξος, γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος»

Γιάννης Μπέζος: «Αν είσαι αισιόδοξος, γίνεσαι δακτυλοδεικτούμενος» - Media

Δημοφιλής, αγαπητός μέσα από την τηλεόραση στο μεγάλο κοινό, χρόνια τώρα εκτίθεται στο θεατρικό παιχνίδι με τόλμη και αυτοπεποίθηση. Όχι με εύκολα έργα, αλλά με έργα απαιτητικά και ενίοτε τολμηρά. Έργα που δεν εξασφαλίζουν πάντοτε την έλευση του τηλεοπτικού κοινού. Ούτε κολακευτικά ούτε εύπεπτα, αντιθέτως ενοχλητικά και σατιρικά. Όπως τώρα, που ετοιμάζει για το Εθνικό τον «Φιλάργυρο» του Μολιέρου σε δική του μετάφραση και σκηνοθεσία, με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Αλλά και στον δημόσιο λόγο του, όπως φαίνεται παρακάτω, δεν είναι λιγότερο καυστικός ή διπλωμάτης. Με αριστοφανική στόφα, μιλάει για τα κακώς κείμενα, χωρίς να πολυνοιάζεται για τις συνήθεις συνέπειες που μπορεί να έχουν τα λεγόμενα ενός δημόσιου προσώπου στην ελληνική καθημερινότητα

Επανέρχεται συχνά ο Μολιέρος στις επιλογές σας… Τρέφετε μια αγάπη για τον συγγραφέα.
Αυτά τα έργα δεν γίνονται με το μυαλό, γίνονται με την καρδιά. Αν τα αισθάνεσαι κοντά σου, είναι κοντά σου. Δυστυχώς, εδώ ο Μολιέρος θεωρείται λίγο παρωχημένος, ξεπερασμένος, ότι δεν αφορά κανέναν. Γι’ αυτό και δεν ανεβαίνουν συχνά αυτά τα έργα. Δεν τα προτιμούν γιατί έχουν να κάνουν με τη γοητεία του θεατρικού σανιδιού. Δηλαδή, θέλουν θεατρίνους κι όχι ηθοποιούς - επιστήμονες. Να εκτεθούν με την προσωπικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία τους, είναι ένα στοίχημα δεξιοτεχνίας. Μ’ αυτήν την έννοια, βεβαίως, ο Μολιέρος έχει αυτούς τους μεγάλους ρόλους. Οι οποίοι είναι συμβολικοί χαρακτήρες οι περισσότεροι. Στον «Φιλάργυρο» δεν ασχολείται με έναν φιλάργυρο, αλλά με τη φιλαργυρία. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον αλλά είναι και το πιο δύσκολο. Τα έργα αυτά δεν έχουν τις ψυχολογικές αξίες και απαιτήσεις που έχουν του Τσέχωφ, του Γουίλιαμς, του Άλμπι ή του Ο’ Νιλ.

Απέχουν χρονικά πολύ όμως. Το θέατρο μετά το τέλος του 19ου αιώνα αλλάζει.
Ναι, αλλά ούτε με τον Σαίξπηρ έχει σχέση, που είναι προγενέστερος. Είναι ένα θέατρο πολύ επηρεασμένο από την αυτοσχεδιαστική κωμωδία, την κομέντια ντελ’ άρτε, κι ακόμα από το ρωμαϊκό θέατρο και τον Αριστοφάνη. Έχει επηρεάσει καθοριστικά την κωμωδία μέχρι και τη δική μας τη φαρσοκωμωδία, τον Δημήτρη Ψαθά, τον Αλέκο Σακελλάριο κ.λπ. Μεγαλοφυής συγγραφέας και πλήρης άνθρωπος του θεάτρου: συγγραφέας, σκηνοθέτης, πρωταγωνιστής, παραγωγός. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο.

