16/11/2018 13:02:13
19.10.2009

Δημήτρης Τάρλοου

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Στην περίπτωση του Δημήτρη Τάρλοου δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη δεκαετία που πέρασε στο πρόσωπό του. Αν εξαιρέσουμε ένα μικρό μουστάκι που τον κάνει να μοιάζει περισσότερο στον παππού που δεν γνώρισε ποτέ, στον Καραγάτση δηλαδή, ο ίδιος διατηρεί απολύτως το νευρώδες, εφηβικό παρουσιαστικό του κι ας δηλώνει «είμαι μεσήλιξ πια». Είναι πάντως 45, και ήταν 35 όταν ανέβασε για πρώτη φορά το «Κτήνος στο φεγγάρι», το αριστούργημα του Ρίτσαρντ Καλινόσκι, το οποίο ανεβάζει ξανά στο Θέατρο Πορεία, σε σκηνοθεσία, όπως και τότε, Στάθη Λιβαθηνού και με συμπρωταγωνίστρια την Ταμίλα Κουλίεβα. Πότε πέρασαν δέκα χρόνια; Κι όμως, ο Τάρλοου υποδέχεται αυτή τη δεκαετία και μαζί τη νέα θεατρική σεζόν με τέσσερις παραστάσεις στο Πορεία. Και δεν είναι τυχαίο ότι δύο κοιτούν λίγο πίσω και δύο λίγο μπροστά: «Οι ρόλοι είναι προοπτική», λέει ο Τάρλοου. «Είναι όμως και μνήμη».

Σας μάθαμε πρώτα ως Τάρλοου κι αργότερα σας συνδέσαμε με τον Καραγάτση. Είναι ένα μετάλλιο που σας ανήκει.

Δ.Τ.: Δεν ξέρω αν είναι μετάλλιο. Ξέρω ότι εγώ το πολέμησα. Στις πρώτες συνεντεύξεις μου με ρώταγαν πάντα τι γνώμη έχω για τον Καραγάτση. Απάντησα μία, δύο και τελικά είπα: «Αυτή η δουλειά θα γίνεται; Αν θέλετε να μάθετε για τον Καραγάτση, ρωτήστε τη μάνα μου που είναι και η κόρη του». Τώρα πια δεν με ρωτάνε, πιθανότατα από τακτ ή επειδή ξέρουν ότι δεν θα απαντήσω.

Κι όμως, τώρα που έχετε μουστάκι του μοιάζετε πολύ.

Δ.Τ.: Το μουστάκι είναι για τον ρόλο μου στο «Κτήνος στο φεγγάρι». Κι ο γιος μου το κοιτά παράξενα, το τραβάει και με πειράζει: «Το μουστάκι για το… κτήνος»!

Δεν θα σας ρωτήσω τίποτα άλλο για τον Καραγάτση. Μόνον αυτό: Οπωσδήποτε το όνομά του είχε ένα βάρος. Περάσατε κάποια εποχή, π.χ. στην εφηβεία σας, που αντιδράσατε;

Δ.Τ.: Ναι, και νομίζω ότι αντέδρασα πολύ υγιώς. Δεν αντέδρασα όμως τόσο σε καλλιτεχνικό επίπεδο, γιατί έχω εμπιστοσύνη στις καλλιτεχνικές μου δυνάμεις, αλλά περισσότερο ως προς το θέμα του ανδρικού προτύπου. Ο Καραγάτσης, όπως τουλάχιστον μου μετέφεραν όσοι τον γνώρισαν, ήταν ένα πολύ ισχυρό ανδρικό πρότυπο. Εγώ σαν φυσιογνωμία δεν είμαι. Νομίζω λοιπόν ότι προσπάθησα να εναντιωθώ, προκειμένου να αποκτήσω τη δική μου υπόσταση. Τώρα πια όμως δεν έχω τέτοιο θέμα. Μετά από δέκα χρόνια ανάλυσης ήρθα πολύ πιο κοντά του. Θα ήθελα μάλιστα, όσο μπορώ, να φωτίσω το έργο του μέσα από τις όποιες ικανότητες διαθέτω.

Δέκα χρόνια κλείνει και η Θεατρική Εταιρεία Δόλιχος. Για μας πέρασαν πολύ γρήγορα. Σαν να ’ταν χθες.

Δ.Τ.: Ωραία ξεκινάμε τη συζήτηση! Εμένα, λοιπόν, δεν μου αρέσουν οι εορτασμοί, ακριβώς γιατί υπενθυμίζουν πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια για όλους μας. Υπάρχει όμως και κάτι ενδιαφέρον σ’ όλο αυτό, το τι εγγράφεται μέσα μας. Κι όταν έχεις κάποιους μονιμότερους συνεργάτες που επανέρχονται βλέπεις και πόσα κοινά πράγματα έχεις, πόσο ωρίμασες, πώς αντιμετωπίζεις ξανά ένα υλικό που πριν από δέκα χρόνια είχε ανταπόκριση.

Το «Κτήνος στο φεγγάρι» έχει φορτιστεί για σας και με νέα στοιχεία σε βιωματικό επίπεδο;

Δ.Τ.: Πολύ. Διαπιστώνω ότι όλη αυτή η εμπειρία ζωής που περικλείεται μέσα στα δέκα χρόνια, το γεγονός ότι παντρεύτηκα, ότι έχω παιδιά, οι απώλειες που έζησα, όλα ενεγράφησαν μέσα μου. Αυτό σημαίνει υποκριτική ωριμότητα. Αποδοχή μιας γήρανσης που μπορεί να μετουσιωθεί σε ενδιαφέρουσα θεατρική εμπειρία.

Τι σημαίνει το να επιστρέφει κανείς σε ένα κομβικό σημείο του ρεπερτορίου του;

Δ.Τ.: Όταν προχωράς συχνά δεν κοιτάς πίσω, καθώς βιάζεσαι να κάνεις κι άλλα. Κάποια στιγμή όμως νιώθεις την ανάγκη για μια στάση. Είναι όπως οι αγιογράφοι που ξανακάνουν το ίδιο θέμα. Το παρελθόν είναι τελικά πάρα πολύ σημαντικό στη ζωή μας, αν και σήμερα τείνουμε να μην το υπολογίζουμε όσο θα ’πρεπε.

Στο ελληνικό θέατρο υπάρχουν όμως πια δύο κυρίαρχες τάσεις, όσοι κοιτούν κυρίως πίσω κι όσοι κοιτούν μόνον μπροστά.

Δ.Τ.: Όλο το κόλπο είναι, νομίζω, η κόψη του ξυραφιού. Πόσο μπροστά φεύγει το βλέμμα και με τι προοπτική. Οι ρόλοι είναι προοπτική. Είναι όμως και μνήμη. Αν η μνήμη δεν είναι ζώσα, αν δεν παραμένει ένα κερί αναμμένο, δεν μπορείς να φτιάξεις ανθρώπινους χαρακτήρες που να σημαίνουν κάτι για τον θεατή. Φτιάχνεις σχήματα και διανοήματα, αλλά όχι ζωντανούς ανθρώπους.

Έχετε δει σε παραστάσεις τέτοια «σχήματα»;

Δ.Τ.: Πολλά. Κι εγώ ο ίδιος έχω κάνει.

Ποιο είναι ένα τέτοιο δικό σας;

Δ.Τ.: Ας πούμε η περσινή απόπειρα να ανεβάσουμε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, που ήταν μια απονενοημένη προσπάθεια να αγγίξουμε το αρχαίο δράμα. Μοιραία, όταν κάνεις ένα τόσο δύσκολο έργο, καταφεύγεις και σε σχήματα. Το θέμα είναι πώς αυτά τα σχήματα μπορεί να σημαίνουν κάτι. Κι εγώ δεν είμαι ακόμα βέβαιος ότι σήμαιναν. Ξέρω ότι υπήρχαν ενδιαφέροντα σημεία, αλλά σίγουρα κάτι μας διέφυγε. Νιώθω ότι υπήρχε κάτι «παγωμένο» στο σχήμα που εφηύρα, κάτι που ήθελε περισσότερη δουλειά προκειμένου να γίνει ένας πάσχων άνθρωπος.