Τι σημαίνει για εσάς ο «Φιλάργυρος»; Γιατί το ανεβάζετε σήμερα; Έχει να κάνει με την ένδεια στην οποία έχουμε περιπέσει;
Δεν είναι τόσο η ένδεια όσο η εξάρτηση από το χρήμα, για το οποίο μιλάει το έργο. Ο Μολιέρος δεν καταδικάζει το χρήμα, καταδικάζει την εξάρτηση από αυτό. Στην περίπτωση αυτή βέβαια, επειδή το δείχνει μέσα από μια θεατρική υπερβολή, αγγίζει τα όρια της αρρώστιας. Πάντως, μπορούμε να ανακαλύψουμε πολλά στοιχεία απ’ τον εαυτό μας και από τη συμπεριφορά μας. Το χρήμα και η περιουσία δίνουν μια δύναμη η οποία δεν είναι δική μας, είναι μια δύναμη που έρχεται από έξω και χωρίς αυτήν καταρρέουμε. Είμαστε σαθροί μέσα μας και δεν αντέχουμε τον εαυτό μας. Νιώθουμε ότι είμαστε εκτεθειμένοι, αδύναμοι, ανύπαρκτοι. Αντιθέτως, όταν έχουμε το χρήμα, νιώθουμε δυνατοί. Το ζήσαμε αυτά τα χρόνια και γι’ αυτό το έργο είναι επίκαιρο. Πάντα οι άνθρωποι είχαν εξάρτηση από το χρήμα, την περιουσία ή την εξουσία. Ο Μολιέρος περιγράφει πολύ ωραία κι άλλες εξαρτήσεις: από τη θρησκεία στον «Ταρτούφο», από την κοινωνική ζωή στον «Αρχοντοχωριάτη», από τα φάρμακα στον «Κατά φαντασία ασθενή».

Βέβαια, στην περίπτωση του «Φιλάργυρου», τίθεται και το θέμα της εγωπάθειας.
Δεν αγαπάει τίποτα και κανέναν. Ούτε καν τα παιδιά του.

Ο άνθρωπος που αγαπάει το χρήμα δεν είναι συναισθηματικά τσιγγούνης;
Ναι, αυτά ταυτίζονται συνήθως. Δεν τολμάς να μοιραστείς και να δώσεις πράγματα. Αν πας ακόμα πιο βαθιά, δεν μπορείς να υπάρξεις χωρίς όλα αυτά. Αν τα χάσει, μπορεί να πεθάνει.

Αυτό δεν συμβαίνει αυτήν τη στιγμή σε πολλούς συμπολίτες μας, οι οποίοι έχασαν την παραδοχή της πλασματικής ασφάλειας του χρήματος;
Όλοι θέλουμε να ζούμε καλά και να εξασφαλίσουμε ένα επίπεδο ζωής, αλλά δεν γίνεται να σε χαρακτηρίζει αυτό. Δεν μπορεί να έχεις τρία αυτοκίνητα και, αν σου λείψει το ένα, να νιώθεις αδύναμος. Κυκλοφορούμε με πέντε κινητά, λες και παλιά, που δεν υπήρχαν κινητά, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Μια χαρά την κάναμε. Αλλά και μόνο η ύπαρξή τους, σε έχει βάλει σε μια διαδικασία τέτοια εξάρτησης. Πρέπει να τα χρησιμοποιείς και όχι να σε χρησιμοποιούν.

Θυμάστε την Ελλάδα χωρίς όλα αυτά; Ήταν μια χώρα πιο ευτυχισμένη;
Ήταν πιο ήρεμη. Πιο ευτυχισμένη ενδεχομένως να μην ήταν. Πρόλαβα και τη δεκαετία του ’60 και του ’70, δικτατορίες και όλα αυτά. Ήταν πιο απλά τα πράγματα. Μαζευόμασταν στα σπίτια και διασκεδάζαμε πραγματικά. Με λίγα πράγματα. Λίγα χρόνια αργότερα, για να ικανοποιήσεις τον εαυτό σου, χρειαζόσουνα πάρα πολλά. Τα περισσότερα ήταν για πέταμα, δεν τα χρειαζόμασταν πραγματικά. Απλώς νομίζαμε ότι τα είχαμε ανάγκη. Κάναμε πράγματα για να τα δουν οι άλλοι. Αυτό είναι το θέμα. Πανάκριβα αυτοκίνητα, γκάτζετ, χιλιάδες σαχλαμάρες, που ήταν ανύπαρκτα και αδιανόητα παλιότερα. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν όμως. Δηλαδή, οι αδυναμίες παραμένουν οι ίδιες, όπως και τα προτερήματα.