Ας πούμε κάτι για το στίγμα του Θεάτρου Πορεία. Εμείς ξέρουμε, είτε δια του συναισθήματος είτε δια της διανόησης, ποιο είναι. Εσείς ποιο θα λέγατε ότι είναι;

Δ.Τ.: Τι σημαίνει στίγμα; Γιατί εγώ νομίζω ότι το Πορεία έχει ένα χαρακτηριστικό που είναι ταυτοχρόνως και μειονέκτημα. Δεν έχει το στίγμα τού «εδώ θα δεις αυτά». Στίγμα νομίζω πως έχει ως προς τη σοβαρότητα των έργων που επιλέγει να ανεβάσει: Εδώ, αποκλείεται να δεις κάτι τελείως απροετοίμαστο ή μια πρόταση παντελώς ανόητη. Κατά τα άλλα, δεν έχω στραφεί σε έναν και μοναδικό τρόπο εργασίας. Επιλέγω διαφορετικούς συνεργάτες και σκηνοθέτες, που ο καθένας τους φέρει ενδεχομένως κάτι ενδιαφέρον, όχι όμως και παρόμοιο με αυτό της προηγούμενης χρονιάς.

Αλλά τελικά αυτό δεν είναι το θεατρικό στίγμα; Όταν λέγαμε ότι το Θέατρο Τέχνης έχει ένα στίγμα, αυτό δεν εννοούσαμε;

Δ.Τ.: Ναι, αλλά εκεί υπήρχε ένας σκηνοθέτης-δάσκαλος του επιπέδου του Κουν.

Το λέγαμε και για το Θέατρο Αμόρε, όπου αν και δεν ήταν ένας ο σκηνοθέτης ήταν ευδιάκριτο το θεατρικό στίγμα και ως προς το ρεπερτόριο.

Δ.Τ.: Όταν λέτε «ρεπερτόριο» εννοείτε προφανώς την επιλογή των έργων. Γιατί ρεπερτόριο σημαίνει ό,τι εμείς δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε: Να εναλλάσσουμε μέσα στη θεατρική περίοδο παραστάσεις, πράγμα που για τεχνικούς και κυρίως οικονομικούς λόγους δεν μπορούμε να κάνουμε, αν και θα ήταν υπέροχο.

Σε μια συνέντευξή σας είχατε αναγνωρίσει κι εσείς τον συγκεκριμένο χαρακτήρα του Αμόρε. Ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Εθνικό πια, πώς σας φαίνεται;

Δ.Τ.: Δεν έχω συγκεκριμένη άποψη για το Εθνικό, γιατί δεν έχω παρακολουθήσει επαρκή αριθμό παραστάσεων. Ωστόσο, η αίσθηση που μου μεταδίδεται είναι λίγο αυτή ενός κλειστού κλαμπ, που δεν λειτουργεί πολύ καλά. Υπάρχει δηλαδή η εντύπωση ότι το Εθνικό δεν είναι αρκετά «ανοιχτό» προς όλους τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς. Εμένα προσωπικά αυτό δεν με πειράζει. Ίσως και να παραήταν γρήγορη και φιλόδοξη η πρόθεση του Χουβαρδά να εξοικειώσει το ελληνικό κοινό με τον μοντερνισμό. Ούτως ή άλλως, στην Ελλάδα όλα ξαφνικά γίνονται. Ξαφνικά ανοίγει ένα μπακάλικο που έχει μόνο βιολογικά προϊόντα. Ξαφνικά απαγορεύεται το κάπνισμα. Δεν γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια στην υποδομή. Για να μπορέσει όμως το ελληνικό κοινό να προσεγγίσει ό,τι ονομάζουμε μοντερνισμό, αλλά και το μεταμοντέρνο ή ακόμα και το κλασικό, πρέπει να υπάρχει παιδεία. Αυτός είναι ο σοβαρός εκπαιδευτικός ρόλος του Εθνικού. Δεν μπορεί να γίνεται απλά μια μετάκληση ξένων παραστάσεων και ξένων σκηνοθετών.

Παρ’ όλα αυτά κι εσείς έχετε μετακαλέσει π.χ. τον Τσέζαρις Γκραουζίνις που φέρνει φέτος το Εθνικό για τον «Ζορμπά».

Δ.Τ.: Άκουσα με χαρά ότι ο κύριος Χουβαρδάς κάλεσε τον Γκραουζίνις, όπως και ο κύριος Λούκος κάλεσε τη Ρενάτε Τζετ. Εγώ όταν τους είχα καλέσει είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Τους είχα δει σε φεστιβάλ και σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν να μπολιάσουν νέους έλληνες ηθοποιούς με ένα συγκεκριμένο βλέμμα. Ωστόσο, αναγνωρίζω στον Χουβαρδά και πολλά θετικά. Λόγου χάρη έχει μια πολύ σύγχρονη αντίληψη ως προς το τι σημαίνει η λειτουργία ενός θεάτρου, η εναλλαγή παραστάσεων κ.λπ.

Ως προς το Εθνικό, αλλά και γενικά ως προς το ελληνικό θεατρικό τοπίο, υπάρχει και μια άλλη γκρίνια. Ότι παραγνωρίζονται οι ηλικιωμένοι ηθοποιοί κι ότι το νεαρό της ηλικίας των ηθοποιών αντιμετωπίζεται κάποτε ως αυταξία.

Δ.Τ.: Δε νομίζω ότι το Εθνικό έχει πολλούς νέους ηθοποιούς – εικοσάρηδες, εικοσιπεντάρηδες δηλαδή. Έχει μια γκάμα ηθοποιών μεταξύ των 30 και 45. Η ηλικία είναι κάτι πολύ σχετικό, η οποία δεν έχει να κάνει με το Εθνικό αλλά με τον κοινωνικό μας ιστό. Με τον ίδιο τρόπο ντρεπόμαστε πια να πούμε τη λέξη «γέροντας» ή «ηλικιωμένος», απαξιώνοντας εμμέσως τη μεγάλη ηλικία γιατί τη θεωρούμε ντροπή. Αντίθετα, θεωρούμε τα νιάτα και την ομορφιά αυταπόδεικτη αξία. Αποτέλεσμα; Οι γέροντες ηθοποιοί αντιμετωπίζονται σαν να είναι για τα μπάζα ή για «θέατρα άλλου τύπου». Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να δίνονται ευκαιρίες στους νέους. Κι ύστερα τι σημαίνει τελικά νέος στην Ελλάδα; Κι εμένα με λένε νέο κι ας είμαι 45 ετών. Εδώ είσαι νέος μέχρι να πεθάνεις. Ε, λοιπόν όχι, δεν είμαι νέος. Είμαι μεσήλιξ.

Ποια είναι η δική σας προτεραιότητα στην επιλογή των έργων;

Δ.Τ.: Να ανεβαίνουν έργα άπαιχτα στην Ελλάδα ή σε καινούργιες μεταφράσεις ή με καινούργιες σκηνοθετικές ματιές, ώστε να αποτελούν μια πρόταση προκειμένου να μπορεί να σταθεί και η αίτηση επιχορήγησης. Μην ξεχνάτε ότι είμαστε επιχορηγούμενοι, ασχέτως αν το ξεχνούν όσοι πρέπει να το θυμούνται. Εμείς λοιπόν που πρέπει να το θυμόμαστε δεν μπορούμε να ανεβάζουμε παραστάσεις που δεν έχουν να πουν τίποτα ή που δεν συνιστούν μια πρόταση.

Μη μου πείτε όμως ότι επιλέγετε μόνον υπό τη δαμόκλειο σπάθη της επιχορήγησης.

Δ.Τ.: Ανάποδα λειτουργεί. Εμείς κάνουμε τις επιλογές μας, ελπίζοντας κάθε φορά ότι θα χουμε και την ανάλογη οικονομική βοήθεια. Διότι χωρίς αυτή δεν γίνεται.

Έχετε θυμώσει με τις επιχορηγήσεις;

Δ.Τ.: Εγώ αυτό που έχω να πω είναι ότι συνολικά ο ελληνικός πολιτισμός, υπό οποιαδήποτε κυβέρνηση, είναι απαξιωμένος. Και οτιδήποτε δόθηκε ήταν ψίχουλα κι αποφάγια, που έπρεπε να δοθούν ώστε «να ικανοποιηθούν κάποιοι και να σταματήσουν να μας ενοχλούν». Έτσι, όμως, ούτε προγραμματισμός γίνεται ούτε μπορεί να αναπτυχθεί ο πολιτισμός μιας χώρας. Συνεπώς, με τι να θυμώσω; Απλώς έχω μάθει να υπολογίζω χωρίς τις επιχορηγήσεις, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα πάρουμε ό,τι έχει ήδη ανακοινωθεί.

Στο πρόσφατο ντιμπέιτ των πολιτικών αρχηγών δεν υπήρξε καμία ερώτηση για τον πολιτισμό.