Δεν προστέθηκε και η πλεονεξία σε όλα αυτά;
Ναι, αλλά πάντοτε οι άνθρωποι ήθελαν να έχουν πολλά λεφτά. Μετά τη δεκαετία του ’80 που μπήκαμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια για τα καλά, με άλλες πολιτικές, νομίζω ότι τα πράγματα έπαψαν να γίνονται με μέτρο. Όλα έπρεπε να είχαν γίνει διαφορετικά. Φυσικά έπρεπε οι άνθρωποι να αμείβονται καλύτερα, να ζουν σε καλύτερες συνθήκες – από ’κεί που είχαμε λασπόδρομους –, αλλά δεν μας χαρακτηρίζει το μέτρο πολύ. Μας χαρακτηρίζει η υπερβολή.

Ακόμα την υπερβολή υπερασπίζεται σε μεγάλο ποσοστό η ελληνική κοινωνία όμως.
Χρειάζεται μια ισορροπία. Επίσης, δεν είναι μόνο τα υλικά, αλλά και η ευκολία. Αυτό είναι άλλο κομμάτι. Το οποίο αρχίζει από την εκπαίδευση. Να μη δουλεύουμε πολύ, να μην κοπιάσουμε πολύ, να μην κουραστούμε πολύ. Μετά, αρχίζουμε να προβάλλουμε το πρόβλημα στον άλλον. Δεν είναι καλά τα σχολειά μας, τα πανεπιστήμιά μας… Όλα αυτά είναι δικαιολογίες. Από τα ίδια σχολεία βγήκαν και οι άριστοι και τα ντουβάρια. Απλώς δίνουμε δικαιολογίες στους εαυτούς μας. Υπήρξε μια μεγάλη περίοδος που τα θεωρούσαμε όλα εύκολα και αυτονόητα. Ότι με το που γεννιέται ένας άνθρωπος θα του εγγυηθεί κάποιος την προσωπική του ευτυχία. Αυτό δεν υπάρχει στη ζωή, θέλει κόπο, πρέπει να το κατακτήσεις. Κι αυτό ξεκινάει από το οικογενειακό κύτταρο. Ότι μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με τη λογική ότι ως πατέρας «θα είμαι πάντα εκεί». Ότι ο μπαμπάς θα είναι πάντα εκεί να τα φτιάξει. Δεν υπάρχει κανείς μπαμπάς να τα φτιάξει. Θα τα φτιάξουμε μόνοι μας.

Εννοείτε την κατάρα της οικογένειας στην ελληνική ζωή. Αλλά κι εσάς σας έχουν κατηγορήσει ότι υπήρξατε «μπαμπάς» για την κόρη σας…
Έχω βαρεθεί να τα εξηγώ αυτά. Δεν θα αποφασίσω εγώ αν είναι καλή η κόρη μου. Ο χρόνος θα το αποφασίσει αυτό. Και το κοινό. Αν ήθελα, θα μπορούσα να τη στηρίζω πάρα πολύ. Μια φορά δουλέψαμε μαζί και μάλιστα σε δική μου δουλειά, που έβαλα δικά μου χρήματα. Δεν την έβαλα στο Δημόσιο, δεν το έκανα εν κρυπτώ. Αλλά εκτιμώ ότι η κόρη μου είναι μια αξιόλογη ηθοποιός. Θα κριθεί.