Δ.Τ.: Από εσάς το μαθαίνω, γιατί δεν βλέπω τηλεόραση. Στο σπίτι μου η τηλεόραση είναι ένα έπιπλο που κάποτε το χρησιμοποιούσα για να βλέπω ματς του Champions League. Τώρα πια ούτε κι αυτό κάνω, διότι δεν μου αρέσει να βλέπω τις ελληνικές ομάδες. Συνεπώς, η τηλεόρασή μου παραμένει κλειστή. Έχω καλύτερα πράγματα να κάνω, όπως να δω τα παιδιά μου, να ασχοληθώ με το θέατρο, να φροντίσω τον κήπο μου. Τηλεόραση βλέπει κανείς όταν είναι σε κατάθλιψη και γίνεται... χειρότερα. Κατά τα άλλα, το ότι δεν υπήρξε ερώτηση για τον πολιτισμό δηλώνει δύο πράγματα, ότι ο πολιτισμός αντιμετωπίζεται ως μια περιττή πολυτέλεια στην Ελλάδα κι ότι βρισκόμαστε σε μία μεγάλη οικονομική κρίση, άρα ό,τι αφορά περισσότερο τους ανθρώπους είναι τα οικονομικά.

Σας ενδιέφεραν αυτές οι εκλογές που φέρνουν έναν νέο υπουργό Πολιτισμού;

Δ.Τ.: Βέβαια με ενδιέφεραν, εφόσον είμαι έλληνας πολίτης. Και εννοείται ότι πήγα να ψηφίσω.

Ας ρωτήσω λοιπόν το στερεότυπο. Τι θα ευχόσασταν στον νέο υπουργό;

Δ.Τ.: Να έχει ένα καλό πακέτο από το Δ΄ ΚΠΣ και να το διαχειριστεί. Και να ’χει και τον στοιχειώδη νου, τη γνώση και συμβούλους, ώστε να ενημερωθεί για το τι πρέπει να κάνει. Στον τομέα που με αφορά, εύχομαι να ενημερωθεί για ό,τι τρέχει με τους διάφορους επιχορηγούμενους θιάσους και να μπορέσει να δράσει γρήγορα, προκειμένου να μη διαλυθεί το σύμπαν. Σχετικά πρόσφατα είχαμε βρεθεί με τους υπόλοιπους επιχορηγούμενους και μάλιστα υπήρξαν και κάποιες πρωτόγνωρες συναντήσεις – όταν έρχονται τα δύσκολα, γίνονται και τα πρωτόγνωρα. Όλοι μαζί συναντήσαμε τον κ. Σαμαρά. Και πραγματικά, μετά από μερικές μέρες, πήραμε ό,τι μας χρωστούσε το Υπουργείο εδώ κι ενάμιση χρόνο. Φαντάζομαι ότι τώρα θα πρέπει να ξανακάνουμε από την αρχή το ίδιο. Πίεση, πίεση, πίεση.

Ποιος είναι ο απολογισμός σας για τη δεκαετία του Θεάτρου Πορεία;

Δ.Τ.: Είναι πραγματικά απορίας άξιον, γραφτό της μοίρας, θαυμάσιο, κι ευχαριστώ τον Θεό γι’ αυτό, πώς μια προσπάθεια όπως το «Κτήνος στο φεγγάρι», που όταν την πρωτοέκανα σκεφτόμουν ότι είμαι τρελός, αξιώθηκα να τη δω σε ένα οργανωμένο θέατρο. Ότι έκτοτε κάναμε παραστάσεις που είχαν ενδιαφέρον και επιτυχία. Ότι πήγαμε στο εξωτερικό. Επίσης, είμαι περήφανος που μπόρεσα κατά καιρούς να συγκεντρώσω γύρω μου τόσο εντάξει ανθρώπους. Και μόνον αυτά να είχαμε κάνει θα ήταν για μένα ένα εκπληκτικό δώρο.

Συνεχίζετε πάντως.

Δ.Τ.: Συνεχίζουμε, κι αυτό είναι θέμα ηρωισμού και αυταπάρνησης.

Αναφέρατε τον Θεό προηγουμένως. Πιστεύετε;

Δ.Τ.: Αυτά είναι πολύ προσωπικά ζητήματα. Τον ανέφερα, ναι. Αλλά και «Καλό Πάσχα» λέω, χωρίς να σημαίνει τίποτα. Αν λοιπόν αυτό αφορά κάποιον, δεν είμαι ιδιαίτερα θρήσκος. Κι ωστόσο θα ήθελα να είμαι, γι’ αυτό και κάνω θέατρο. Διότι στο θέατρο το σημαντικότερο είναι η επιθυμία τού «να ήμουν».

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.