Ηθοποιός ή σκηνοθέτης; Τι προτιμάτε ;
Ηθοποιός χωρίς συζήτηση. Η καρδιά του θεάτρου είναι ο ηθοποιός. Αλλά όταν σκηνοθετείς, κάνεις πιο άνετα τη δουλειά σου. Ιδίως όταν κάνεις και την παραγωγή αναλαμβάνοντας το σύνολο του αποτελέσματος. Το πώς θα το εκθέσεις στο κοινό, πώς θα το προωθήσεις. Έχω δουλέψει με όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες και θα ξαναδουλέψω αν με ενδιαφέρει. Με ανθρώπους που εκτιμώ – γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν εκτιμώ στο θέατρο. Αλλά προτιμώ, χωρίς συζήτηση, την επαγγελματική ιδιότητα του ηθοποιού. Αυτή είναι η δουλειά μου.

Πώς σας φαίνεται το πάντρεμα των τεχνών που παρατηρείται και στην Ελλάδα πια: Multi media, devised theater, performance, installation. Τα θεωρείτε αισθητικές παρεκτροπές;
Τα θεωρώ όλα μέσα στο παιχνίδι. Είναι θέμα ανάγκης του δημιουργού, αυτού που θέλει να εκτεθεί. Από τη στιγμή που δεν γίνεται στα κρυφά, θα εκτεθεί σε μια σκηνή, σε έναν χώρο. Καταρχάς θα κοιτάξω αν έχει ένα ενδιαφέρον, κάτι που δεν καταλαβαίνω, που δεν ανακαλύπτω. Δεν θυμώνω, όπως άλλοι που γίνονται έξαλλοι. Στο τέλος, θα υπάρχει ένα κοινό που θα το ακολουθήσει αυτό, που του ερεθίζει τη φαντασία. Με εξοργίζουν όλα αυτά μόνο όταν γίνονται επί τούτου, για το στυλ.

Μα, το στυλ δεν μιμούνται πολλοί; Καλλιτεχνικές προτάσεις που είδαν στο Φεστιβάλ, στο Βερολίνο κι αλλού…
Όσοι μιμούνται, στερούνται τη γοητεία τού να κάνουν από μόνοι τους πράγματα. Υπάρχουν όλα αυτά, ξέρετε. Η απάντηση είναι ο χρόνος. Αν είναι κάτι καλό, σιγά - σιγά θα κερδίσει το κοινό. Αν είναι για πλάκα, θα πάει περίπατο. Αυτά γίνονταν όταν υπήρχαν επιχορηγήσεις. Έβρισκες ένα μέσο, όπως γίνεται πάντα στην Ελλάδα, έκανες την τρέλα σου, έτρεχαν κάποιοι δημοσιογράφοι που έγραφαν κάποιες αρλούμπες και γινόσουν για ένα διάστημα γνωστός. Αν ρισκάρεις δικά σου χρήματα, δεν τα κάνεις εύκολα τα πράγματα αυτά.

Στο Εθνικό είδαμε αρκετά καλλιτεχνικά ρίσκα τα τελευταία χρόνια που κέρδισαν το στοίχημα.
Πολλά κέρδισαν. Το Εθνικό όμως είναι μια ειδική περίπτωση. Έχει σταθερό κοινό και είναι και μια εγγύηση. Θεωρείται ότι δεν θα κοροϊδέψει το κοινό του. Είναι ταμπέλα από μόνο του.

Αλήθεια, πώς και πήρατε την πρωτοβουλία να αυτοπροταθείτε για διευθυντής του Εθνικού;
Έχει σημασία τι έκανα όταν ο κόσμος καίγεται; Το έκανα και το είπα από την πρώτη στιγμή, για να μη θεωρηθεί ότι είναι πρόταση κομματική. Παρ’ ότι πρόκειται για μια θεσμική θέση. Όλα αυτά γίνονται μέσα σε μια κουζίνα. Γίνεται ένα παιχνίδι. Δηλαδή θα ήταν πιο τίμιο να έβαζα άλλον να με προτείνει; Έκανα ένα και μοναδικό ραντεβού με τον υπουργό Πολιτισμού, έγραψαν διάφορα ανυπόστατα, και όταν είδα ότι το πράγμα αργεί, είπα: δεν μπορεί να γίνει η μετάβαση από τη μια θέση στην άλλη απότομα.

Έτσι έγινε τελικά…
Βεβιασμένα και την τελευταία στιγμή. Προτίμησα λοιπόν να αποσυρθώ. Δεν θα υπήρχε και χρόνος να κάνω αυτά που ήθελα και έπρεπε να κοιτάξω τη δουλειά μου.

Έχετε μιλήσει και για ξεσκαρτάρισμα στο τηλεοπτικό πεδίο. Ενόχλησε γιατί θεωρήθηκε ότι θίγατε συναδέλφους σας;
Δεν θίγω, προστατεύω. ‘Όλοι λένε για χρόνια ότι η τηλεόραση κάνει κακό στους ηθοποιούς, ότι τους χαλάει. Εγώ πιστεύω ότι δεν τους χαλάει, αλλά ότι εκείνοι χαλάνε την τηλεόραση με τον τρόπο που την κάνουν. Επίσης πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι πήραν πολλά χρήματα, τα οποία ούτε ανταποδοτικά ήταν στον καλλιτεχνικό τομέα ούτε κάτι προσέφεραν. Έγιναν πολλά προγράμματα και πολλές σειρές που δεν έπρεπε να γίνουν. Όλοι τα λένε αυτά, αλλά μόλις τα πεις ανοιχτά, ενοχλεί. Εμένα με ενδιαφέρει η τηλεόραση να γίνει καλύτερη. Ο κάθε τομέας στην Ελλάδα να γίνει καλύτερος. Λένε πολλοί ότι υπάρχει κρίση και τι θα γίνει, ότι δεν υπάρχουν δουλειές. Και δεν καταλαβαίνουν ότι αυτοί είναι η κρίση. Αυτοί που μιλούν. Όλοι ξαφνικά θεωρούν το Δημόσιο ωραίο! Η αντιπολίτευση, μάλιστα, θέλει να το μεγαλώσει. Σαν να πρέπει όλη η Ελλάδα να είναι ένα Δημόσιο. Αυτό είναι σιγουριά; Να μην αξιολογείται κανείς; Να μη βαθμολογείται τίποτα; Δεν γίνεται να μείνει η Ελλάδα όπως ήταν. Δεν γίνεται όλη η ευρωπαϊκή οικογένεια να τρέχει κι εμείς να μένουμε πίσω. Και τολμάμε μετά να συγκρινόμαστε μαζί τους.

Πιστεύετε στους νέους;
Όχι σε εκείνους που έχουν τη νοοτροπία των παλιών. Όχι σε εκείνους που μιλάνε στην τηλεόραση, αλλά σε αυτούς που εργάζονται και δοκιμάζονται και αγωνιούν.

Πόσοι εργάζονται; Οι περισσότεροι ψάχνουν να φύγουν στο εξωτερικό.
Και τι να κάνουν; Να μείνουν σε μια χώρα όπου θα πρέπει να περάσουν από συμπληγάδες πέτρες για να κάνουν πέντε πράγματα, όπου πρέπει να δώσουν διαπιστευτήρια στα κόμματα; Να μάθουν το ποιηματάκι τους από τις παρατάξεις για να το πουν; Πάντως, δεν είναι όλοι οι νέοι έτσι, όπως δεν είναι ούτε όλοι οι μεγάλοι. Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά μας και δεν ταυτίζεται με το πολιτικό μας σύστημα το οποίο δεν συγχρονίζεται με την κοινωνία. Άλλα λένε μέσα στα κομματικά γραφεία και άλλα έξω. Δεν υπάρχει επαφή, καμία επικοινωνία. Φοβάμαι ότι η κοινωνία είναι πιο μπροστά από τους πολιτικούς. Απλώς δεν μπορεί να το εκφράσει οργανωμένα και καταλήγει να ψηφίζει ακραίες προτάσεις. Δυστυχώς.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.